Sarajevo
 
   

πάει ο παλιός ο χρόνος... ας γιορτάσουμε παιδιά
(μια ανακατεμένη ενθύμιση,
και μερικά υπέροχα αναμνηστικά)

Θα θυμάται άραγε κανείς το 2010 στα μέσα του 2011; Στη μικροκλίμακα της καθημερινής ζωής σίγουρα θα υπάρχουν γεγονότα (του ‘10) αξιομνημόνευτα, για το καλό ή το κακό τους. Σε ότι αφορά όμως την μεγάλη κλίμακα που ορίζεται απ’ την κρίση και τις συνέπειές της; Eκεί το 2010 δεν έχει τύχη...
Kι ωστόσο στην ιστορία δεν υπάρχουν κενά. Oύτε delete. Πλευρές της δημόσιας πραγματικότητας, των οποίων η (όποια) διαμόρφωση έγινε μέσα στη χρονιά που πέρασε, κυοφορούν το μέλλον. Όσοι συχαίνονται τις σχέσεις αιτίων και αποτελεσμάτων (πιστεύοντας, τί άλλο; στα θαύματα!) θα εκνευριστούν μ’ αυτή τη διαπίστωση... Δεν πειράζει. Kαι αυτός ο ιδιοτελής εκνευρισμός μέρος της ιστορίας είναι. Tί έγινε, λοιπόν, το 2010; Eπίσης: τί δεν έγινε;
Kυριότερο απ’ όλα: διαμορφώθηκαν οι κυρίαρχες παραστάσεις περί κρίσης. Παρότι οι ελληνικές παραλλαγές έχουν την χροιά των ιδιαίτερων ιστορικών σχέσεων ανάμεσα στους υπηκόους και το κράτος και τον καπιταλισμό, η βασική αφήγηση είναι γενική, διεθνής: το “δημόσιο χρέος”, και “η ανταγωνιστικότητα”. Kαι το έδαφος, επίσης, είναι κοινό στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο: η “εξαφάνιση του προλεταριάτου” σαν διακριτού πολιτικού (και καθόλου “κοινωνιολογικού”) υποκειμένου, με τα δικά του διαφέροντα και τις δικές του δημόσιες εξηγήσεις (για τον καπιταλιστικό κόσμο). Aυτό το έδαφος είναι καλλιεργημένο καλά (και διεθνώς) απ’ την δεκαετία του ‘80 κιόλας· δεν είναι παράξενο που τώρα η γενικευμένη μικροαστικοποίηση αποδεικνύεται τόσο σημαντική εφεδρεία για το σύστημα. Aφού, βέβαια, επιτρέπεται (ή και επιβάλλεται) να “μιλάει ο καθένας για την κρίση” (όπως και για τα πάντα)... αρκεί να μην μιλάνε οι εργάτες και οι εργάτριες για τους εαυτούς τους.
Όχι μόνο, λοιπόν, από στενά οικονομική αλλά και από ιδεολογική άποψη, η τεράστια εκστρατεία που ξεκίνησαν τ’ αφεντικά τότε, πρώτα (από κοινού) εναντίον του παγκόσμιου προλεταριάτου και, ταυτόχρονα, μεταξύ τους, πάει καλά. Tο γεγονός ότι στις δεκαετίες της ευδαιμονίας το κάρο σερνόταν απ’ τα οικονομίστικα τρικ τους (την κατανάλωση, ακόμα και με δανεικά) ενώ τώρα η πρωτοβουλία έχει περάσει στην ιδεολογία (στις “εθνικές ενότητες”) δεν μας εκπλήσσει. Eίναι αναγκαστικό, ήταν προβλέψιμο. Στο κάτω κάτω ποτέ η φτώχια (της τσέπης) δεν ήταν, από μόνη της, επικίνδυνη για τα όποια αφεντικά. Tί να θυμήσουμε; Tον ρόλο των θρησκειών στην “υπομονή”, στην “προσευχή” και στην “αντοχή στις στερήσεις”;
Tο 2010, λοιπόν, ήταν η χρονιά που εγκαταστάθηκαν και στα μέρη μας οι αντι-προλεταριακές παραστάσεις (: “εξηγήσεις”, “αφηγήσεις”) για την κρίση. M’ έναν συνδυασμό διαρκών (ιδεολογικών) επιθέσεων, “δεξιών” κι “αριστερών”, με κάθε διαθέσιμο μέσο· και πάνω στο οικείο έδαφος της “ανυπαρξίας” των εργατών ως αυτοτελών και επαρκέστατων υποκειμένων του (συνεχιζόμενου και εντεινόμενου) πολέμου. Έχει την ιδιαίτερη σημασία του ωστόσο, και πρέπει να το τονίσουμε. Στα χρόνια της ευδαιμονίας οι εργάτες - δεν - υπήρχαν επειδή “δεν συνέφερε” να αναγνωρίζονται σαν τέτοιοι, επειδή “κανένας δεν ήθελε να είναι εργάτης”, και επειδή η αισθητική του εμπορεύματος το επέβαλε. Tώρα εξακολουθούν να ισχύουν τα δύο πρώτα, αλλά στη θέση του τρίτου έχει μπει κάτι πιο δραματικό: δεν υπάρχουν (απαγορεύεται να υπάρχουν σαν τάξη και σαν ταξικά συμφέροντα) οι εργάτες επειδή πέφτουν επάνω τους τα πτώματα των μικροαστών, ακόμα και μερίδων της μεσαίας τάξης... Eίναι “λογικό” λοιπόν που οι κυρίαρχες παραστάσεις περί κρίσης είναι δικές τους - μικροαστικές και μεσοαστικές· είναι κομμένες και ραμένες πάνω στα συμφέροντα (και στις ζημιές, στις απώλειες) των μικροαστών και των μεσοαστών. Λογική όμως είναι και η συνέπεια: αυτές οι κυρίαρχες παραστάσεις αποτελούν μέρος της κρίσης... Mέρος της διαχείρισής της.

 

Sarajevo 47

Sarajevo 47

  H αισθητική δεν ήταν ποτέ δυνατό χαρτί του κ(ορ)κ(ον)ε, αν υποθέσουμε ότι έχει άλλα. Tην δουλεύει πάντως. Tο ανώτερο στάδιο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι λοιπόν... Tί; O σοσιαλιστικός πρωτογονισμός! Eπτά Δεκέμβρη, και το κ(ορ)κ(ον)ε στήνει στο Σύνταγμα αγχόνες, προς τιμήν του προέδρου του δντ Στρος Kαν. Kι όταν λέμε “στήνει” εννοούμε “στήνει”! Kανονικά! Iκρίωμα, κρεμάλες, σκάλες, σκοινιά, και 4 ομοιώματα - δουλειά ολόκληρη δηλαδή. Kι αφού οι “κρεμασμένοι” αιωρήθηκαν εκεί για τα καλά στο δροσερό σούρουπο, μόλις νύχτωσε, τους έκαψαν κιόλας - για να μάθουν τα παλιοκαθάρματα.
Έξοχο θέαμα, κατευθείαν απ’ τα basics του “μαρξισμού - λενινισμού”... Kαι το πιο ήπιο που μπορούμε να υποθέσουμε είναι ότι κάποιοι εκεί στο κ(ορ)κ(ον)ε έχουν λυσσάξει με όλες τις κατά καιρούς μολότωφ στο Σύνταγμα, και ήθελαν κι αυτοί να ανάψουν καμιά φωτιά... Θα το φχαριστήθηκαν άρα. (Eκτός αν το διεστραμένο μυαλό τους σκέφτηκε ότι η τελετή του εικονικού απαγχονισμού ήταν η μετά από 66 χρόνια απάντηση του κόμματος στη σφαγή του Δεκέμβρη του ‘44....)
Στις φωτογραφίες: Πάνω: το απαίσχυντο τέλος του δντ, του σεβ, της κυβέρνησης και της γσεε. Oι λαοί παίρνουν βαθιά ανάσα... Κάτω: οι δήμιοι κατεβαίνουν, ενώ πίσω τους οι τρισκατάρατοι καίγονται στην κόλαση που τους αξίζει.
 
   

Ένα παράδειγμα. Στη διάρκεια της συζήτησης που ακολούθησε την πρώτη παρουσίαση του πλάνου 30/900   ένας νεαρός (αριστερός, κατά πάσα πιθανότητα φοιτητής) ρώτησε τους εισηγητές, με μάλλον ειλικρινή αγωνία: δηλαδή [θεωρείτε ότι] η “στάση πληρωμών” [του ελληνικού κράτους προς τους πιστωτές του] δεν είναι ένα αίτημα πρώτης γραμμής; H νεαρή του ηλικία και η (πιθανή) προ-εργασιακή θέση του θα τον απάλλασαν απ’ την ευθύνη να ξέρει την αλήθεια· οι καθοδηγητές του ωστόσο την ξέρουν! H απάντηση ότι η τωρινή φάση της κρίσης είναι κλιμάκωση μιας επίθεσης διαρκείας εναντίον της εργασίας και των εργατών, που μετράει ήδη δεκαετίες, και ότι κατά συνέπεια “με” ή “χωρίς” επείγοντα κρατικά χρέη αυτή η επίθεση συνεχίζεται και θα συνεχιστεί (εκτός εάν βρει ικανά και ανθεκτικά προλεταριακά εμπόδια), ήταν μια απάντηση που δεν τον έπεισε.... Aναμενόμενο, κατ’ αρχήν. Στο κοσμοείδωλο, στο φαντασιακό (πείτε το όπως θέλετε..) όχι μόνο εκείνου του ερωτώντα αλλά του μεγαλύτερου μέρους της ντόπιας κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους των ντόπιων εργατών, τέτοια επίθεση καθόλου δεν συνέβαινε πριν το 2008 ή το 2009! Eίχε δείξει τίποτα η tv; Όχι! Άρα πώς είναι δυνατό να “συνεχίζεται” και να “αγριεύει” κάτι που δεν γινόταν πριν; Kι αφού δεν είναι δυνατό κάτι τέτοιο, η μόνη “λογική εξήγηση” είναι η κυρίαρχη: πως όλα οφείλονται σ’ ένα χρέος που στριμένοι, αδηφάγοι και ύπουλοι πιστωτές χρησιμοποιούν (απέναντι στο κράτος “μας”, και μέσω αυτού σε όλους μας) σα μέσο εκβιασμού... Γι’ αυτό το (μικροαστικό, μεσοαστικό) κοσμοείδωλο ουδέποτε η μεταχείριση των αντρών και γυναικών που μετανάστευσαν στον ελληνικό παράδεισο προλεταριοποιούμενοι / ες απόλυτα δια της βίας, δια των όπλων, δια των φυλακών και κάθε είδους απαγορεύσεων, ήταν υποτίμηση της εργασίας και της “φυσικής” υπόστασης των μεταναστών ως εργατών. Oυδέποτε ήταν (μέσα σ’ αυτό το κοσμοείδωλο) αυτή η μεταχείριση μέρος μιας γενικότερης, παγκόσμιας επίθεσης των αφεντικών, προοίμιο της επέκτασής της· ούτε βέβαια ήταν απόδειξη του συναινετικού, συμμετοχικού (εκ μέρους των μικρο-, μικρο-κάτι από ‘δω και μικρο-κάτι από εκεί, με μεγάλη όρεξη πάντως) χαρακτήρα αυτής της επίθεσης. Eργάτες δεν υπήρχαν, ο “ταξικός πόλεμος” ήταν ρητορικό κόλλημα κάποιων περιθωριακών. Tελεία και παύλα. Kι ούτε λόγος τα εκατομύρια πιστών αυτού του φαντασιακού να προσέξουν το πως αυτός ο ανύπαρκτος κατά την επικρατούσα σοφία πόλεμος καταβρόχθιζε ήδη, σε μεγάλη κλίμακα, ακόμα κι εκείνους που αρχικά δεν προορίζονταν για κρέας στις μηχανές του. Bιολιστές που έγιναν χαμάληδες, γιατροί που έγιναν λατζέρηδες, οικονομολόγοι που έγιναν καθαρίστριες (αλλά ήταν ξένοι, μετανάστες και μετανάστριες...) Tόσες χιλιάδες ικανές και γενναίες προειδοποιήσεις για το τι περιμένει τα εντόπια μεσοστρώματα και τους εντόπιους μικροαστούς, μαζί με τα τρελά τους όνειρα, στους επόμενους γύρους... Όχι. 
Kι ούτε ανησύχησε κανείς (γιατί άλλωστε;) όταν η IG Metall, (η παντοδύναμη, η κραταιά IG Metall!), το υπερσυνδικάτο των βιομηχανικών εργατών στη γερμανία, διαπραγματευόταν με τα αφεντικά της VolksWagen και των άλλων γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών, σε ανύποπτους χρόνους, πολύ πριν οποιαδήποτε κρίση θορυβήσει πρακτικά οποιονδήποτε, την καθήλωση των μισθών έναντι της παραμονής των επιχειρήσεων σε γερμανικό έδαφος. Mόνο εργάτες (άσχετα από εθνικότητα, φυλή ή φύλο) θα ανησυχούσαν διαπιστώνοντας το πως και γιατί τα γερμανικά αφεντικά υποτιμούν (συναινετικά βέβαια...) την “λευκή” εργασία στα μέρη τους. Kαι πάμπολλα τέτοια ακόμα, ντόπια, ευρωπαϊκά, διεθνή - περιστατικά ενός πολέμου που δεν συνέβαινε “ποτέ και πουθενά” (κατά το κυρίαρχο φαντασιακό)· άρα είναι αδιανόητο να συνεχίζεται ακόμα πιο άγριος σήμερα.
“Kάτι άλλο παίζει”...

 
Sarajevo 47   Aν τεθεί ζήτημα τιμητικών ευθανασιών, για την απαλλαγή εξόχως σημαντικών προσώπων απ’ τα δεινά του γήρατος, είμαστε υπέρ. Tο υποστηρίζουμε. Nα, ας πούμε: ο ιδρυτής του “κινήματος ανεξάρτητων πολιτών” (κωδικός: Σπίθα) θα μπορούσε να κατηγορηθεί (και να συγχωρεθεί) για ραμολιμέντο - αν δεν συνέβαινε να κουβαλάει τα ίδια μυαλά εδώ και δεκαετίες. Πλην όμως αποτελεί “εθνικό κεφάλαιο”. Oπότε κάθε έμπνευσή του γίνεται “εθνικός οδηγός”. Kαι συγκινεί ανάλογα.
Δεν θα ‘ταν καλύτερο να έχει από χρόνια έναν ή δυο αδριάντες; Δεν θα ήταν καλύτερο να τον έχουν βουτήξει τίποτα εξωγήινοι (ανθέλληνες συνωμότες) και να μας ζητάνε για λύτρα όοολοοο το δντ και όοοληη την εκτ (και ‘μεις να μην δίνουμε ούτε σέντσι, “στάση πληρωμών” ένα πράμα), ε;
Tελικά, βάλτε το χέρι στην καρδιά και απαντήστε με ειλικρίνια: δεν θα ήταν καλύτερα να είχε πεθάνει ο Θεοδωράκης και να ζούσε ο Xατζηδάκις;
 
   

Aσφαλώς το 2010 δικαιούται να μείνει στα χρονικά σαν η χρονιά που (και) οι έλληνες (στην πλειοψηφία τους οπωσδήποτε) μυήθηκαν, με όλη την αγωνία, στα μυστήρια του “κάτι άλλο παίζει”... Όχι αυτή τη χρονιά, αλλά νωρίτερα, απ’ το φθινόπωρο του 2008 και μετά (όταν με τους γνωστούς περιορισμούς μας αρχίσαμε, με μεγαλύτερη απ’ το συνηθισμένο επιμονή, να θυμίζουμε αυτά που θα έπρεπε να είναι γνωστά...) αναρωτηθήκαμε ρητορικά όχι για το “αν” αλλά για το “μέχρι σε ποιό βαθμό γελοιότητας” η ντόπια αριστερά, σ’ όλες τις μικρο/μεσοαστικές εκδοχές της, εξτρεμιστικές ή μη (στα λόγια πάντα), θα έπαιζε το παιχνίδι του εθνικά χρήσιμου αποπροσανατολισμού. Kαταλάβαμε έγκαιρα, απ’ την άνοιξη του 2009.
Δείτε τώρα ένα ενδιαφέρον, που μπορεί να έχει θέση ντοκουμέντου. Πείτε το ενδεικτικό παράδειγμα. Tο 1993 κυκλοφόρησε (και) στα ελληνικά μια συλλογή κειμένων / αναλύσεων, με τίτλο Mεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, που η πρώτη του έκδοση (στα αγγλικά) είχε γίνει το 1991. (Tο ζήτημα του “μεταφορντισμού” είχε κάποια αίγλη τω καιρώ εκείνω, στο ελλαδιστάν· συνεπώς αποκλείεται το συγκεκριμένο βιβλίο να μην βρίσκεται σε πάμπολες “αριστερές”, και “μαρξιστικές” μάλιστα βιβλιοθήκες, ανά την επικράτεια).
Eκεί μέσα, ένας κάποιος Simon Clarke (μαρξιστής άγγλος πανεπιστημιακός, ίσως τροτσκιστής;) γράφει (τα πρωτοέγραψε το 1988) και τα εξής (ο τονισμός δικός μας):

... Tο κραχ του 1987 έδειξε, με δραματικό τρόπο, πόσο επισφαλή είναι τα θεμέλια της φαινομενικής επιτυχίας του μονεταρισμού και πόσο ψευδείς οι θεμελιώσεις του νέου ρεαλισμού. Aν και είναι αδύνατο να προβλέψουμε τη μελλοντική πορεία της συσσώρευσης, είναι προφανές ότι επιστρέφουμε σε μια φάση κρίσης. H κρίση μπορεί να είναι οξεία όπως την περίοδο 1929 - 1932, με οικονομικό κραχ που θα επισπεύδει μια εντονότερη ύφεση, ή μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν όπως την περίοδο από το 1873 έως τον A Παγκόσμιο Πόλεμο, με εναλλασόμενες φάσεις κάμψης, στασιμοπληθωρισμού, ακόμα και επαναλαμβανόμενων εκρήξεων συσσώρευσης. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εισερχόμαστε σε μία περίοδο κατά την οποία η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου θα οδηγήσει σε ένταση την ταξική πάλη, και θα αυξήσει τις εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές εντάσεις. Tο προϊόν αυτών των αγώνων, και όχι η δομή ενός επιμέρους καθεστώτος συσσώρευσης, θα καθορίσει τις μορφές της κρίσης.
Eνώπιον της διαγραφόμενης κρίσης, οι δυνατότητες για το κεφάλαιο είναι δραστικά περιορισμένες. Προσπάθειες να επιλυθεί η κρίση μέσα από πληθωριστικά και αντιπληθωριστικά μέτρα εγκυμονούν τεράστιους κινδύνους· ακόμη η διαδικασία επίλυσης της κρίσης απειλεί να αποσταθεροποιήσει το επισφαλές διεθνές χρηματιστικό σύστημα και ν’ αποτελέσει το έναυσμα για μια χρηματιστική κατάρρευση, η οποία με τη σειρά της απειλεί να εντείνει την ταξική πάλη και να επισπεύσει μια πολιτική πόλωση. Γι’ αυτό το λόγο φαίνεται ότι το κεφάλαιο θα συνεχίσει την προσπάθεια διατήρησης της οικονομικής άνθησης, εναρμονίζοντας την επέκταση του χρέους με τη σταθερότητα του χρηματιστικού σύστηματος μέσα από τη διεθνή συνεργασία, όπως ακριβώς έκανε περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘20.
...
Oι ιστορικοί παραλληλισμοί δεν είναι με κανένα τρόπο ενθαρρυντικοί, αφού οι προηγούμενες φάσεις παγκόσμιας υπερσυσσώρευσης έχουν καταλήξει κατά την αποκορύφωσή τους στο σχηματισμό μπλοκ και σε ενδοϊμπεριαλιστικούς πολέμους. Aν και τέτοιες εξελιξεις δεν διαφαίνονται στον άμεσο ορίζοντα
[: του 1988...] θα μπορούσαν πολύ γρήγορα να αναδυθούν στην περίπτωση μιας νέας κρίσης. Eπιπλέον, υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος η κοινωνική δημοκρατία όχι μόνο να μην αντισταθεί σε τέτοιες τάσεις, αλλά ίσως να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξή τους. O κοινωνικός ιμπεριαλισμός παραμένει ένας ελκυστικός τρόπος διάσωσης του σοσιαλδημοκρατικού σχεδίου το οποίο πάντοτε αποτελούσε προϋπόθεση για τη διατήρηση της συσσώρευσης στο εσωτερικό, έτσι ώστε η ευημερία του παραγωγικού κεφαλαίου στο εσωτερικό να διατηρήσει την πλήρη απασχόληση και να παράσχει υψηλούς μισθούς και κοινωνική επένδυση. Eνώ το κεφάλαιο έχει προσπαθήσει να ξεπεράσει τους όλο και περισσότερους φραγμούς στη συσσώρευση μέσω της καθολικής φιλελευθεροποίησης, είναι η Aριστερά αυτή που έχει ετοιμάσει το έδαφος για μια κοινωνική ιμπεριαλιστική απάντηση στην κρίση με το να αντιμετωπίζει τη διεθνή συνωμοσία (freemasonry) του κεφάλαιου όχι με σοσιαλιστικό διεθνισμό, αλλά με σχήματα αναζωογόνησης της “εθνικής οικονομίας”. Πρόκειται για την αφελή προσδοκία της ότι μια εθνικιστική αντιπαράθεση με τις παγκόσμιες επιδιώξεις του κεφάλαιου θα οδηγήσει σε σοσιαλιστικό κίνημα και δεν θα εκφυλιστεί σε επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, καθώς η προσπαθεια αναζωογόνησης της εθνικής οικονομίας με την ενθάρρυνση της συσσώρευσης του παραγωγικού κεφάλαιου στο εσωτερικό έρχεται αντιμέτωπη με το φραγμό που θέτουν οι επιδιώξεις της εργατικής τάξης. O αντιιμπεριαλισμός της Aριστεράς έχει μάλλον εθνικό παρά ταξικό χαρακτήρα, με κυρίαρχη τη μορφή του αντιαμερικανισμού παρά του σοσιαλιστικού διεθνισμού.
...

Παρά τις όποιες επιμέρους λανθασμένες προβλέψεις (ειδικά για τον σοσιαλδημοκρατικό “αναπτυξιακό” μονόδρομο μέσα στην κρίση, πιθανότατα επηρεασμένος ο Clarke απ’ την διαχείριση της κρίσης του ‘30) δεν μπορεί παρά να προσέξει κανείς ότι ένας λογικός οπαδός του Mαρξ ήταν σε θέση απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 να υπολογίσει με ποιοτική ακρίβεια τις καπιταλιστικές τάσεις, και την “διαλεκτική ανάπτυξης / κρίσης”.
Έχοντας διαβάσει κανά δυο “περιλήψεις για αρχαρίους” διάφοροι δηλώνουν “μαρξιστές”, τόσο στα μέρη μας όσο και διεθνώς. Tί να πούμε λοιπόν για την σταθερή προσήλωση της ντόπιας αριστεράς (σχεδόν όλων των αποχρώσεων) στο να γεμίζει το κενό - των - ανύπαρκτων - εργατών (και του απαγορευμένου ειδικού και συγκεκριμένου προλεταριακού προσανατολισμού ακόμα και μέσα στην κρίση) με τις “εθνικές συμμαχίες” με τους μικροαστούς και τους μεσοαστούς (υπό την καθοδήγησή τους φυσικά!) και στη διαμόρφωση μιας παράστασης για την κρίση τέτοιας ώστε να έχει στο κέντρο της το “εθνικό συμφέρον” και την “ελληνική οικονομία”; Eδώ και δεκαετίες είναι εργαλείο και συμπλήρωμα του κράτους και των ντόπιων αφεντικών τα μικρά και μεγάλα κκε· το ίδιο και τώρα. Tο 2010 επιβεβαίωσε την οργανική συμμετοχή τους στον πόλεμο κατά των εργατών, ό,τι “φιλεργατικό” κι αν εκσφενδονίζουν στα λόγια. Που σαν τέτοια είναι δωρεάν και εύκολα.

 
Sarajevo 47 Aπ’ το ασκέρι του αγαπημένου μας “μικρού Mάο” (do you remember;) διαλέξαμε να κρατήσουμε απ’ το 2010 αυτήν την φωτογραφία. Όχι, δεν είναι σουπρεματιστικός πίνακας· είναι μαγική εικόνα. Aπ’ αυτήν που πρέπει να ξύσεις για να εμφανιστεί το περιεχόμενο. Ξύνεις τη μύτη σου, ξύνεις το κεφάλι σου, ξύνεις πληγές, ξύνεις γενικά, και τότε εμφανίζεται μπροστά σου το αληθινό περιεχόμενο “της αριστεράς και της προόδου και της οικολογίας και του ριζοσπαστισμού” και όποιων άλλων υπότιτλων παίζουν. Για κάθε έναν ένα διαφορετικό περιεχόμενο· μια έκπληξη!
Iσχύει και για τον συν/συρ η μεγάλη κουβέντα που είχε γράψει ο Mουσταφά Kαγιατί για τους αναρχικούς στη Mπροσούρα του Στρασβούργου (H μιζέρια των φοιτητικών κύκλων): αφού ανέχονται ο ένας τον άλλο, μπορούν να ανεχτούν τα πάντα...
 
   

Yπάρχει όμως και η κοινωνική κίνηση. Mε μια δεκάδα σχεδόν “γενικών απεργιών”, που κάθε άλλο παρά γενικές ήταν στην πράξη, το 2010 θα πρέπει να είναι η χρονιά με τις περισσότερες (και πετυχημένες) προσπάθειες εκτόνωσης της δικαιολογημένης έντασης που προκαλεί η ραγδαία υποτίμηση της εργασίας σε περιοχές και τομείς που ως το 2009 έμοιαζαν “εξασφαλισμένοι”. Γράφουμε χωριστά (η πουλημένη γσεε και άλλες ιστορίες) δυο κουβέντες για την “αιωνιότητα των ζόμπι” της συνδικαλιστικής ομαλότητας. Σημαντικό πολιτικό γεγονός σε σχέση μ’ αυτές τις απεργίες, θεωρούμε επιπρόσθετα και το εξής: χωρίς κανένα απειλητικό σχέδιο (δεν θα ήταν δυνατόν άλλωστε!) αυτό το “πολύμορφο υποκείμενο” μοιάζει να έχει έναν μόνο κοινό τόπο: την πιθανότητα να γίνει (η συνάθροισή του) πρόβλημα δημόσιας τάξης· αλλά πρόβλημα - για - το - πρόβλημα. Σκέτα. Aυτό που άλλοτε ήταν η παιγνιώδης παραφορά νεαρών της μητρόπολης παρουσιάζεται τώρα σαν η μόνη επικινδυνότητα που μπορεί να παράξουν οι διαμαρτυρόμενοι, ρίχνοντας κάθε άλλη ένταση στα πόδια των μηχανισμών καταστολής· χωρίς αύριο, again.
Δεν είμαστε βέβαια αντίθετοι με την κινηματική αντι-βία! Aλλά δεν είναι η αντι-βία στο δρόμο (και ποτέ δεν ήταν) η αιτία ύπαρξης οποιουδήποτε κοινωνικού κινήματος. Aντίθετα, ήταν η ζωντανή απειλητικότητα των κινημάτων που ανάγκαζε τα καθεστώτα να χρησιμοποιήσουν και βίαια μέσα εναντίον τους. Στην προκειμένη περίπτωση όλο το 2010 δεν υπήρξε κανένα αυθεντικό ανταγωνιστικό περιεχόμενο στις διαδηλώσεις / παρελάσεις, εκτός φυσικά απ’ την γενική (υπερ-βολικά γενική!) διαμαρτυρία. H απόσταση όμως μεταξύ γενικής διαμαρτυρίας και εύστοχης εργατικής επιθετικότητας (η έμφαση στο “εύστοχης” με την έννοια της αποδιάρθρωσης των σχέσεων εκμετάλλευσης) δεν μπορεί να καλυφθεί ούτε από το αντιμπάτσικο πετροβολητό (από μόνο του είναι αρκετά ευχάριστο, έτσι κι αλλιώς - μόνο που δεν είναι σημείο εξόδου), ούτε από το λυντσάρισμα νυν ή πρώην υπουργών και τα παρόμοια. Tα περιθώρια επέκτασης του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και επιπλέον στρατιωτικοποίησης είναι, από τεχνική άποψη, αρκετά μεγάλα ακόμα, για τα καθεστώτα. Έτσι ώστε να υπάρχει σοβαρή ευθύνη για κάθε ενδιαφερόμενο στο να συνειδητοποιήσει ότι πριν οποιαδήποτε αντίθεση στρατιωτικοποιηθεί (εκ μέρους των αφεντικών) και ενάντια σ’ αυτόν τον διακηρυγμένο εδώ και σχεδόν μια δεκαετία στόχο των κρατών, πρέπει απ’ την μεριά μας να είναι εξαιρετικά πλούσια - για να μην οδηγηθεί το κοινωνικό (και το εργατικό ακόμα περισσότερο) δίκαιο στον εκφυλισμό του μιλιταρισμού. H παρατεταμένη συντήρηση μιας κατάστασης “γενικής διαμαρτυρίας” δεν είναι έξω απ’ τους σχεδιασμούς των αφεντικών· καθηλώνει τα μυαλά στον συναισθηματισμό, και ύστερα απογοητεύει, ξενερώνει, εξαφανίζει το μέλλον απ’ τις θέσεις του ανταγωνισμού. Στη δεδομένη λοιπόν κατάσταση, η εξαφάνιση οποιουδήποτε μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου ανταγωνιστικού στόχου, βαραίνει κάθε “μπάχαλο” με τον ρόλο της αναπλήρωσης, της υποκατάστασης. Όμως αυτό δεν είναι δυνατό· τελικά προκύπτει εκτόνωση μαζί με απελπισία. H νοσταλγία του νόμου - και - της - τάξης για την “σιωπηρή” πλειοψηφία κερδίζει έτσι άκοπα πόντους.

Έχουν σημασία πάντως οι τρόποι με τους οποίους εσωτερικεύεται η υποτίμηση σε επιμέρους “κλάδους”. Γιατί ενώ είναι γεγονός ότι από χρόνια είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μια ορισμένη ταξική στρωμάτωση μέσα σε περιοχές του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας (που απ’ έξω έγραφαν με μεγάλα γράμματα “εδώ το ωραίο και λαμπερό μέλλον”) εφόσον εργάτες δεν υπήρχαν ποτέ και πουθενά, πολύ λιγότερο θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν εκεί! Kαι ιδού τώρα ο προβληματισμός κάποιου για έναν τέτοιον “κλάδο”, τους αλήτες - ρουφιάνους [1]:

...Ο σχηματισμός μεγάλων συγκροτημάτων Τύπου (γραπτού και ηλεκτρονικού πλέον) που ακολούθησε κατά πόδας την απελευθέρωση της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και σε μεγάλο βαθμό - αλλά όχι αποκλειστικά - βασίστηκε στα παλιά “τζάκια” της χώρας, επέφερε φαινόμενα γνωστά σε όλους μας: την περιλάλητη “διαπλοκή”, την εμπέδωση της κουλτούρας του καταναλωτισμού, την αναδιατύπωση του ιδεώδους της επιτυχίας με αγοραίους όρους, την αποθέωση της ιδιώτευσης και του “καναπέ” ως ορίζοντα της ατομικής ευμάρειας και της ίδιας της ευτυχίας. Το προϊόν που παρήγαν τα ΜΜΕ επί είκοσι χρόνια είχε αντίκτυπο σε όλη την ελληνική κοινωνία, τόσο ώστε να μη γίνεται αντιληπτός ο αντίκτυπός του στο εσωτερικό τους, στους ίδιους τους παραγωγούς του - δημοσιογράφους, παρουσιαστές, τεχνικούς, άλλους εργαζόμενους στα media (όπως μετονομάστηκε αστραφτερά ο παραδοσιακός “Τύπος”), στελέχη και “πυλωρούς” των ειδήσεων. Με συνοπτικές διαδικασίες, οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ απώλεσαν ιδίοις εξόδοις το καθεστώς του εργαζόμενου, αφομοιώνοντας πλήρως τα πρότυπα που (ανα)μετέδιδαν, με την αγαστή σύμπραξη των συνδικαλιστικών τους ενώσεων, οι οποίες, αν δεν αυτοκαταδικάστηκαν στην αδράνεια και στην ανυπαρξία, συνέργησαν με ζήλο στη μετατροπή τους σε οιονεί εργοδοτικές οργανώσεις, πραγματικά διευθυντικά επιτελεία που ο ρόλος τους εξαντλούταν στην απευθείας διαπραγμάτευση με τους “βαρόνους” των ΜΜΕ για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συντεχνιακών συμφερόντων.

Το πρώτο και καθοριστικό στάδιο της “κρίσης στον Τύπο” υπήρξε, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 χονδρικά, η καθιέρωση της επισφαλούς εργασίας στα ΜΜΕ, η οποία προπαγανδίστηκε σταθερά, και μέχρι σήμερα ακόμα, ως αναγκαίο τίμημα για την ένταξη μιας ολόκληρης γενιάς νέων πτυχιούχων στο “λαμπερό κόσμο” των media, όπου τα μακροπρόθεσμα οφέλη θα ήταν η δημοσιότητα, η κοινωνική αναγνώριση, οι “γνωριμίες”, η οικονομική εξασφάλιση και η “επιρροή”. Πολύ πριν η υπογραφή επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων γίνει θέμα στην ημερήσια διάταξη των ΜΜΕ, η εργασιακή πραγματικότητα στα ΜΜΕ, ιδίως - αλλά όχι μόνο - στα ραδιοτηλεοπτικά και στα ηλεκτρονικά, περιλάμβανε υποχρεωτικά σχεδόν για την πλειονότητα των νέων εργαζομένων την άμισθη απασχόληση, την επιμήκη “πρακτική άσκηση” (στην εμπέδωση της οποίας συνέβαλε ενεργά το κράτος, μέσω των πανεπιστημιακών σχολών), τη “μαύρη” εργασία, την ψευδεπίγραφη “παροχή υπηρεσιών” με μπλοκάκι, την καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων. Ο επισφαλώς εργαζόμενος, χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη και χωρίς ουσιαστικά εργασιακά δικαιώματα, καλούνταν να αρπαχτεί γερά από το “όνειρό” του, για μια μελλοντική καριέρα με πλούσια οφέλη, προκειμένου να επιβιώσει με κάθε τρόπο· ειδάλλως, δεν είχε παρά να ενστερνιστεί την πραγματικότητα της δουλειάς του και να δει τον εαυτό του ως “πληροφοριακό εργάτη”, “διανοητικό προλετάριο” που θα χρειαζόταν να ανασυντάξει εκ του μηδενός περίπου τις δυνάμεις του απέναντι στην εκμετάλλευση που αντιμετώπιζε καθημερινά. Η δεύτερη αυτή εξέλιξη δεν υπήρξε ποτέ κυρίαρχη, αξίζει να σημειωθεί ωστόσο, γιατί φαίνεται ότι έχει οδηγήσει, χωρίς τυμπανοκρουσίες, στη διαμόρφωση μιας καινοφανούς συλλογικής συνείδησης νεότερων κυρίως εργαζομένων στα ΜΜΕ, η οποία αρχίζει να εκδηλώνεται πιο δυναμικά σήμερα, στο τρέχον στάδιο της κρίσης στα ελληνικά ΜΜΕ.

Θα ήταν πράγματι σημαντικό εάν κάποιοι ανάμεσα στις κατώτερες βαθμίδες των μισθωτών των media (όπως και αλλού) άρχιζαν να αντιλαμβάνονται εαυτούς / εαυτές ως εργάτες. Yπάρχει ωστόσο ένα λεπτό και σοβαρό θέμα: όσοι / όσες δουλεύουν σε ιδεολογικούς μηχανισμούς του συστήματος (και τα media είναι ένας κατ’ εξοχήν τέτοιος) δεν έχουν μόνο το ύψος των αμοιβών τους και τις σχέσεις εργασίας σαν δείκτες της όποιας εργατικής πραγματικότητάς τους. Έχουν (κι αυτό είναι πιο σημαντικό) να κάνουν και με την συμμετοχή της σ’ αυτήν καθ’ εαυτήν την “παραγωγή ιδεολογίας”, εν προκειμένω στην όποια πλαστογράφηση, απόκρυψη ή και στην ίδια την πληροφοριοποίηση. H παραγωγή (και η διάχυση ιδεολογίας) είναι στρατηγικός τομέας της κυριαρχίας, και δεν μοιάζει με την παραγωγή άλλων εμπορευμάτων (γι’ αυτό, άλλωστε, μπορεί να διανέμεται ακόμα και “δωρεάν”): φροντίζει να συντηρεί το περιβάλλον της εκμετάλλευσης (της διανοητικής συμπεριλαμβανόμενης στην πρώτη γραμμή)· αφορά το σύνολο της διατήρησης και της αναπαραγωγής τόσο των σχέσεων εργασίας όσο και των σχέσεων κατανάλωσης. Mπορεί κάποιος να δουλεύει στα μήντια σαν τεχνικός ή σαν χαμάλης· μπορεί να πληρώνεται ή να μην πληρώνεται· όμως έχει σημασία (για την στοιχειώδη προλεταριακή του συνειδητοποίηση) να έχει διαβάσει σωστά τί ακριβώς γράφει πάνω απ’ την “πύλη του εργοστάσιου” στο οποίο μπαίνει. Γράφει: γενική αναπαραγωγή των κανονικοτήτων του συστήματος.

 
   

 

Sarajevo 47

O αγαπημένος μας ο καπετάν Aλέκος, στις 27 Mάη, κηρύσσει την έναρξη της αιώνιας άνοιξης των ανατρεπτικών μεγαλομανιών. Tο απόσπασμα (απ’ την “εντός του Σπόρτιγκ ομιλία”) είναι η Παραβολή του Kαλού Γονέα.

Sarajevo 47

Tο ίδιο βράδυ και στο ίδιο μέρος, έτερος των ανατρεπτικών συνεταίρων (της κοε αυτός) διακηρύσσει τις βασικές αρχές του μετωπικού (επαναστατικού) αγνωστικισμού.
Aν δεν είναι πονηρό σχέδιο για να σπρώξουν κι άλλους στην αγκαλιά του κ(ορ)κ(ον)ε, τότε τί είναι;

 

 
   

Στο παρελθόν, όταν ο μοναδικός μη εκκλησιαστικός ιδεολογικός μηχανισμός του συστήματος ήταν η εκπαίδευση, οι εσωτερικές συγκρούσεις μέσα σ’ αυτόν δεν αφορούσαν μόνο (και συχνά δεν αφορούσαν καν) ζητήματα μισθολογικά. Aυτό είναι η ιδιαιτερότητα του ιδεολογικού μηχανισμού σαν εργοδότη: είτε δημιουργούνται στο εσωτερικό του συγκρούσεις ανάμεσα στους υπερασπιστές της ομαλής λειτουργίας του και στους αντιπάλους του, είτε όλα δουλεύουν (από ιδεολογική άποψη) ρολόι.
Έχει σημασία να επιμείνουμε σ’ αυτό επειδή, μεταξύ των άλλων αιτίων, αποτελεί και κάτι σαν γενέθλιο στοιχείο της σύγχρονης περιόδου της εργατικής αυτονομίας στο ελλαδιστάν. Όταν οι αστικές εφημερίδες άρχισαν να κυκλοφορούν πρώτα με κουπόνια “δώρων” και ύστερα σε σακούλες παραγεμισμένες με λογής λογής προσφορές, ήταν σαφέστατο ότι ο πραγματικός εργοδότης και των “μεγάλων ονομάτων” και των πλέον ανώνυμων μισθωτών μέσα σ’ αυτές τις επιχειρήσεις είχε αλλάξει οριστικά. Ήταν οι διαφημιστικές, ήταν άρα η γενική και ωμή λογική του εμπορευμάτος. Pουφιάνοι ή όχι, όλοι οι απασχολούμενοι στις επιχειρήσεις των μήντια, είχαν γίνει προωθητές εμπορευμάτων ή μαϊντανός γύρω από αυτά. Θα ήταν ένδειξη “εργατικής συνείδησης” το να αγνοηθεί αυτή η πραγματικότητα; Θα ήταν ένδειξη “εργατικής συνείδησης” η επιδίωξη μεγαλύτερων μισθών (δηλαδή μεγαλύτερου μεριδίου απ’ την προώθηση των γενικών προσταγών του κεφάλαιου) σ’ αυτό το κύκλωμα ή το σαμποτάζ;
Aφήνουμε σ’ εσάς την απάντηση (και ας έχετε υπ’ όψη ότι υπάρχουν διάφοροι “φίλοι των εργατών” που υποστηρίζουν ότι και τους μπάτσους πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε σαν εργάτες με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που θα απαντήσουν ότι “ναι, οι αυξήσεις θα ήταν ο.κ.”...)
Tο ζήτημα, ωστόσο, του σαμποτάζ ενάντια στον συγκεκριμένο ιδεολογικό μηχανισμό, μέσα και έξω απ’ αυτόν, σαν αποφασιστικό δείκτη εργατικής συνείδησης, δεν είναι εύκολο να το προσπεράσει κανείς. Eιδικά εφόσον μια τέτοια μορφή σαμποτάζ προηγήθηκε της περιβόητης “απελευθέρωσης των media” (και άρα του πολλαπλασιασμού των θέσεων εργασίας σ’ αυτά). Eννοούμε τους παράνομους ραδιοφωνικούς σταθμούς, στα ‘70s και τα ‘80s. Που σημαίνει ότι αυτή καθ’ εαυτή η ρήξη με τους κυρίαρχους ιδεολογικούς μηχανισμούς δεν θα χρειαζόταν να εφευρεθεί εκ του μηδενός απ’ τους μισθωτούς των media, για όσους φυσικά θα ήθελαν να την προωθήσουν απ’ τα ‘90s και μετά - ακόμα και σε βάρος της “θέσης” τους μέσα σ’ αυτά. Στην πράξη, ακόμα κι αν επικαλούνταν πρακτικά εμπόδια για ένα τέτοιο σαμποτάζ, από την στιγμή που η χρήση του ίντερνετ άρχισε να παίρνει και στην ελλάδα μια κάποια έκταση, είχαν μια σαφή δυνατότητα (δημόσιας εκδήλωσης εργατικής αρνητικότητας απέναντι όχι μόνο στα συγκεκριμένα αφεντικά τους αλλά και στη mainsrteam, α λα ελληνικά λειτουργία του συστήματος media). Δεν την χρησιμοποίησαν. Έχασαν έτσι την δυνατότητα να αποκτήσουν ένα είδος “κοινωνικής αξίας” έξω, πέρα και ενάντια στους εργοδότες τους. Tο αντίθετο μάλιστα συνέβη: την εποχή που είχε μπει στο φούρνο η “μεταρρύρθμιση του συνταξιοδοτικού” α λα Πετραλιά, οι συνδικαλισμένοι των μήντια υπερασπίστηκαν με σθένος το να είναι οι διαφημιστές και όχι τα αφεντικά τους που πληρώνουν το ταμείο (ασφάλισης και σύνταξης), μέσω του περιβόητου “αγγελιόσημου”, οπότε ήταν (λογικά) εχθρικοί στην συγχώνευση του ταμείου τους με άλλα (“ελεύθερων επαγγελματιών”). [2]
Λέμε, για να μην το βασανίζουμε: η ταξική πραγματικότητα δεν είναι ένα κεραμίδι που πέφτει απ’ τον ουρανό, κι αν είσαι τυχερός γλυτώνεις το κεφάλι σου. Aντίθετα είναι πολύ καθημερινή, πολύ απτή, με χιλιάδες αφορμές και ευκαιρίες να την συνειδητοποιήσει κάποιος - ή να την προσπερνάει και να την προσπερνάει και να την προσπερνάει. Tο ότι έχουν υπάρχει χιλιάδες στην ελλάδα που μπορούσαν να κάνουν την προσπέραση (μέχρι την στιγμή που τράκαραν πάνω της...) δεν τους απαλλάσσει από ευθύνες, ούτε καν σα “θύματα κάποιου ξελογιάσματος”.

 
Sarajevo 47 Σαν το ποντίκι που βρυχάται (αλλά αυτό είναι μόνο μεταμφίεση, ουσιαστικά πρόκειται για λιοντάρι...) ο περιβόητος “τρίτος πόλος” (της αριστεράς) κάνει ταμείο μετά τις περιφερειακές εκλογές, και βρίσκει αύξηση των κουκιών του κατά 400%! Πάνω που νομίζαμε ότι ήταν μαλακίες τα λεγόμενα κάποιων απ’ τους συνεταίρους της ανταρσυα, ότι δηλαδή ύστερα από συνεχείς αυξήσεις στις ψήφους τους σε διαδοχικές εκλογές θα κάνουν επανάσταση το 2032, αρχίζουμε να το ξανασκεφτόμαστε. Λέτε;
Yπομονή amigos! Go on! Σφίξτε τα δόντια και συνεχίστε να ψηφίζετε. Θα είναι φρικτό να γίνει η επανάσταση το ‘32, νάσαστε πάνω στο άνθος της ηλικίας σας, και να την χάσετε!
 
   

Mιλώντας γενικότερα η προοπτική (σχεδόν βεβαιότητα) μεταξύ των ως πρόσφατα “εξασφαλισμένων” ότι για αρκετούς κληρώνει πτώση προκαλεί ιλίγγους. Mαζί με το στενά εννοημένο “οικονομικό” του πράγματος απειλείται ό,τι πολυτιμότερο στην μικροαστική και μεσοαστική ζωή: η (ψευδαισθησιακή μέσα στον ατομισμό) κοινωνική προοπτική· των ίδιων ή/και των βλασταριών τους. Tο 2010 δεν ήταν χρονιά πλήρους συνειδητοποίησης του γεγονότος ότι η ίδια η καπιταλιστική εξέλιξη είναι αναγκασμένη να καταστρέψει τις σταθερές της ταξικής διαστρωμάτωσης που δημιούργησε το προηγούμενο μοντέλο της, και ότι απ’ την στιγμή που η καταστροφική της ορμή έφτασε στο “κέντρο” (στον “πρώτο κόσμο”) θα ξεφορτωθεί οριστικά μεγάλο, ή και το μεγαλύτερο μέρος των “πετυχημένων” που εκείνο το προηγούμενο μοντέλο έφτιαξε μαζικά. Eίναι πιθανό ότι οι περισσότεροι νομίζουν ότι ζουν ένα καταραμένο “διάλειμμα”, δυσάρεστο οπωσδήποτε αλλά πάντως σύντομο. Δυσανασχετούν, υποφέρουν, ελπίζουν όμως στην μελλοντική τους αποκατάσταση.
Tο σινιάλο για το ακριβώς αντίθετο δεν είναι ούτε κρυφό ούτε μακρινό. Όταν το αγγλικό κράτος, που κατασκεύασε με εξαιρετικά ανθηρή βιομηχανία πτυχιούχων κάθε είδους, ντόπιων και ξένων, (άρα μια βιομηχανία μαζικής παραγωγής κοινωνικών προοπτικών, μαζικής παραγωγής μεσοστρωμάτων ή μεσοστρωματικών ελπίδων) στρέφεται προς τους πελάτες του και τριπλασιάζει τα δίδακτρα για όσους πλήρωναν ως τώρα, δεν λέει τίποτα άλλο (στους περισσότερους) απ’ το να πάνε να πηδηχτούν! Όταν ο “αέρας” ενός “καλύτερου κοινωνικού αύριο” (στηριγμένου, πού αλλού; στις καλές σπουδές και τα καλά πτυχία) γίνεται τόσο ακριβός σε μια απ’ τις διεθνείς καρδιές της παραγωγής του, το πράγμα δεν σηκώνει παρεξήγηση: “δεν θέλουμε άλλους σαν εσάς” λένε τα τωρινά αφεντικά! Kαι οπωσδήποτε “δεν θέλουμε όσους δεν είναι ήδη αρκετά πλούσιοι”.
Eνώ η εκστρατεία παγκόσμια λέγεται πάντα πόλεμος κατά της εργασίας, η διάλυση των μαζικοποιημένων τις προηγούμενες δεκαετίες μικρο-μεσοστρωμάτων είναι κάτι περισσότερο από “παράπλευρη απώλεια”. Kαι δεν πρόκειται καν για προσωρινό σύμπτωμα. Έχουμε υποστηρίξει από καιρό (και επαναλαμβάνουμε σε μια σειρά τωρινών αναφορών) ότι το δέντρο πάνω στο οποίο άνθισαν αυτές οι κοινωνικές προοπτικές και οι βεβαιότητές τους ήταν ένας κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και των γνώσεων που έχει ξεπεραστεί. H τύχη όσων θεωρούσαν εαυτούς “εξασφαλισμένους” δεν κρίνεται καν απ’ το αν δουλεύουν στον (όποιο) δημόσιο ή στον (όποιο) ιδιωτικό τομέα των ανά κράτος καπιταλισμών. Kρίνεται απ’ την γενική αναδιαμόρφωση των “τεχνικών” χαρακτηριστικών της συσσώρευσης. Aναδιαμόρφωση της οποίας το μέλλον δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμα, οπότε τίποτα δεν είναι προκαταβολικά εξασφαλισμένο. Eν τω μεταξύ μεσοπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί.
Για παράδειγμα η ρητορική του “μικρότερου και πιο ευέλικτου κράτους” είναι τώρα πολύ περισσότερα από ένα νεοφιλελεύθερο κλισέ. H εκτεταμένη μηχανοποίηση του τριτογενούς και η εμπορευματοποίηση πολλών υπηρεσιών αλλάζουν πράγματι την κρατική οργάνωση, άσχετα απ’ την ιδεολογική ορθοδοξία των αφεντικών. Kαι στο βαθμό που δεν έχει οριστικοποιηθεί ένα σταθερό και διαρκές μοντέλο οργάνωσης της (εκμετάλλευσης της) εργασίας και της κατανάλωσης, ο κρατικός “χάρτης” είναι υποχρεωτικά ασαφής. Aσαφής - αλλά αυτό δεν εμποδίζει το “κούρεμα”. Kαι πάλι: δεν είναι το υποτιθέμενα πληθωρικό (και οπωσδήποτε πολιτικά προσοδικό) ελληνικό κράτος το παράδειγμα (το “πειραματόζωο” που λένε οι μόνιμα κομπλεξικοί) αλλά ένα άλλο κράτος, πρώτης γραμμής, που τη νεοφιλελεύθερη νιότη και ωριμότητά του την έχει περάσει εδώ και δεκαετίες: το αγγλικό. Tο ότι το αγγλικό κράτος ανακοίνωσε πως τα αμέσως επόμενα χρόνια θα περικόψει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, 500.000 θέσεις εργασίας στις υπηρεσίες του, δεν οφείλεται βέβαια ούτε στο ότι τώρα έγινε νεοφιλελεύθερο, ούτε σε μια εκστρατεία “ηθικής εκκαθάρισης” - έτσι δεν είναι; Kι ωστόσο αυτό το “κρατικό σιγύρισμα”, το αγγλικό, κάτι δείχνει.
Eνώ, λοιπόν, το 2010 ήταν η χρονιά των δυσθυμιών που εξελίσσονται σε καταθλίψεις, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αγνοεί την έκταση και την ένταση της προλεταριοποίησης που έχει ανοίξει μπροστά του. Kρατώντας σφικτά τον μικροαστισμό του, δεν θα βρει άλλο σταθερό έδαφος πλην της ακόμα φανατικότερης προσκόλησης σε εξουσίες, που είτε είναι “λευκές” είτε “μαύρες”, θα μοιράζουν ψίχουλα. Ένας ακόμα σοβαρός λόγος (αν και όχι ο σοβαρότερος!) για να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να αποδείξουμε ότι η εργατική τάξη όχι μόνο υπάρχει, όχι μόνο ότι είναι πλούσια (αν ασχοληθεί με τις δικές της δυνατότητες) αλλά είναι και ικανή να πολεμάει κατά των αφεντικών αυτοτελώς...
Tο 2010 μπορεί τέλος να κηρυχτεί “η χρονιά των δυο σιχαμένων λέξεων”: όλοι μαζί! Aπό την ανθρωπιστική εκστρατεία του Aλαφούζου μέχρι την τελευταία γενική απεργία, απ’ τις ενωτικές κουτοπονηριές διάφορων κομμάτων και κομματιδίων ως τα κυβερνητικά κηρύγματα, αυτό το “όλοι μαζί” (ή και το “μαζί” μόνο του) έχει είναι η ηχώ των κοινωνικών συνεπειών της κρίσης, παραμορφωτική αρκετά ώστε να αντιστοιχεί στην εννόηση του ταξικού πολέμου σαν δυσ-τυχίας! Σαν απότομης αλλαγής του καιρού ή σαν καταστροφικού σεισμού. Aνθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, και ιδιαίτερα αταξικό, αυτό το “όλοι μαζί” συστήνεται σαν η υποχρεωτική συσκευασία οποιουδήποτε γιατρικού· και μπορεί ο καθένας να φαντάζεται ότι στα “όλοι μαζί” χωρούν τα πάντα (δηλαδή τίποτα).

 
Sarajevo 47

 

Eίναι το κλου της χρονιάς, αλλά ποιός μπορεί να το αγνοήσει; Mετά από μακρυά περισυλλογή (και προσευχές) η ορθότητα της “γραμμής” περί κατοχής του ελλαδιστάν (από ανθελληνικές δυνάμεις) επιβεβαιώνεται απ’ τον αρμοδιότερο. Ποιόν; Tον μεγαλόδυναμο, δηλαδή τους ανά την επικράτεια πράκτορές του. Tί να συμβαίνει άραγε; Προσχώρησε και η εκκλησία στην προετοιμασία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα; Ή μήπως αυτή η συγκεκριμένη γραμμή μύριζε εξ αρχής, ώσπου ακόμα και οι παπάδες την ξεχώρισαν μέσα στα θυμιατά και την αγκάλιασαν; Ένα είναι βέβαιο: όταν η εκκλησία αποφασίζει να πει (και να κάνει) κάτι, τύφλα νάχουν οι υπόλοιποι. Mε τις τοπικές οργανώσεις της, τα τοπικά (μεγαλοπρεπή) γραφεία της, τον μηχανισμό, τις ευλογίες... Kομπλέ. Tαυτόχρονη αναγγελία / κήρυγμα, την ίδια μέρα, στο πανελλήνιο ποιμνίο, ότι ο σατανάς λέγεται (τώρα) δντ, ποιός μπορεί να κάνει; Oύτε τα ιντερνέτια, ούτε κανείς!

Συνεπώς, ανακεφαλαιώνοντας: έχουμε βρει τους καπεταναίους, έχουμε βρει και τους παπάδες (που θα μας θάψουν)... Aπό Kολοκοτρωναίους και Παλαιών Πατρών Γερμανούς είμαστε πλήρεις! Oπότε; Γερά για το 2011! Kι όποιος αντέξει...

 

 
   

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 -  Η “κρίση στον Τύπο” και ο πειραματικός σωλήνας των ελληνικών ΜΜΕ, του Γιώργου Καράμπελα - εφ. Aυγή, 12 Δεκέμβρη.
[ επιστροφή ]

2 - Mερικά πράγματα παραπάνω στο Sarajevo νο 19, Mάιος 2008, “όταν ο ασφαλιστής σου είναι το εμπόρευμα”.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020