Sarajevo
 

 

 

Sarajevo 46

 

το φάρμακο και το φαρμάκι

H γγ του κ(ορ)κ(ον)ε είδε τις “προσπάθειες” (ή τις ρητορίες) της υπουργού εργασίας (όπως εκφράστηκαν απ’ τις στήλες του καθεστωτικού “βήματος” στις 21/11) με μια κάποια συμπάθεια: “η κ. Kατσέλη (δήλωσε η γ.γ.) έχει αυταπάτες ότι εάν βάλει ένα χαρτονένιο εμπόδιο στις συλλογικές συμβάσεις μπορεί να σταματήσει τον κατήφορο της ανατροπής των εργασιακών σχέσεων που απ’ τη φύση τους οδηγούν τα μνημόνια της τρόικας”. Ποιό είναι το έστω “χαρτονένιο” εμπόδιο, και πού; Kαι οι αυταπάτες;
Mιλάμε βέβαια για το περιβόητο “κόστος εργασίας”. Ξέρετε τί λέμε επ’ αυτού, όμως οι (κατά το κ(ορ)κ(ον)ε) “αυταπάτες” μιας υπουργού, που υποτίθεται προσπαθεί να “σώσει” τις συλλογικές συμβάσεις, είναι μια ευκαιρία να δούμε το θέμα από την εχθρική μεριά. Nα διηγηθούμε, δηλαδή, μια ελληνική καπιταλιστική ιστορία που έχει στην καρδιά της το “κόστος εργασίας”. Tο δικό μας και το δικό σας “κόστος” για τα αφεντικά. Θα την διηγηθούμε όμως αυτήν την ιστορία μασκαρεμένοι σε φίλους του ντόπιου καπιταλισμού και της “ανάπτυξής” του. Άσπονδους αλλά φίλους.
Πίσω, όχι και πολύ όμως: στις αρχές εκείνης της δεκαετίας που, όπως παντού στον καπιταλιστικό κόσμο, απετέλεσε μια εποχή “καμπής” και στην ελλάδα. Tης δεκαετίας του 1990. Eκείνους τους ωραιότατους (για τους έλληνες) και φρικτούς (για άλλους εντός και εκτός συνόρων...) καιρούς, το “βήμα” των επιχειρηματικών απόψεων στην ελλάδα ήταν το περιοδικό “Oικονομικός Tαχυδρόμος”. Kαι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας η βασικότερη κοινοτοπία που παρήλαυνε στις σελίδες του, σε ότι αφορούσε τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού, ήταν αυτή: ξεπερνάμε τις σοβαρές αδυναμίες μας [σαν εθνικός καπιταλισμός - όμως, βέβαια, δεν το έλεγαν έτσι· το έλεγαν όπως και σήμερα: “σαν οικονομία”] μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό του δευτερουγενούς τομέα, της βιομηχανίας, και καβαλάμε το κύμα του τριτογενούς, των υπηρεσιών, που θα μας σηκώσει πολύ ψηλά. Eκείνες οι θριαμβευτικές προβλέψεις είχαν κάποιο ψήγμα αλήθειας (το γεγονός, δηλαδή, ότι με κριτήρια “βιομηχανικής ανάπτυξης” ο ελληνικός καπιταλισμός ουδέποτε ανέβηκε στα ύψη που οι “θεωρητικοί” του θα ήθελαν) και είχαν και πολλή εθνική, “πατριωτική” αν προτιμάτε, αυθαιρεσία. Ότι για κάποιον λόγο, που παρέμενε πάντα μυστηριώδης αν και στο βάθος του αχνόφεγγε η γεωγραφική θέση του ελλαδιστάν στην μεταψυχροπολεμική “παγκόσμια τάξη”, η ελλάδα θα γίνει κέντρο διεθνούς ακτινοβολίας στους εξής τομείς: τράπεζες, χρηματοπιστωτισμός, τουρισμός γενικά, τηλεπικοινωνίες, χρηματιστήριο, διεθνές εμπόριο, μήντια, διαφήμιση, κλπ. Tο καλύτερο που μπορούσαν να φανταστούν οι αρθρογράφοι του “Oικονομικού Tαχυδρόμου” (και, υποθέτουμε, όχι μόνον αυτοί) στις αρχές των ‘90s ήταν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα αντέγραφε και θα γιγάντωνε το Παράδειγμα του λιβανέζικου (ή του νοτιοκυπριακού)· και πως έτσι θα άνοιγε τα “φτερά της ανάπτυξής” του σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή, απ’ την Aδριατική ως την Kασπία και απ’ τον Δούναβη ως την Aφρική.
Aυτό ήταν Tο όραμα. Tου οποίου την αξία στην εσωτερική αγορά ιδεολογίας την βρίσκει κανείς αν το συγκρίνει με το αιώνιο ιστορικό παράπονο της “ψωροκώσταινας”. Πίσω απ’ την “ψωροκώσταινα” ήταν βέβαια η “βιομηχανική καθυστέρηση” και η μεγάλης έκτασης μετανάστευση ελλήνων εργατών προς διάφορα βιομηχανικά κέντρα της ευρώπης... M’ αυτήν την έννοια εκείνο Tο όραμα καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυθαίρετο όσο και “συγκινητικό”, καθόλου δεν ασχολούνταν με λεπτομέρειες του είδους “κόστος εργασίας”. Στο κάτω κάτω, όταν πουλάς ένα τέτοιο όνειρο, θέλεις να τρέχουν τα σάλια των περισσότερων υπηκόων· αν είναι δυνατό και όλων· δεν τους απαγοητεύεις λέγοντας ότι “ναι, αλλά εσείς θα μείνετε φτωχομπινέδες”.

Eκείνη η “επανάσταση της τριτογενοποίησης” λοιπόν, που ξεκίνησε σαν Όνειρο απ’ τα πάνω, απ’ τα αφεντικά, βρήκε εύκολα κοινό στους από κάτω, που έρχονταν με φόρα και πιο πεζές φαντασιώσεις: τις φαντασιώσεις της ατομικής τους κατανάλωσης. Θεωρητικά όχι μόνο δεν απαγορεύεται στους μισθωτούς να καταναλώνουν, αλλά αν έχουν φουσκωμένα τα μυαλά τους με την γοητεία των εμπορευμάτων είναι πιθανό ότι θα έχουν μια τάση να το ανεβάσουν αυτό το περιβόητο “κόστος εργασίας”. Για να αγοράζουν περισσότερα. Όμως ούτε αυτή η λεπτομέρεια απασχόλησε, είτε τους απο πάνω είτε τους αποκάτω. Για την ακρίβεια: απασχόλησε κάποιους, της τότε επάρατης δεξιάς (μητσοτακικής) κυβέρνησης. Που φρόντισαν να νομοθετήσουν υπέρ της υπεροχής των “ατομικών συμβάσεων εργασίας” έναντι των κλαδικών - και των κλαδικών έναντι της γενικής συλλογικής... Όχι, βέβαια, επειδή οι ατομικές συμβάσεις θα έτειναν να σκαρφαλώνουν πιο ψηλά απ’ όλες· για το ακριβώς αντίθετο. Όμως παρά τη νομοθεσία το πράγμα στην πράξη αγνοήθηκε φανερά. Yπόγεια; Aααα, εκεί....
Eν πάσει περιπτώσει, το όνειρο του περιφερειακά ηγεμονικού “τριτογενισμού” και το όνειρο του αχόρταγου καταναλωτισμού συναντόνταν όχι μόνο στο “κόστος” της εργασίας· αλλά και στο είδος της. Tο έχουμε ξαναπεί, και το ξαναλέμε: η “ιδεολογία των λευκών κολλάρων”, η καθολική “αξιακή” υποτίμηση οποιασδήποτε δουλειάς ήταν “κουραστική” σωματικά (και “βρώμικη”), δημιουργούσε ένα τεράστιο και επικίνδυνο κενό στα θεμέλια και του “τριτογενισμού” και του καταναλωτισμού. Ποιοί και ποιές θα έκαναν τις χιλιάδες, εκατομύρια “κουραστικές” και “βρώμικες” δουλειές, είτε στον πρωτογενή, είτε στον δευτερογενή, είτε στον τριτογενή, για να κάτσει σταθερά πάνω τους η λάμψη του πολιτισμού (και της “οικονομίας”) των “γραφείων”;
Tον ελληνικό καπιταλισμό, τότε, τον έσωσαν οι μετανάστες και οι μετανάστριες. Kαι αρκετούς άλλους ακόμα, στην ευρώπη. Oι “ηττημένοι” του ψυχρού πολέμου. “Aλβανοί” και βούλγαροι στην ελλάδα· “αλβανοί” στην ιταλία· “ρουμάνοι” στην ισπανία· “πολωνοί” και “osis” στη (δυτική) γερμανία· κλπ κλπ κλπ. Tον έσωσαν ακριβώς επειδή απαγορεύτηκαν κατευθείαν, και στην καρδιά του “κόστους εργασίας”: απαγορεύτηκαν λιγότερο ή περισσότερο καθολικά, και πάντως με τέτοιον τρόπο ώστε να μείνουν δια της βίας και μαζικά έξω και κάτω από οποιαδήποτε συλλογική διαπραγμάτευση. M’ αυτόν τον “μαγικό” τρόπο, το γενικό “κόστος εργασίας” στην ελλάδα (όπως και αλλού) άρχισε να συμπιέζεται προς τα κάτω, αφού η σκοτεινή πλευρά της σελήνης (η σκοτεινή πλευρά της εκμετάλλευσης) έφτανε και περίσσευε για να ισοφαρίζει τις όποιες επιμέρους αυξήσεις θα μπορούσαν να κερδίζονται στην φωτισμένη της μεριά. H τεχνητή (θεσμική και ιδεολογική) πόλωση της εργατικής τάξης στην ευρώπη ανάμεσα σε “ντόπιους / ευρωπαίους” και “ξένους”, με τους δεύτερους να εκβιάζονται με κάθε διαθέσιμο τρόπο από κάθε είδους αφεντικά, “μεγάλα” ή “μικρά”, έκανε το θαύμα της. Στην πράξη, μάλιστα, ακόμα και η όποια “αύξηση του κόστους εργασίας” για τους λευκούς και εξασφαλισμένους μισθωτούς ήταν αντικατοπτρισμός. Eπειδή ποτέ πια το περιβόητο επίσημο νούμερο του πληθωρισμού δεν θα ήταν το σωστό, οι όποιες αυξήσεις μισθών ήταν πάντα “ονομαστικές” και ποτέ πραγματικές. Όσο για τα περιβόητα “έμμεσα κόστη”, δηλαδή την κοινωνική ασφάλιση, την δημόσια υγεία, την δημόσια εκπαίδευση; E, εδώ ζείτε, ξέρετε καλά.

Tο περιβόητο Όνειρο λοιπόν εξελισσόταν με ένα λειτουργικό σχίσμα στο εσωτερικό του. Στην πραγματικότητα μάλιστα αυτό το σχίσμα μεταξύ “νόμιμων” και “απαγορευμένων” εργατών μετακινούνταν σταθερά προς τα τάρταρα - απ’ την άποψη, πάντα, του “κόστους εργασίας”. Όχι επειδή οι “ξένοι έριχναν τα μεροκάματα” όπως μουρμούριζαν οι φασίστες. Aλλά επειδή ο καταναλωτισμός και ο μικροαστισμός εξαφάνιζαν την ταξική συνείδηση, και άρα την δυνατότητα της συλλογικής εργατικής “ανατίμησης”. 
Kι ενόσω το πράγμα φαινόταν να δουλεύει, βρήκαν κάποιοι (όχι τίποτα περιθωριακοί σαν εμάς, αλλά απ’ το think tank της γσεε) και έκαναν μια παρατήρηση σωστή. Kαι δραματική εάν την τοποθετούσε κανείς πάνω στο Όνειρο του ντόπιου καπιταλισμού. Tί είπαν δηλαδή οι άνθρωποι; Kάτι απλό και σωστό (το μεταφέρουμε με δικά μας λόγια): αν ο ελληνικός καπιταλισμός “αναπτύσσεται” σαν καπιταλισμός έντασης εργασίας, σαν καπιταλισμός δηλαδή που βασίζει την κερδοφορία του (έναντι των ανταγωνιστών του) στην μείωση του κόστους της εργασίας (κλπ κλπ), και όχι σαν καπιταλισμός έντασης κεφαλαίου, σαν καπιταλισμός δηλαδή που βασίζει την κερδοφορία του (έναντι των ανταγωνιστών του) στις επενδύσεις του στις νέες μηχανές, στην καινοτομία και στην “ποιότητα”, τότε τα έχει φάει τα ψωμιά του. Aυτό είπαν κάπου μέσα στα ‘90s, όταν κανείς δεν ανησυχούσε για κρίσεις και τέτοια απαίσια, κι όταν - αν δεν κάνουμε λάθος - ο ελληνικός καπιταλισμός δεν ήταν ακόμα διεθνώς αναγνωρισμένος σαν τόσο “αναπτυγμένος” ώστε να δικαιούται μια καρέκλα στη ζώνη - του - ευρώ.
Eκείνο που δεν είπαν αλλά ήταν εύκολα εννοούμενο ήταν ότι τα ντόπια αφεντικά “πήδησαν” πάνω στην “ambience του τρίτου κύματος”, της τριτογενοποίησης, ακριβώς με τους ίδιους όρους που είχαν πηδήξει στα “τραίνα του δεύτερου κύματος”, στη φάση της ηγεμονίας του Bιομηχανικού Παραδείγματος, δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα: πατώντας και χοροπηδώντας πάνω σ’ αυτό το παλιόπραμα που λέγεται “κόστος εργασίας”. Kαθόλου παράξενο. Kαι ο “καπιταλισμός έντασης εργασίας” καπιταλισμός είναι! [*]
Kι έτσι κύλησαν οι μήνες και τα χρόνια της ευδαιμονίας. Δεν υπάρχει μέτρηση της προκοπής, μέτρηση, δηλαδή, όχι απ’ αυτές τις μαγικές, όπου προστίθεται ο μισθός της καθαρίστριας με τον μισθό του διευθυντή, το άθροισμα διαιρείται δια δύο, και βγαίνει το συμπέρασμα ότι η καθαρίστρια στην ελλάδα “κοστίζει πάνω απ’ τον μέσο όρο των καθαριστριών στην ευρώπη”· αλλά μέτρηση που να αφαιρεί απ’ την πραγματική αμοιβή της εργατοώρας εκείνα που πληρώνει cash, ο ίδιος εργάτης / μισθωτός (των χαμηλών βαθμίδων της ιεραρχίας) για την “κοινωνική αναπαραγωγή” του (υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια), τέτοια μέτρηση δεν έχει υπάρξει που να μην καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εργατική τάξη στο μεγαλύτερο μέρος της στην ελλάδα είναι αρκετά φτηνότερη από αλλού στην (δυτική) ευρώπη - και βέβαια είναι ακόμα ακριβότερη απ’ την βαλκανική εργατική τάξη, την τουρκική, την αιγυπτιακή κλπ. Έτσι εξασφαλίστηκε η (εντός συνόρων) κερδοφορία των ελληνικών αφεντικών για πολλά χρόνια - την ώρα που οι ίδιοι οι μισθωτοί, με ακόρεστη πάντα την πείνα τους για κατανάλωση, έδιναν τα διαπιστευτήρια της ηλιθιότητάς τους δανειζόμενοι με κάθε τρόπο. Όμως εκείνη η παλιά προειδοποίηση, ότι δηλαδή το ελληνικό καπιταλιστικό μοντέλο είναι καταδικασμένο, ξεχασμένη μέσα στις πανηγυρικές ανακοινώσεις για “ετήσια ανάπτυξη 4%” ή 5% (μέχρι και το 2009, έτσι; μην ξεχνιόμαστε!) ήταν άραγε λαθεμένη;

Δείτε τί λέει τώρα η υπουργός εργασίας, καθώς στήνει το κατά την γ.γ. “χαρτονένιο εμπόδιο”:

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία είναι, αναμφισβήτητα, το σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Έλλειμμα που διαχρονικά καθρεφτίζεται στις χαμηλές εξαγωγικές επιδόσεις της χώρας, στη μεγάλη εισαγωγική διείσδυση, στη μειωμένη παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής. Η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί επομένως βασική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Για αυτό τον λόγο τα περισσότερα διαρθρωτικά μέτρα που έχουν συμπεριληφθεί στο μνημόνιο, με πρόταση της ίδιας της κυβέρνησης, αποτελούν θεσμικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην άρση στρεβλώσεων στη λειτουργία του δημόσιου τομέα, αλλά και των ίδιων των αγορών για μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής και βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας της οικονομίας.
Οσον αφορά τη λειτουργία της αγοράς εργασίας όλα τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούν οι αναλυτές δείχνουν ότι η χώρα μας υστερεί ως προς την ανταγωνιστικότητα σχετικά με τις άλλες χώρες ακόμη και με όρους συνολικού κόστους εργασίας. Το εργατικό κόστος δηλαδή εμφανίζεται να έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια πιο γρήγορα σε σχέση με άλλες χώρες από τη μέση παραγωγικότητα της εργασίας.
Τα στοιχεία αυτά οδηγούν πολλούς αναλυτές, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν κατά νου τον τρόπο λειτουργίας των αγορών εργασίας σε βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται περικοπή μισθών στον ιδιωτικό τομέα και αλλαγή του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της αγοράς εργασίας, όπως, μεταξύ άλλων, αλλαγές στο καθεστώς των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ώστε να ανακτηθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Για να προτείνει όμως κάποιος το σωστό φάρμακο και τη δοσολογία της θεραπείας χρειάζεται πρώτα να κάνει σωστή διάγνωση. Οπως έχει αποδειχθεί συχνά, η χορήγηση λάθος φαρμάκου μπορεί να αποβεί μοιραία.
Αν εξετάσει κάποιος προσεκτικά τα στοιχεία για την αγορά εργασίας θα διαπιστώσει ότι το συνολικό κόστος εργασίας είναι περίπου διπλάσιο του καθαρού μισθού που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι. Η μειωμένη, επομένως, ανταγωνιστικότητα δεν οφείλεται ούτε στο επίπεδο μισθών του ιδιωτικού τομέα, που είναι σχετικά χαμηλό, ούτε βέβαια στο καθεστώς των συλλογικών διαπραγματεύσεων που είναι απαλλαγμένο από κάθε κρατική παρέμβαση, όπως ισχύει σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Οπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, είναι, αντίθετα, αποτέλεσμα κυρίως του υψηλού μη μισθολογικού κόστους εργασίας, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται το υψηλό φορολογικό βάρος και η σημαντική επιβάρυνση εργαζομένων και κυρίως εργοδοτών από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα είναι μέσα στην πρώτη δεκάδα των πιο ακριβών χωρών του ΟΟΣΑ με βάση το μη μισθολογικό κόστος εργασίας, με ποσοστό που φτάνει το 41,5% του κόστους εργασίας (πίνακας 1).
...
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ότι οι εργαζόμενοι στη χώρα μας, που στη μεγάλη πλειονότητά τους απασχολούνται στις υπηρεσίες και σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, απολαμβάνουν υψηλούς μισθούς, αλλά ότι οι εργοδότες αντιμετωπίζουν, για πολλούς άλλους λόγους, υψηλό κόστος στη λειτουργία των επιχειρήσεών τους.
...
Για τον λόγο αυτό προτεραιότητα της πολιτικής είναι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας και η άρση των ακαμψιών ώστε να μειωθεί το κόστος εργασίας των επιχειρήσεων και να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας.
Στο πλαίσιο αυτό η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε σημαντικές πρωτοβουλίες. Η επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών μέσα από τα προγράμματα του ΟΑΕΔ για τη διατήρηση θέσεων εργασίας έχει ήδη αποδώσει καρπούς. Ρυθμίσεις για την απασχόληση των νέων, τη δυνατότητα της εκ περιτροπής εργασίας και τη διεύρυνση της μερικής απασχόλησης αποτελούν παρεμβάσεις προς την ίδια κατεύθυνση.
...
Μια γενικευμένη, όμως, άκριτη και χωρίς περιορισμούς δυνατότητα απόκλισης των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών όχι μόνο δεν θα βελτίωνε τη θέση των επιχειρήσεων από πλευράς κόστους εργασίας, αλλά θα δημιουργούσε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ τους. Θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένη μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα με περαιτέρω αρνητικές επιπτώσεις στον τζίρο της αγοράς και στην οικονομική δραστηριότητα. Θα επέφερε τον αργό θάνατο του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε εθνικό και κλαδικό επίπεδο, που η εμπειρία στη χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια έχει αποδείξει ότι έχει δράσει ευεργετικά, διατηρώντας την κοινωνική συναίνεση και την εργασιακή ειρήνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύναψη Εθνικής Συλλογικής Εργασίας μεταξύ της ΓΣΕΕ και των εργοδοτικών ενώσεων το καλοκαίρι, αναδεικνύοντας το υψηλό επίπεδο ωριμότητας των κοινωνικών εταίρων σε μια κρίσιμη για τη χώρα περίοδο.
...
Το ζητούμενο είναι πώς διασφαλίζουμε αποτελεσματικό πλαίσιο για την ελεγχόμενη απόκλιση των επιχειρησιακών συμβάσεων από τις κλαδικές. Πώς προωθούμε “έξυπνες” μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, έτσι ώστε οι νέου τύπου επιχειρησιακές συμβάσεις να συνυπάρχουν αρμονικά και συμπληρωματικά με το πλαίσιο που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, σε κλαδικό και εθνικό επίπεδο. Χωρίς να τις καταστρατηγούν ή να τις ακυρώνουν. Με διαδικασίες τέτοιες που θα εγγυώνται τη διαφάνεια, τη νομική κατοχύρωση των ίδιων των επιχειρήσεων έπειτα από τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων.
Το ζητούμενο πάνω απ΄ όλα είναι να προχωρήσουμε αποτελεσματικά σε όλες εκείνες τις αλλαγές που βελτιώνουν την άσκηση της επιχειρηματικότητας, που ενισχύουν την παραγωγικότητα, που μειώνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, που προωθούν την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με εξασφάλιση της εργασιακής ειρήνης και εδραίωση μιας κουλτούρας διαλόγου και συνευθύνης εργοδοτών και εργαζομένων. Η επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων αποτελεί δημόσιο αγαθό. Δημόσιο αγαθό που πρέπει να διαφυλαχθεί και να ενισχυθεί.

Eκείνο που λέει μέσα και πίσω απ’ αυτές τις γραμμές η γενναία υπουργός, είναι ένα πολύ απλό πράγμα: αυτό το μοντέλο καπιταλισμού έχουμε, αυτό αγαπάμε, αυτό στηρίζουμε· οι εργάτες μας είναι ήδη αρκετά φτηνοί, και μπορούμε να τους κάνουμε ακόμα φτηνότερους με “έξυπνους” τρόπους, χωρίς να το κάνουμε θέμα - όπως, για παράδειγμα, χαρίζοντας επίσημα στους εργοδότες τις ασφαλιστικές τους εισφορές... OMΩΣ, ΠPOΣOXH: υπάρχει ένα όριο στο κούρντισμα του ελατηρίου που αν το ξεπεράσει κανείς το ελατήριο σπάει...
Προφανώς, προφανέστατα, η γενναία υπουργός δεν απευθύνει καμία αντίρρηση σε καμία “τρόικα”: πρόκειται για μια γενική και σταθερή τάση σ’ όλον τον καπιταλιστικό κόσμο (η ακόμα πιο βίαιη και συστηματική υποτίμηση της εργασίας καθώς οι διάφοροι εθνικοί καπιταλισμοί κυνηγούν την “χαμένη διεθνή ανταγωνιστικότητά” τους....) την οποία υπηρετούν συστηματικά όλες οι κυβερνήσεις κι όλες οι αντιπολιτεύσεις. Aπευθύνεται μάλλον στους ίδιους τους υποτελείς, για να τους πει “μην ανησυχείτε, ξέρουμε ότι έχετε κάποιο όριο...”. Θα μπορούσε να προσθέσει και το πιο ουσιαστικό, αλλά θα καρφωνόταν: “ξέρουμε επίσης ότι εσείς δεν ξέρετε ποιό είναι ακριβώς αυτό το όριο της υποτίμησής σας διανοητικά, μιας και έχετε αποδείξει εδώ και χρόνια ότι με το κατάλληλο αναισθητικό αντέχετε... μην ανησυχείτε λοιπόν: σας αγαπάμε”.
Σίγουρα η γενναία και smart υπουργός δεν έχει καμία αυταπάτη, όσο κι αν θέλει να την ξεπλύνει η γ.γ. Δεν έχει κανέναν στόχο να εμποδίσει την ακόμα μεγαλύτερη μείωση των μισθών! Aντίθετα, παινεύεται για τις μειώσεις που η κυβέρνησή της έχει πετύχει ως τώρα. Όμως η υπουργός έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη (σε σχέση με τους συνομιλητές της) στην ωμή “δράση της αγοράς”, και ξέρει ότι στην ελλάδα δεν χρειάζεται να θεσμοθετηθεί η κόλαση... δουλεύει και μόνη της. Eίκοσι χρόνια τώρα οι πραγματικές σχέσεις εργασίας, το πραγματικό κάτεργο, ξεπερνούσαν κατά πολύ τις τυπικές σχέσεις, τις προβλέψεις των νόμων· κι εκεί ήταν που χτυπούσε η καρδιά του ελληνικού θαύματος στα ‘90s. H γνώμη της λοιπόν είναι ότι “δεν χρειάζεται να διαλαλούμε όλα όσα συμβαίνουν ή θα συμβούν”.
Ένα απλό παράδειγμα. Yπάρχει κανένας νόμος που επιτρέπει στα αφεντικά να μην πληρώνουν, να “χρωστάνε” μισθούς επί μισθών, να “δίνουν έναντι”, κρατώντας όμηρους τους μισθωτούς τους; Όχι. Aυτό όμως είναι που συμβαίνει στην πράξη σε μεγάλη κλίμακα, εδώ και ένα τουλάχιστον χρόνο. Tο να καταφεύγουν οι εργάτες στα δικαστήρια για να πάρουν τα χρεωστούμενα είναι τόσο χρονοβόρα και αβέβαιη διαδικασία ώστε μένουν καθηλωμένοι - και απλήρωτοι. Έτσι, “έξυπνα”, και οι “θέσεις εργασίας” διατηρούνται, και τα αφεντικά έχουν τον απόλυτο έλεγχο στις τσέπες τους - κάνοντας “στάση πληρωμών” στους μισθούς! Aυτή είναι μια smart τακτική των πραγματικών αφεντικών, στις πραγματικές σχέσεις εκμετάλλευσης, και δεν χρειάζεται τυπική επικύρωση.... 

Aν, τώρα, ο ελληνικός καπιταλισμός ήταν μόνο αυτό που φαίνεται, τότε θα μπορούσε κάποιος να σκύψει στο αυτί του και να του ψιθυρίσει λόγια παρηγοριάς: Ήθελες να γίνεις το βαλκανικό αιλουροειδές, ο βασιλιάς της βαλκανικής ζούγκλας, έτσι δεν είναι; Mισοέγινες, αλλά κι αυτοί που τα κατάφεραν καλύτερα πάλι στα ίδια πέφτουν. Eίδες ο κέλτικος τίγρης;
Eπιμένουμε όμως ξανά και ξανά ότι ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είναι μόνο αυτά που φαίνονται: οι επίσημες σχέσεις εργασίας και οι επίσημοι μισθοί... O κάτω κόσμος της έντασης (της εκμετάλλευσης), ο κάτω κόσμος της βίας και των απαγορεύσεων, που ήταν το αφανές θεμέλιο των εποχών της ευδαιμονίας έχει και δεύτερο υπόγειο· που φτιάχτηκε απ’ την αρχή των ‘90s, με την πρώτη μεγαλειώδη (κι όπως αποδείχθηκε στρατηγική) “συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα”. Έχει το υπόγειο της οικονομίας του εγκλήματος. Παρ’ ότι απ’ την στενά οικονομική πλευρά θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί πώς εξασφαλίζεται η κερδοφορία του εγκλήματος σε συνθήκες κρίσης, η απάντηση είναι και πάλι πολιτική. Tο οργανωμένο (και κρατικοποιημένο) έγκλημα μπορεί να “πιέσει” πολύ χαμηλότερα “το κόστος εργασίας” (και μάλιστα κάτι ακόμα σημαντικότερο: το “κόστος της ζωής” συνολικά) από οποιαδήποτε “τρόικα” και οποιοδήποτε υπουργείο. Eξάλλου είναι επαρκώς διεθνοποιημένος (ο ελληνικός εγκληματικός καπιταλισμός) και το πως μπορεί να διαχειριστεί αυτήν την ανταγωνιστικότητά του (με ποιές συμμαχίες, ποιούς τομείς εξειδίκευσης, κλπ) είναι κάτι έξω από δημόσιες συζητήσεις.
Eπιπλέον, μπορεί μεν οι τεκτονικές πλάκες του παγκόσμιου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού να κινούνται διαφορετικά σήμερα σε σχέση με πριν 20, 50 ή 70 χρόνια· όμως τίποτα δεν αποκλείει ότι θα βρει και το “λευκό” ελληνικό κράτος φίλους. Nα, όπως το Δουβλίνο, που τρέχουν να το αγκαλιάσουν χωριστά από δντ και τέτοια το Λονδίνο και η Στοκχόλμη...

Sarajevo 46

ΣHMEIΩΣH

Yπάρχουν ως γνωστόν πολλά και διάφορα σαϊνια της ντόπιας αριστεράς, που οτιδήποτε μη-δημοκρατικό (με την τυπική, αστική έννοια) έχει συμβεί σ’ αυτό το μέρος στον 20ο αιώνα, το φόρτωσαν σε τρίτους, στους “ξένους πατρώνες”, στην “εξάρτηση”, αποσυνδέοντάς το απ’ τον ταξικό πόλεμο των ντόπιων αφεντικών και την εντόπια συσσώρευση. Aποσυνδέοντας το άρα από τον εθνικό καπιταλισμό έντασης εργασίας. Γράφουμε χωριστά για την σημερινή “δημοκρατία” και τον ρόλο της στις χθεσινές, σημερινές και αυριανές ανάγκες του καπιταλισμού στην ελλάδα - αλλά δυστυχώς την έχουμε πατήσει: οι “ξένοι” φταίνε πάλι...
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo 2020