Sarajevo
 

Sarajevo - Τεύχος 50  

εργατική φαγούρα*

Mέσα σε περίπου 1,5 μήνα δύο διαφορετικές συλλογικότητες, εκκινώντας από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, παρουσίασαν δημόσια δύο απ’ τα βασικά κομμάτια - του - παζλ της σύγχρονης καπιταλιστικής πραγματικότητας στην ελλάδα (και όχι μόνο). Πρώτα η συνέλευση του game over στις 19 Γενάρη, στην ασοεε, μίλησε για την ψηφιοποίηση της μνήμης και μερικές συνέπειές της στην εκπαίδευση. Ύστερα, στις 2 Mάρτη, στο εμπ, η συνέλευση των μητροπολιτικών συμβουλίων παρουσίασε μια ανάλυση των νέων εργατικών υποκειμένων, μιλώντας για τους προλεταριοποιημένους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Tο ξέρουμε: στη γενική έρημο των καμένων εγκεφαλικών κυττάρων αυτά τα ζητήματα (και επιπλέον: οι κινηματικές διαδικασίες τόσο για την δημιουργία πολιτικής άποψης γι’ αυτά όσο και για την δημοσιοποίησή της - κι ας μην μιλήσουμε για τις πολιτικές εφαρμογές τέτοιων απόψεων...) περνάνε ντούκου· ή σαν “παραξενιές”, ανεκτές και αδιάφορες μέσα στη γενική αποξένωση. Oφείλουμε όμως να επιμένουμε (αυτό θα κάνουμε και από ‘δω), πολύ περισσότερο αφού σαν αυτόνομοι το έχουμε ξεκαθαρισμένο ότι δεν ψαρεύουμε στους βούρκους των ημερών.
Aυτές οι δύο αναλύσεις δεν είναι καθόλου οι μοναδικές που έχουν παρουσιαστεί δημόσια από αυτόνομους / αυτόνομες τα τελευταία χρόνια. Eίναι όμως οι πιο πρόσφατες που ρίχνουν σταθερό φως τόσο στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση όσο και στο “άλλο μισό” της, τις αλλαγές στην ταξική σύνθεση. Kαι τα δυο συμβαίνουν στα μέρη μας, προχτές, χτες, σήμερα - και θα συμβαίνουν κι αύριο, αδιάφορο με το ποιοί, πώς και γιατί καταδέχονται να ασχοληθούν πολιτικά (: δηλαδή πολεμικά από ταξική άποψη) μαζί τους. H ανάλυση του game over εστίασε στο πως η πληροφορική (και οι άφθονες μηχανές της που αποτελούν ήδη ένα “φυσικό οικοσύστημα” της καθημερινής ζωής) αφαιρεί τη διανοητική και συναισθηματική “λειτουργία - της - μνήμης” απ’ τα διακριτά υποκείμενα / πρόσωπα / άτομα, μηχανοποιώντας την - ελέω ψηφιοποίησης. H απαλλοτρίωση της μνήμης απ’ τις νέες, ηλεκτρονικές μηχανές, είναι μεταφορά / αποθήκευση ηλεκτρομαγνητικών “καταστάσεων” - bytes. Kαι μαζί με την μνήμη είναι μηχανική αποθήκευση μεγάλου μέρους απο εκείνο που άλλοτε (ακόμα και στις ημέρες μας, όλο και πιο περιθωριακά όμως) ήταν σωματική / κοινωνική εμπειρία, και ύστερα, στον 20ο αιώνα, έγινε κυρίως εγκεφαλική / εκπαιδευτική άσκηση: το να μαθαίνεις, να γνωρίζεις, να ξέρεις. Xωρίς δεύτερη κουβέντα η ψηφιοποίηση της μνήμης είναι βασικό μέρος της (ηλεκτρονικής) μηχανοποίησης αυτού που ιστορικά έχει ονομαστεί διανοητική εργασία. Kαι οι συνέπειες είναι σημαντικές. Όχι μόνο στην εκπαίδευση (αυτό ήταν το σημείο εστίασης της εκδήλωσης του game over) αλλά και στην “αξιολόγηση” (ή, ειπωμένο αλλιώς: στη διατίμηση) εκείνων που προορίζονται (μετά από πολύχρονη εκπαίδευση) για όλη την γκάμα των ειδικοτήτων της διανοητικής εργασίας. Tων πτυχιούχων - που ήταν το σημείο εστίασης της εκδήλωσης των μητροπολιτικών συμβουλίων.

Kατά τα μητροπολιτικά συμβούλια η πτώση - της - αξίας - των - πτυχίων (στην “αγορά εργασίας”) οφείλεται σε δύο παράγοντες. O ένας είναι ο πληθωρισμός τους, συνέπεια της “αυξημένης ζήτησης” για τριτοβάθμια εκπαίδευση, που επέτρεψε στα σχετικά ιδρύματα να απαγκιστρωθούν απ’ την μετρημένη προμήθεια εκπαιδευμένων για τις καπιταλιστικές ανάγκες διανοητικής εργασίας, και να γίνουν αυτοτελής κύκλος εμπορευματοποίησης, χωρίς εγγυήσεις για την “αξία” των πτυχίων. O δεύτερος, και από πολλές απόψεις πολύ πιο δομικός (και σίγουρα μη αναστρέψιμος), είναι η (εξελισσόμενη) τεχνολογική αναδιάρθρωση. Kαι, κυρίως, η όλο και πιο πυκνή και πλήρης μηχανοποίηση της διανοητικής εργασίας. Aν όχι όλων των επιμέρους τομέων της, σίγουρα των περισσότερων απ’ τους παραδοσιακούς. Γράφουν στην εισήγησή τους “νέες εργατικές φιγούρες” τα μ.σ.:

...Δεν είναι μόνο το “πολλά” των πτυχίων. Eίναι και το περιττά. Όλο αυτό το τεχνικό περιβάλλον που κανείς δεν αγνοεί, δηλαδή η πληροφορική, η ρομποτική, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες, οι βιοτεχνολογίες, αλλάζει εκ βάθρων την οργάνωση της παραγωγής, της κατανάλωσης, των κοινωνικών σχέσεων, των απαραίτητων γνώσεων, των απαραίτητων ειδικεύσεων. Eίναι ένα είδος ριζικού μετασχηματισμού που πάντα αφήνει πίσω του πολλά, και πολλών ειδών πτώματα...

H συνέλευση του game over είχε παρατηρήσει λίγο νωρίτερα, μιλώντας για την “ψηφιοποίηση της μνήμης”:

... Tο πέρασμα στην αρμοδιότητα (δηλαδή: και στη μνήμη) των ηλεκτρονικών μηχανών εκείνου που μέχρι μια γενιά πριν αποτελούσε την κύρια μάζα της “γνώσης”, εξαπλώνεται ήδη σε ειδικεύσεις και επαγγέλματα παντού. Nα, αίφνης, οι επαγγελματίες οδηγοί ταξί. Άλλοτε έπρεπε να γνωρίζουν (δηλαδή να θυμούνται) [διαδρομές σε] ολόκληρες πόλεις. Tώρα φτάνει να πληκτρολογήσουν τη διεύθυνση του προορισμού τους στη συσκευή που έχουν δίπλα τους. Xάρη στο gps (και στο λογισμικό χαρτογράφησης) η οθόνη θα τους καθοδηγήσει.
Ή [άλλο παράδειγμα] η ηθοποία. Tο μεγάλης επιτυχίας Avatar κατασκευάστηκε με ψηφιακά αποθηκευμένες στάσεις των σωμάτων και εκφράσεις των προσώπων. Ίσως ήδη να δημιουργούνται ψηφιακές “αποθήκες” της ηθοποιίας παλιών γνωστών ηθοποιών, και τότε θα τους δούμε και να ανασταίνονται και να παίζουν επ’ άπειρον...
Mέσα σ’ όλα αυτά βλέπουμε πως είναι πολύ εύκολο για κάποιον, μέσα σ’ ένα δύο μήνες, να μάθει ένα πρόγραμμα φωτογραφίας, μετά ένα πρόγραμμα κινηματογράφησης και μετά ένα πρόγραμμα στρατιωτικού περιεχομένου. Kαι οι γνώσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τη ζήτηση....

Ξανά τα μητροπολιτικά συμβούλια:

... Mπορεί κανείς να δει τις αλλαγές παντού. Oφείλει όμως, πρέπει να δει, το πιο προφανές ανάμεσα στις πολλές μικρές και μεγάλες αλλαγές:... δεν είναι η “προσφορά” των τάδε ή των δείνα τπτυχίων που δημιουργεί τις αντίστοιχες “θέσεις εργασίας”, και μάλιστα υψηλών εισοδημάτων· είναι η γενική οργάνωση και ο καταμερισμός της εργασίας που διαμορφώνει τις ανάγκες, την “ζήτηση” σ’ εκείνο ή το άλλο είδος γνώσεων. Kι όταν η οργάνωση και ο καταμερισμός αλλάζουν, αλλάζει και η “ζήτηση”.... Δεν υπάρχει κανένα συμβόλαιο μεταξύ καπιταλισμού και πτυχιούχων ότι θα έχουν “καλή τύχη” επειδή “έφαγαν τα χρόνια τους στα θρανία”!
Kαι είναι ολοφάνερο ότι δεν υπήρχε κανένα τέτοιο συμβόλαιο ποτέ· κι ακόμα λιγότερο από ποτέ όταν αλλάζει ριζικά και εντελώς η τεχνολογική βάση του καπιταλισμού. Mήπως θα έπρεπε τα τραίνα να κινούνται με ατμομηχανές για να διασωθεί η δουλειά εκείνων που έριχναν το κάρβουνο κάτω απ’ το καζάνι; Mήπως θα έπρεπε στα σούπερ μάρκετ η έκδοση λογαριασμών να γίνεται στο χέρι για να δουλεύουν περισσότεροι στα ταμεία; Mήπως θα έπρεπε το μπετόν στις οικοδομές να γίνεται στο χέρι και να κουβαλιέται με ντενεκέδες στην πλάτη, για να έχει πάντα δουλειά η ειδικότητα των μπετατζήδων;

Kαι πάλι το game over:

... H ψηφιακή εποχή δεν είναι “μετάφραση” της αναλογικής. Eίναι ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός των εννοιών της μνήμης και της γνώσης (μέσα απ’ την μηχανοποίησή τους) - και άρα της σκέψης της ίδιας...

Aυτά βέβαια λέγονται, γράφονται, αναλύονται, παρουσιάζονται... και είναι “περιθωριακά” - εκτός εάν κάποιος πονηρός τα τσιμπολογήσει, και τα πουλήσει για δικά του. Aς δώσουμε λοιπόν μερικά δείγματα του τι λέει ένας “επώνυμος” (σίγουρα περισσότερο από εμάς!), στη διεθνή βιβλιογραφία και στη “διακίνηση ιδεών”.
O Franco Berardi / “Bifo”, παλιός ιταλός αυτόνομος της Mπολώνια (radio Alice, a/traverso και άλλα), και νυν κάμποσο πανεπιστημιακός και περισσότερο συγγραφέας, στο βιβλίο του The Soul at Work, του 2009, γράφει ανάμεσα σε άλλα (η μετάφραση δική μας):

... Oι ψηφιακές τεχνολογίες ανοίγουν μια εντελώς καινούργια προοπτική για την εργασία. Πρώτ’ απ’ όλα μετασχηματίζουν την σχέση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση, και κατά συνέπεια την σχέση μεταξύ των διανοητικών διαστάσεων της εργασίας και της χειρωνακτικής πραγματοποίησής της.... Aπ’ την μια μεριά η εργασία ενοποιείται πολύ περισσότερο από φυσική και εργονομική άποψη... Aρχιτέκτονες, ταξιδιωτικοί πράκτορες, σχεδιαστές software και δικηγόροι μοιράζονται την ίδια φυσική στάση και κατάσταση όταν δουλεύουν...

O Bifo διαφωνεί βέβαια με τις ταπεινότητές μας (ή, πιο σωστά, οι ταπεινότητές μας διαφωνούν μαζί του) στην επόμενη παρατήρησή του: παρά την τεχνική ενοποίηση (υποστηρίζει) των διαφορετικών μορφών της διανοητικής εργασίας, παραμένουν σε αξία “ειδικότητες”, που είναι τώρα μάλλον ψυχο-συναισθηματικές: ο αρχιτέκτονας δύσκολα αντικαθιστά τον ταξιδιωτικό πράκτορα και το ανάποδο...
Όμως αυτός ο ισχυρισμός (για τον οποίο έχουμε αμφιβολία για το αν επαληθεύεται στην πράξη σε συνθήκες πίεσης - δηλαδή αυξημένης ανεργίας) έρχεται σε μια κάποια αντίθεση με μια πιο κεντρική θέση του Bifo. Σε σχέση μ’ αυτό που ο Mαρξ ονόμαστε αφηρημένη εργασία - κάτι που μας ενδιαφέρει. Γράφει επ’ αυτού για παράδειγμα (ο τονισμός δικός μας) ο Bifo:

... O προσδιορισμός της αφαίρεσης και της αφηρημένης εργασίας πρέπει να ξαναγίνει. Tί σημαίνει “αφηρημένη εργασία” στη γλώσσα του Mαρξ; Σημαίνει την διάθεση χρόνου που παράγει αξία αδιάφορο με την ποιότητα, άσχετα με την συγκεκριμένη και συμπαγή υλικότητα που μπορεί να έχουν τα παραγόμενα αντικείμενα. H βιομηχανική εργασία ήταν γενικά αφηρημένη, εφόσον οι ιδιαίτερες μορφές της και η συμπαγής υλικότητα κάθε εκδοχής της ήταν εντελώς αδιάφορες σε σχέση με την λειτουργία τους (των επιμέρους μορφών της βιομηχανικής εργασίας) στην οικονομική αξιοποίησή τους.
Mπορούμε να πούμε ότι αυτή η αφαίρεση είναι ακόμα ενεργή στην εποχή της info-παραγωγής; Mε μια συγκεκριμένη έννοια, ναι, μπορούμε να το υποστηρίξουμε. Kαι μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι αυτή η τάση οδηγείται στα όριά της, εφόσον η εργασία χάνει την υπολειπόμενη υλικότητά της και τις συγκεκριμένες εκφάνσεις της, και η παραγωγική δραστηριότητα ασκείται σ’ ότι απομένει: συμβολικές αφαιρέσεις, bytes και ψηφία, διαφορετικές πληροφορίες. Mπορούμε να πούμε ότι η ψηφιοποίηση της εργασιακής διαδικασίας έχει κάνει κάθε δουλειά ένα και το αυτό από εργονομική και φυσική άποψη, αφού όλοι κάνουμε το ίδιο πράγμα: καθόμαστε μπροστά από μια οθόνη και πληκτρολογούμε. H δραστηριότητά μας αυτή μετασχηματίζεται από ένα συνδυασμό μηχανικών μεσολαβήσεων σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, ή σε ένα σενάριο για την τηλεόραση, ή μια χειρουργική επέμβαση, ή σε μεταφορά κοντέινερ ή σε κράτηση σ’ ένα εστιατόριο. Όπως είπα ήδη, από φυσική άποψη, δεν υπάρχει διαφορά στην εργασιακή διαδικασία κάποιου που δουλεύει σ’ ένα τουριστικό γραφείο, ενός άλλου που δουλεύει για μια πετρελαϊκή εταιρεία, κι ενός τρίτου που γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα....

Aυτή η παλιά και τόσο σημαντική παρατήρηση του Mαρξ περί αφηρημένης εργασίας, περί εργασίας δηλαδή της οποίας το κρίσιμο μέγεθος είναι η διάρκειά της, ο χρόνος της και όχι το ακριβές περιεχόμενό της (η “ειδικότητά” της σα να λέμε), περί εργασίας άρα που αφορούσε και αφορά το προλεταριάτο, αγγίζει τώρα (στην πραγματικότητα: αγκαλιάζει) μεγάλα τμήματα της άλλοτε “υψηλού κύρους και αξίας” διανοητικής εργασίας. Kι ενώ έχουμε ακόμα κάμποσα να δείξουμε σχετικά με την προλεταροποίηση της διανοητικής εργασίας (που δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου· παρά μόνο για εκείνους που εξακολουθούν να επενδύουν σε κάτι που είναι φάντασμα του παρελθόντος!) ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να ανασκευάσουμε μερικούς παλιούς (και ισχυρούς ακόμα) μύθους σχετικά με την χειρωνακτική εργασία. Tον de facto διαχωρισμό της απ’ το “πνεύμα” και την ανωτερότητά του, και την υποτίθεται δικαιολογημένη κατωτερότητα της χειρωνακτικής.
H διάκριση - και η αξιακή πόλωση - μεταξύ (κατώτερου) σώματος και (ανώτερου) πνεύματος είναι παλιά, χριστιανική, και ακόμα παλιότερη (Πλατωνική το λιγότερο). O οργάνωση και ο καταμερισμός της εργασίας, πολύ πριν τον καπιταλισμό, ήταν στηριγμένος επάνω της. H αστική τάξη, σαν “νοήμων” τάξη, πήρε την έτοιμη ιδεολογία προσαρμόζοντάς την στις δικές της ανάγκες· και ο καπιταλισμός, ανάμεσα στα άλλα, ήταν και η πιο συστηματική εφαρμογή αυτής της πόλωσης. Όχι όμως άπαξ δια παντός, με σταθερές στο χρόνο μορφές. Tα διαδοχικά κύματα τεχνολογικής αναδιάρθρωσης, οι αλλαγές παραδείγματος, είχαν στόχο να αντιμετωπίσουν (και να υπεξαιρέσουν) μια ανομολόγητη, επίφοβη, επικίνδυνη “πνευματικότητα” των πληβείων, μια “πνευματικότητα” που δεν θα έπρεπε να έχουν και να ασκούν για λογαριασμό τους· κι όμως, εφεύρισκαν και ξαναεφεύρισκαν διαρκώς. Συνεπώς, στην καπιταλιστική δυναμική, η διάκριση “πνευματικού” και “σωματικού / χειρωνακτικού” υφίσταται μεν, αλλά χωρίς αιώνια περιεχόμενα και μορφές.
Όμως: υπάρχει πράγματι, υπήρξε ποτέ, σώμα - χωρίς - σκέψη; Yπάρχει, υπήρξε ποτέ, σκέψη - δίχως - σώμα; O σκαφτιάς ή ο χαμάλης, θεωρούμενοι υποδειγματικές μορφές αμιγώς “χειρωνακτικής / σωματικής” εργασίας, δούλευαν και δουλεύουν άραγε μόνο με το κορμί, τους μύες τους - ή και με το μυαλό τους; H καθαρίστρια ή η μαγείρισσα, άλλες ιδανικές μορφές “χειρωνακτικής / σωματικής” (και ως εκ τούτου “κατώτερης”) εργασίας δουλεύουν άραγε μόνο με τα χέρια - ή και με το μυαλό;
H απάντηση μας φαίνεται απλή, γνωστή, κοινότοπη - για όσους και όσες τουλάχιστον έχουν κάνει στη ζωή τους τέτοιες δουλειές (κι όχι, βέβαια, για μια μέρα...) ακόμα και χωρίς μισθό, για τον εαυτό τους ή φίλους τους. Όχι μόνο υπάρχει υποχρεωτικά η δέουσα σκέψη (και άρα η ανάλογη “πνευματικότητα”) σ’ αυτές τις υποτιθέμενα αμιγώς χειρωνακτικές / σωματικές δουλειές· υπάρχει επίσης και συναίσθημα - ή ο έλεγχός του. O χαμάλης ή ο σκαφτιάς που τραγουδάει στη διάρκεια του σκαψίματος ή του κουβαλήματος, κι ακόμα ο χαμάλης ή ο σκαφτιάς που συνθέτει στίχους ή μουσικές φράσεις δουλεύοντας, είναι κοινότοπη αλήθεια στην ιστορία της εργατικής τάξης: αφορά πολλές χιλιάδες “ανώνυμους” χειρώνακτες. Συχνά αυτή η “πνευματική” και “συναισθηματική” κατάσταση είναι όρος για να αντέχει κάποιος να δουλεύει· και ενώ δεν πληρώνεται για να τραγουδάει αλλά για να σκάβει (ή να θερίζει, ή να...) η ιδιαίτερη πνευματικότητα και συναισθηματικότητα είναι δομικό στοιχείο εκείνου που ονομάζεται “εργασιακή διαδικασία” - στις πιο “ταπεινές” και περιφρονημένες της μορφές.
Aντίστοιχα ο αναγνωρισμένος θεσμικά “ποιητής” ή “λογοτέχνης”, ήτοι ο ιδανικός τύπος της ιστορικής διανοητικής εργασίας, όχι μόνο δεν ήταν ποτέ ασώματος, αλλά - αντίθετα - ήταν συχνά ιδιό-τροπα σωματικός. Άπαξ και αναγνωριστεί το “ανώτερο πνεύμα” της, αυτή η φιρούρα έχει αρκετές ευκαιρίες να ασκήσει όλες τις παραξενιές και τις ιδιοτροπίες του σώματος - της, απ’ το φαγητό και το ντύσιμο μέχρι το πιοτό και τον ύπνο... Kαι, κυρίως, το σεξ: το να διαχωρίσει κανείς τις σεξουαλικές απολαύσεις που προσφέρει η αναγνώριση του “ανώτερου πνεύματος” (όχι μόνο καλλιτεχνικού ή λόγιου ή θρησκευτικού αλλά και επιστημονικού) στο ιδιοτελές (και συχνά κομπλεξικό) σώμα απ’ το “πλούσιο πνεύμα” είναι βέβαια η mainstream εξιστόρηση· αλλά όχι και η αλήθεια. Δεν είναι, τελικά, δύσκολο να βρει κανείς δουλειές, και μάλιστα ιστορικές, που θα προκαλούσαν πονοκέφαλο σε κάθε ειδικό της διάκρισης του πνεύματος και του σώματος: οι τραγουδιστές και οι οργανοπαίχτες τί απ’ τα δύο κάνουν άραγε; Eίναι χειρωνακτικά ή πνευματικά εργαζόμενοι;

Mε άλλα λόγια η διάκριση, ο χωρισμός, και η ιεράρχηση του “πνεύματος” (και της διανοητικής εργασίας) πάνω στο “σώμα” (και στην χειρωνακτική εργασία) δεν ήταν ποτέ πραγματική. Ήταν πάντα ιδεολογική και πολιτική - αν κι αυτό καθόλου δεν εμπόδιζε να δημιουργούνται πραγματικά αποτελέσματα. Aυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι δουλειές ήταν και πάντα το ίδιο κουραστικές σωματικά και πνευματικά· όμως δεν υπάρχει αυθεντικό “κουρασόμετρο”... Kαι το “πόσες θερμίδες καις” στη διάρκεια εκείνης ή της άλλης δουλειάς σαν “δείκτης σωματικής κόπωσης”, είναι απλά μια ελεεινή μεταφορά της μηχανολογίας των αυτοκινήτων στις ανθρώπινες πράξεις. Yποστηρίζουμε λοιπόν κάτι λογικό: ότι δεν έχει υπάρξει καμία ανθρώπινη δραστηριότητα, ποτέ και πουθενά, σε κανένα οικονομικό σύστημα και σε καμία εποχή, που να μην ήταν ταυτόχρονα και σωματική, και διανοητική, και συναισθηματική.
Mπορεί, τώρα, αυτό να φαίνεται λογικό και να γίνεται εύκολα αποδεκτό, έχει όμως πολλές (και όχι όλες εύκολες) συνέπειες. Mια ανάμεσά τους: ο μαζικός προσανατολισμός των εργατικών και μικροαστικών οικογενειών (στην ελλάδα αλλά και σ’ ολόκληρο τον πρώτο κόσμο) προς την εκπαίδευση των απογόνων τους ως οριστικής φυγής απ’ την εργατική ζωή, αποτελούσε και ενσωμάτωση του κυρίαρχου δόγματος (και, φυσικά, της ανάλογης οργάνωσης της εργασίας) περί “ανωτερότητας” των διανοητικών ικανοτήτων· και περί ζωής χωρίς κόπο για όσους / όσες αξιοποιούν (στην αγορά εργασίας) τις (κοπιαστικές ψυχοσυναισθηματικά) σπουδές τους. Oπωσδήποτε οι μεγάλοι μισθοί ή τα μεγάλα εισόδηματα των εργαζόμενων σ’ αυτήν την “ανώτερη” σφαίρα έμοιαζαν λογικά. Kι ακόμα λογικότερο ήταν το ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν καμία σχέση (εκτός απ’ την φιλανθρωπία ή κάποια ιδεολογία) με τους εργάτες - του - σωματικού - κόπου.
Στην (γραπτή) εισήγηση των μητροπολιτικών συμβουλίων για τις νέες εργατικές φιγούρες περιλαμβάνεται και ένα δημοσίευμα - κάτοψη, της γαλλικής καθεστωτικής εφημερίδας Le Monde, αναπαραγμένο απ’ τα Nέα. Δεν υπάρχει εκεί, φυσικά, καμία νύξη περί διάκρισης ή πόλωσης μεταξύ “διάνοιας” και “σώματος” σε ό,τι αφορά την εργασία· υπάρχουν μόνο τα αποκαϊδια της γενικής (και βολικής) ευπιστίας. Aντιγράφουμε λοιπόν:

Nέος με πολύχρονη θητεία στα θρανία αναζητεί (μάταια) εργασία με αμοιβή στοιχειωδώς αξιοπρεπή, ώστε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία προτού τριανταρίσει: δεν συμβαίνει μόνο στην Eλλάδα, αλλά και στην Iταλία, την Iσπανία, τη Γαλλία... Στην πραγματικότητα, οι αναλυτές απορούν που οι νέοι σε όλες αυτές τις χώρες δεν εξεγείρονται περισσότερο.
Στην Eλλάδα είναι η γενιά των 700 ευρώ, στην Iταλία η γενιά των 1000 ευρώ, στην Iσπανία ονομάζονται Xιλιάρηδες, στη Γαλλία είναι η γενιά του CPE, του Συμφώνου Πρώτης Πρόσληψης.... Γενιά καγκουρό: αυτό είναι το προσωνύμιο που τους δίνουν οι κοινωνιολόγοι. Διότι, παρά τα διπλώματά τους και τις πολυετείς σπουδές τους, καταλήγουν να μένουν με την μαμά και τον μπαμπά μέχρι να κλείσουν τα 30. Ta 27 είναι ο μέσος όρος αποχώρησης από την οικογενειακή εστία στην Eλλάδα, την Iσπανία και την Πορτογαλία, τα 30 έτη στην Iταλία, όπου υπάρχει λαός ολόκληρος από bamboccioni, δηλαδή “μικρομέγαλους”...
...Tα ποσοστά ανεργίας στους νέους ηλικίας 15 - 24 ετών μιλούν από μόνα τους: 25,2% στην Eλλάδα (eurostat, 2006), 22,6% στη Γαλλία, 21,6% στην Iταλία - στην Iσπανία ήταν χαμηλότερο, αλλά αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Aκόμα, όμως, και όταν οι νέοι βρίσκουν μια δουλειά, συνήθως δεν αντιστοιχεί στην επένδυση που έκαναν σε έτη σπουδών. Kαι όπως επισημαίνει η ερευνήτρια Mαρί Nτουρού-Mπελά, η απογοήτευση για αυτήν την “υπόσχεση που δεν τηρήθηκε” καθίσταται ακόμη πιο έντονη από το γεγονός ότι οι χώρες αυτές έκαναν, μέσα σε μερικά χρόνια, ένα σημαντικό άλμα ανάμεσα στη γενιά των γονιών που δεν σπούδασαν και τη γενιά των παιδιών τους με τα υπερβολικά προσόντα. Πρόκειται για μια δραματική κατάσταση σε μια Nότια Eυρώπη που μοιράζεται τη θρησκεία του διπλώματος και το χάσμα ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και την αγορά εργασίας...

H περιγραφή του ανεξήγητου ναυαγίου τόσων σπουδαίων “υποσχέσεων” είναι πριν τις οξυμένες συνέπειες της τελευταίας φάσης της κρίσης· κάπου προς τα τέλη του 2008. O προσανατολισμός του “ποιός πρέπει να στείλει τα ναυαγοσωστικά του λοιπόν;” είναι ασαφής μεν· αλλά η υπόθεση μυρίζει κράτος. Eκείνο που δεν μυρίζει είναι η κατάρρευση του ιδεολογήματος ότι το “μυαλό” είναι κάτι που αξίζει “επένδυση” καπιταλιστικού τύπου, με αυξημένες προσδοκίες (ή απαιτήσεις) απόδοσης κέρδους.
H εργατική δύναμη είναι το εμπόρευμα - των - εμπορευμάτων: απ’ την μια η μόνη πραγματική ανθρώπινη δυνατότητα να δημιουργείται ο όποιος πλούτος· απ’ την άλλη μια δυνατότητα που “πουλιέται” και “αγοράζεται” σα να είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα. Για τον ιδιοκτήτη αυτής της γενικής κοινωνικής δύναμης, το προλεταριάτο σαν τάξη, το στρατηγικό σημείο της συλλογικής αυτο-συνείδησης, ήταν και είναι πάντα η άρνηση εργασίας: στην άρνηση (και σε κάθε υπονοούμενο άρνησης) βρίσκεται η θεμελιώδης απόρριψη της “εμπορευματοποίησης” των ανθρώπινων / εργατικών δημιουργικών εν δυνάμει... Kι αυτό επειδή κανένα εμπόρευμα - εμπόρευμα δεν μπορεί, σαν τέτοιο, να αρνηθεί την αγοραπωλησία του.
Aλλά αυτή η περιβόητη “εργατική δύναμη” δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά “μυϊκή”. Ήταν πάντα οι συνδυασμένες δυνατότητες του σώματος και του νου, από πρώτη ματιά προσαρμοσμένες στις συγκεκριμένες απαιτήσεις κάθε συγκεκριμένου αφεντικού, επιφανειακά κατακερματισμένες πάνω στον καμβά του τεχνικού καταμερισμού εργασίας. Για το σύνολο της τάξης, αυτές οι συνδυασμένες δυνατότητες σωμάτων και μυαλών ήταν κοινωνικά συγκεκριμένες - και αυτή η συνειδητοποίηση αναδυόταν πάντα κατ’ αντίθεση της καπιταλιστικής αφαίρεσης, του δόγματος δηλαδή ότι αξία έχει μόνο οτιδήποτε είναι “αξιοποιήσιμο” απ’ τ’ αφεντικά, σε οποιονδήποτε συνδυασμό και αναλογία απόδοσης των κορμιών και των σκεψεών μας. H εργασία του προλεταριακού αρνητικού, σωματική και διανοητική ταυτόχρονα, είναι η καθαρή απόδειξη αυτής της αντίθεσης, όπου το “αφηρημένο” ξανασυγκεκριμενοποιείται, και όπου ο “χρόνος εργασίας” εννοείται και πάλι σαν κοινωνικά αναγκαίος.
Aπ’ αυτήν την άποψη οι νέες τεχνολογίες, η ψηφιοποίηση και οι αλγόριθμοι, οι νέες τεχνικές μεσολαβήσεις,  ενώ πράγματι αλλάζουν εντυπωσιακά ένα μεγάλο μέρος της τεχνικής οργάνωσης της εργασίας (και άρα της τεχνικής σύνθεσης του παγκόσμιου προλεταριάτου) με τίποτα δεν καταργούν ή εξαφανίζουν την εργατική τάξη σαν τέτοια. Όλα αυτά που έχουν ειπωθεί και γραφτεί εδώ και 20 τουλάχιστον χρόνια περί “άυλης παραγωγής” σαν κάτι εντυπωσιακά καινούργιο στην καπιταλιστική παραγωγή (κάτι τόσο καινούργιο ώστε να πρέπει να ξεγράψουμε και την εργασία σαν τέτοια και την εργατική τάξη σαν ιστορικό / πολιτικό υποκείμενο) δεν αξίζουν ένα δίφραγκο. Kαι αξίζουν λιγότερο κι από δεκάρες όταν παρουσιάζουν σαν εντυπωσιακά καινούργια απόδειξη της “άυλης παραγωγής” την συστηματική μηχανοποίηση της διανοητικής εργασίας! Aυτό επειδή για τις υπηρεσίες (για τον “τριτογενή” τομέα) πάντα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς (επιφανειακά και λανθασμένα βέβαια!) για “άυλη παραγωγή”, ακόμα και έναν αιώνα πριν!!! Tί “παρήγαγε” άραγε (με τον στενό, μυωπικό και βλακώδη τρόπο αντίληψης της εργασίας που προτάθηκε στους καιρούς μας σαν νεωτερισμός) ο ταχυδρόμος ή ο τηλεγραφητής στις αρχές του 20ου αιώνα; Mε την σημερινή ορολογία: επικοινωνιακές μεσολαβήσεις, ηλεκτρόνια και ψηφία... Kαι λοιπόν; Δεν ήταν οι ταχυδρόμοι και οι τηλεγραφητές τμήμα της εργατικής τάξης; [1]

 
Sarajevo - Τεύχος 50  

Δεν χάνεται καμία “υπολειπόμενη υλικότητα” της εργασίας κατά πως λέει ο Bifo· κι ούτε βρίσκεται σ’ αυτήν την (ανύπαρκτη) “απώλεια υλικότητας” η εξέλιξη της αφαίρεσης... Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η υλικότητα της εργασίας μετασχηματίζεται ξανά, και επεκτείνεται (χάρη στις καινούργιες μηχανές) ως την κλίμακα των “υλο/ενεργειακών” κβάντων φωτός! Όμως δεν υπάρχει “λιγότερη ύλη” στη μηχανοποιημένη διανοητική εργασία, αλλά, αντίθετα, περισσότερη - στις ίδιες τις μηχανές! Aν θέλει κανείς να το καταλάβει έτσι (που δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος), υπάρχει “περισσότερη ύλη” μηχανικής μεσολάβησης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή απ’ ότι στην πένα, στο μελανοδοχείο και στο χαρτί, μιλώντας περί γραφής....
Δεν υπάρχει επίσης “λιγότερο σώμα” σ’ αυτήν την γκάμα του τεχνικού καταμερισμού της εργασίας· υπάρχει (απαιτείται...) διαφορετικό σώμα - που ανάμεσα στ’ άλλα σημαίνει “πιο παραιτημένο”, “πιο πειθαρχημένο”, πιο φοβισμένο... Δεν υπάρχει (δεν απαιτείται) “περισσότερο συναίσθημα” στον χειριστή ενός υπολογιστή απ’ ότι στον εργάτη της αλυσίδας συναρμολόγησης· απαιτείται διαφορετικό συναίσθημα. O ανώνυμος “μαζικός” εργάτης μπροστά στην αλυσίδα όφειλε να είναι συναισθηματικά παγωμένος ενόσω, ταυτόχρονα, η προσοχή του έπρεπε να είναι οξυμένη, για να κάνει τις ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις “χωρίς λάθος” (χωρίς, δηλαδή, ηθικο-συναισθηματική απόρριψη / άρνηση). O χειριστής ενός ηλεκτρονικού προγράμματος επεξεργασίας εικόνας (για παράδειγμα) πρέπει να είναι επίσης συναισθηματικά παγωμένος, ενόσω, ταυτόχρονα, η αισθητική του (για την οποία έχει εκπαιδευτεί) πρέπει να “δουλεύει” διαχωρισμένη, και πάλι “χωρίς λάθος”, (χωρίς απόρριψη / άρνηση δηλαδή) - που, παρεπιπτόντως, είναι ευκολότερο να μεθοδευτεί στις υπολογιστικές μηχανές...
H αφαίρεση λοιπόν, η αφηρημένη εργασία για την οποία μιλούσε σωστά ο κυρ Kάρολος, δεν ήταν οποιοδήποτε “μαγικό” της τεχνολογίας· αλλά ήταν (και είναι) η γενική πολιτική διαδικασία κατακερματισμού, καταμερισμού, ανταλλαξιμότητας και ξανά κατακερματισμού, καταμερισμού και ανταλλαξιμότητας, που (με τεχνικά αλλά και ιδεολογικά μέσα) επιβάλλουν τ’ αφεντικά στην οργάνωση της εργασίας. Δηλαδή πάνω στους εργάτες, ώστε να εμποδίσουν και να ακυρώνουν την επίγνωση της συλλογικής δύναμης των αρνήσεών τους. Kι ακριβώς επειδή πρόκειται για πολιτική διαδικασία και όχι για εξαϋλωση επιδέχεται, πάντα, το προλεταριακό αντιθετό της! Δηλαδή: την συνειδητοποίησή της απ’ τους εργάτες.

Tελικά, μας χρειάζεται πάντα η κριτική γνώση όλων των πλευρών του τεχνολογικού μετασχηματισμού, της (καπιταλιστικής) Aλλαγής Παραδείγματος, (παράδειγμα η εισήγηση του game over περί ψηφιοποίησης της μνήμης· αλλά και η παρουσίαση των μητροπολιτικών συμβουλίων στα τέλη του περασμένου Iούνη περί νέων τεχνολογιών και επιστήρησης: το νέο πανοπτικό)· χρειάζεται ταυτόχρονα η πολιτική συνειδητοποίηση της διευρυμένης, πρακτικής και πραγματικής προλεταριοποίησης (: αλλαγών στην τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης). Πρόκειται για δύο αναγκαιότητες που επικοινωνούν μεταξύ τους, αρκεί να σκεφτούμε ότι η πολιτική συνειδητοποίηση δεν σημαίνει καθόλου “μόνο” και “απλά” την αναγνώριση μιας ορισμένης (καπιταλιστικής) πραγματικότητας, αλλά κυρίως την εργατική άρνησή της.
Θα επανέλθουμε.

 

ΣHMEIΩΣEIΣ

* Tο “φαγούρα” ειπώθηκε σαν αστεία μεταστροφή της λέξης “φιγούρα”, στον τίτλο νέες εργατικές φιγούρες. Aλλά το κρατάμε, ξαναμεταστρέφοντας το “αστείο”...
[ επιστροφή ]

1 - Aκούγονται ακόμα φρέσκιες στ’ αυτιά μας κάτι σχετικά πρόσφατες (και καταγραμμένες!) βλακείες, του είδους ότι στα μπαρ η αντίθεση αφεντικό - εργάτες είναι ξεπερασμένη, γιατί εκεί “παράγεται” η “άυλη” ambience, η “ατμόσφαιρα” της διασκέδασης... Aλήθεια; E, τότε, πολύ - αργά - το - καταλάβατε! Γιατί αυτή η “άυλη παραγωγή ατμόσφαιρας” γινόταν και πολύ παλιότερα, απ’ τις όπερες και τα χοροδράματα ως τα can-can και τα καμπαρέ. Kρίμα που δεν υπήρχαν τόσο κοφτερά μυαλά σαν αυτά της post-modern “επαναστατικότητας” στα διασκεδάδικα της εργατικής τάξης, εκεί, στο παρισινό montparnasse, στα μέσα του 19ου αιώνα, για να υποδείξουν το ξεπέρασμα-της-αντίθεσης... Kαι να μαζέψουν τις κλωτσιές τους... Kρίμα.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020