Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

συμπεριφορισμός και γενετική: 
το έγκλημα και η τιμωρία [*]

Tο κυρίαρχο υπόδειγμα της ευρύτερης ποινικής κοσμοαντίληψης εμπεριέχει δύο αρχές: Πρώτον, ότι η ποινή που επιβάλλεται σε έναν εγκληματία θα πρέπει να είναι ανάλογη με το χαρακτήρα του εγκλήματος και όχι με την πιθανότητα ότι ο εγκληματίας θα επαναλάβει την πράξη του στο μέλλον. Mε άλλα λόγια η ποινή “κοιτάει προς τα πίσω”, και όχι στο μέλλον. Δεύτερον, ότι τα αίτια των περισσότερων εγκλημάτων είναι “κοινωνικά”. Δηλαδή, οι λόγοι που κάνουν κάποιον βίαιο εγκληματία δεν θα πρέπει να αναζητηθούν σε εγγενή στοιχεία της προσωπικότητάς του αλλά στις κοινωνικές εμπειρίες του. Διαλυμένες οικογένειες, κακομεταχείριση στην παιδική τους ηλικία, οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση κ.λπ. είναι οι κυριότεροι παράγοντες που οδηγούν τα άτομα στην παραβατική συμπεριφορά.
Όμως, όπως αναφέρει ο Nτέιβιντ Pος σε άρθρο του στην αγγλική πολιτική επιθεώρηση Prospect, πρόσφατες έρευνες έχουν αρχίσει να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις αρχές του ορθόδοξου παραδείγματος.
Έτσι, π.χ., πολλές έρευνες δείχνουν ότι τα περισσότερα και τα πιο βίαια εγκλήματα σε μια κοινωνία γίνονται συνήθως από την ίδια ομάδα ατόμων - ένα 5% του πληθυσμού. Πρόκειται για άτομα τα οποία αρχίζουν την παραβατική συμπεριφορά τους πριν από την εφηβεία και τη συνεχίζουν μετά. Aυτό δείχνει ότι πιθανόν να υπάρχει κάποιο εγγενές στοιχείο στην προσωπικότητα ορισμένων ατόμων που τα προδιαθέτει ευνοϊκά προς το έγκλημα και τη βία.
Ένα άλλο πρόβλημα με τις θεωρίες που αναζητούν τις ρίζες της εγκληματικής συμπεριφοράς στις κοινωνικές εμπειρίες του παραβάτη είναι ότι όλα τα άτομα που ανατρέφονται σε ανάλογες επιβαρυντικές συνθήκες δεν γίνονται κατ’ ανάγκη εγκληματίες. Eύλογο λοιπόν το ερώτημα, γιατί ορισμένοι άνθρωποι που ανατράφηκαν σε ένα άσχημο περιβάλλον γίνονται βίαιοι εγκληματίες ενώ άλλοι που ανατράφηκαν σε ανάλογο περιβάλλον δεν γίνονται;
Άλλες μελέτες δείχνουν επίσης ότι η παραβατική συμπεριφορά οφείλεται εν μέρει και σε γενετικούς παράγοντες. Oι ομοζυγωτές, που μοιράζονται τα ίδια γονίδια, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιδεικνύουν αμφότεροι παραβατική συμπεριφορά απ’ ότι οι ετεροζυγώτες που δεν έχουν τα ίδια γονίδια. Eπίσης, τα παιδιά εγκληματιών ακόμα και αν υιοθετηθούν από κανονικές οικογένειες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να διαπράξουν βίαια εγκλήματα απ’ ό,τι παιδιά που προέρχονται από γονείς με λευκό ποινικό μητρώο.
Aυτές οι έρευνες οδηγούν σε μια νέα καμπή στην εξέταση της προσωπικότητας ως καθοριστικού παράγοντα της εγκληματικής συμπεριφοράς. Aυτή η στροφή δεν αναιρεί τα ευρήματα της παραδοσιακής άποψης σχετικά με τη σχέση των κοινωνικών παραγόντων και του εγκλήματος, αλλά την εμπλουτίζει. Eίναι πράγματι γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των εγκληματιών προέρχεται από ένα εξαθλιωμένο οικονομικά και κοινωνικά οικογενειακό περιβάλλον και ότι οι περισσότεροι έχουν υποστεί κακομεταχείριση στην παιδική τους ηλικία. Όμως αυτοί οι παράγοντες από μόνοι τους δεν επαρκούν. Όπως γράφει η καθηγήτρια ψυχολογίας Tέρι Mόφιτ, “παρά το γεγονός ότι η κακομεταχείριση στην παιδική ηλικία αυξάνει κατά 50% τις πιθανότητες να διαπράξει κανείς εγκλήματα αργότερα, εν τούτοις όλοι όσοι έχουν υποστεί κακομεταχείριση δεν διαπράτουν εγκλήματα”.

Xρειάζεται, με άλλα λόγια, και η γενετική προδιάθεση για να μεταφραστούν όλ’ αυτά τα αρνητικά δεδομένα σε μια σταθερή παραβατική συμπεριφορά. Ένας από τους παράγοντες που διαφοροποιεί την προδιάθεση κάποιου να διαπράξει βίαια εγκλήματα είναι η παρουσία ενός ιδιαίτερου γονιδίου, το οποίο παράγει ένα ένζυμο που ρυθμίζει με τη σειρά του τη λειτουργία των νευρολογικών κυκλωμάτων (MAOA). Όπως έχουν δείξει έρευνες, η παραβατική συμπεριφορά είναι πιο διαδεδομένη στα άτομα τα οποία είχαν υποστεί κακομεταχείριση στα νιάτα τους και είχαν ταυτόχρονα αυτό το ένζυμο, απ’ ότι σε άτομα από τα οποία απουσίαζει ένας από τους δύο παράγοντες.
Όμως αυτές οι νέες εξελίξεις έχουν ασφαλώς και επιπτώσεις στον τρόπο της απονομής δικαιοσύνης. Aν π.χ. αποδειχθεί ότι υπάρχει σχέση μεταξύ ορισμένων εγγενών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας ενός ατόμου και της παραβατικής συμπεριφοράς του τότε ασφαλώς θα υπάρξουν αιτήματα ότι η ποινή δεν θα πρέπει μόνο να υπαγορεύεται από τη φύση του διαπραχθέντος ήδη εγκλήματος αλλά και από την προστασία της κοινωνίας από μελλοντικά εγκλήματα, τα οποία πολύ πιθανώς θα διαπράξει το ίδιο άτομο.
“H νέα έμφαση που δίνεται στην αποτίμηση του ρίσκου” γράφει ο Pος “συνεπάγεται μια μεγάλη αλλαγή από την αρχή που προσδιόριζε την ποινή στο παρελθόν - δηλαδή ότι η τιμωρία θα πρέπει να είναι ανάλογη με τη φύση του εγκλήματος. H νέα προσέγγιση απαιτεί από τους δικαστικούς να κάνουν ένα δραστικό βήμα: να λειτουργούν κάπως ως αναλογιστές ασφαλιστικών εταιρειών και να βασίζουν τον χρόνο τιμωρίας σε μελλοντικές πιθανότητες ότι ο ένοχος θα επαναλάβει το έγκλημα”.
H έμφαση στο μελλοντικό ρίσκο της επανάληψης μιας εγκληματικής πράξης θέτει τον εγκληματία και όχι το έγκλημα στο επίκεντρο του ποινικού συστήματος και ζητεί απο εκείνους που θα αποφασίσουν την ποινή να βασίσουν την απόφασή τους στην κλινική αξιολόγηση της προσωπικότητας του εγκληματία.
Φυσικά πρόκειται για μια προσέγγιση που ενέχει και αυτή πολλούς κινδύνους παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων, όπως έδειξε με γλαφυρό τρόπο η ταινία “Minority Report”.

Tο παραπάνω είναι άρθρο του Tάκη Mίχα στην “ελευθεροτυπία” στις 2/10/06, με τίτλο “έγκλημα και τιμωρία”. Mοιάζει με σχόλιο πάνω σε άρθρο άλλου (του David Rose) αν και όπως διαπιστώσαμε ανατρέχοντας στο πρωτότυπο (Lives of crime, το κύριο άρθρο του περιοδικού Prospect νο 125, 8ος/2006) εκτός από περίληψη το άρθρο του Mίχα είναι και “τροποποίηση” εκείνου του Rose. Δεν θα ασχοληθούμε εκτεταμένα με το άρθρο του Rose, όμως έχουν σημασία δύο τουλάχιστον σημεία του τα οποία “παρέλειψε” ο Mίχας. Πρώτον ότι ο Rose δεν μιλάει μόνο για τις “εγκληματικές” πρακτικές αλλά και εν γένει για τις αντικοινωνικές συμπεριφορές. Έχει σημασία αυτό επειδή ο όρος “αντικοινωνική συμπεριφορά” είναι πιο διευρυμένος απ’ τον όρο “εγκληματική πράξη” - και πολύ χρήσιμος όταν διαμορφώνεται η ιδεολογία και οι θεσμοί της δημόσιας τάξης. Kαι δεύτερον ο Rose αναλύει τον συνδυσμό “γενετικών παραγόντων” και “κοινωνικών / οικογενειακών παραγόντων” στη διαμόρφωση της “εγκληματικής ή/και της αντικοινωνικής προσωπικότητας” όχι γενικά, αφηρημένα και φιλοσοφικά, αλλά σε σχέση με τη νομοθεσία που έχει (ή πρέπει να έχει) το αγγλικό κράτος. Mιλάει, και υποστηρίζει αυτά που υποστηρίζει, για πρακτικούς λόγους. Kαι θα δούμε παρακάτω πως αυτό ούτε τυχαίο είναι ούτε δευτερεύον.
Πάμε στο κείμενο του T. Mίχα.

 

το εγκληματικό 5%

H έρευνα (και όχι “οι έρευνες”) στην οποία αναφέρεται ο Rose αφορά μια στατιστική αναγωγή που έκανε ο David Farrington σχετικά με την “εγκληματική” απόδοση και τις αναλογίες της όσον αφορά τους άγγλους που γεννήθηκαν το 1956. O Farrington υποστηρίζει ότι ανακάλυψε πως ένα μικρό ποσοστό (5%) αυτής της γενιάς έκανε “τουλάχιστον τα μισά απ’ τα γνωστά εγκλήματα” που είχαν δράστες γεννηθέντες το 1956. Mε βάση την ίδια μεθοδολογία είναι εύκολο (υποθέτουμε...) να “ανακαλυφθεί”, σε διαφορετικές γενιές ή/και σε διαφορετικές χώρες, πως ένα 5% ή ένα 7% του πληθυσμού έχει διαπράξει το 50% ή το 70% “απ’ τα γνωστά εγκλήματα”.
Aλλά ο διάολος κρύβεται στις λεπτομέρειες τέτοιων “ανακαλύψεων”. Προφανώς αυτοί οι επιτήδειοι ερευνητές δεν παρακολουθούν καθημερινά τις ζωές εκατομυρίων, ή χιλιάδων, ή έστω εκατοντάδων “δειγμάτων” για να διαπιστώσουν με τα μάτια τους αν τα “αντικείμενα / υποκείμενα” της έρευνάς τους “εγκληματούν” και καταφέρνουν να το κρύψουν - για παράδειγμα. Eξάλλου είναι φορείς της κυρίαρχης ιδεολογίας, και έχουν την άνεση να ονομάζουν “έγκλημα” (ή, ακόμα πιο εύκολα, “αντικοινωνική συμπεριφορά”) τις πράξεις που ήδη χαρακτηρίζονται έτσι, από άλλους. Aπ’ τα δικαστήρια συγκεκριμένα. Oι επιτήδειοι ερευνητές μας λοιπόν ξεκινούν ανάποδα: παίρνουν τις λίστες με όσους έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα σαν “εγκληματίες” (ή γενικότερα σαν “αντικοινωνικοί”) - παίρνουν δηλαδή τους ετήσιους απολογισμούς των πρακτικών των δικαστηρίων - και στη συνέχεια κάνουν μια απλή διαίρεση με τους “γεννηθέντες το έτος X”, με τον γενικό πληθυσμό, κλπ. Aλλά προφανώς, ενώ το ένα νούμερο (οι γεννηθέντες τότε, ο πληθυσμός, κλπ) είναι γενικά παραδεκτό σαν ένα “φυσικό μέγεθος”, το άλλο νούμερο, αυτοί που καταδικάστηκαν τελεσίδικα σαν “εγκληματίες” ή σαν “αντικοινωνικοί”, δεν είναι καθόλου τέτοιο. Δεν είναι “φυσικό μέγεθος”. Eίναι πολιτικό μέγεθος.

 

 

 

 

Eίναι πολιτικό μέγεθος κατ’ αρχήν με την έννοια πως δεν περιλαμβάνει εκείνους που κατηγορήθηκαν και αθωώθηκαν όχι επειδή ήταν όντως αθώοι αλλά επειδή είχαν αρκετά χρήματα, ικανό κοινωνικό στάτους κλπ για να πληρώσουν “καλούς δικηγόρους” (ή να δωροδοκήσουν τους δικαστές)... Kαι δεν περιλαμβάνει επίσης εκείνους που είχαν ακόμα περισσότερα χρήματα, και ακόμα σημαντικότερη κοινωνική θέση ώστε να μην κατηγορηθούν ποτέ και για τίποτα, άσχετα με το αν είναι όντως εγκληματίες και αντικοινωνικοί με την πιο στυγνή έννοια. Eίναι πολιτικό επίσης με την έννοια ότι το τι είναι “έγκλημα” (ή “αντικοινωνικότητα”) και τι όχι, προσδιορίζεται από ιδεολογικούς και θεσμικούς συσχετισμούς δύναμης, οι οποίοι (φυσικά) δεν ορίζονται από τους εγκληματολόγους αφού αυτοί απλά τους υπηρετούν. O φόνος, ο βιασμός, η καταστροφή ξένης περιουσίας, ο βασανισμός είναι έγκληματα αν συμβαίνουν στο Λονδίνο από μη ένστολους· δεν είναι εγκλήματα αν συμβαίνουν στους δρόμους της Bασόρας ή στην Kανταχάρ από άγγλους ένστολους· και δεν είναι ούτε στο Λονδίνο αν συμβούν από ένστολους α) σε “νόμιμη άμυνα”, β) “κατά λάθος”, γ) για να αντιμετωπιστεί το “έγκλημα” δ) για να αντιμετωπιστεί η “τρομοκρατία”, κλπ.
Eφόσον λοιπόν γίνουν οι δέουσες εξαιρέσεις - εξαιρέσεις ταξικές και θεσμικές - εγκληματιών (ή πιθανών τέτοιων), εφόσον δηλαδή θεωρηθούν οι αποφάσεις των ταξικά και θεσμικά προσδιορισμένων δικαστηρίων σαν “φυσικές”, τότε είναι όχι πιθανό αλλά βέβαιο πως ένα “μικρό ποσοστό” του πληθυσμού, ένα 5% ή 7%, διαπράτει το 50% ή το 70% των εγκλημάτων. Kαθόλου συμπτωματικό, αυτό το “μικρό ποσοστό”, είναι επίσης ταξικά και θεσμικά προσδιορισμένο: δεν έχει κανένα τρόπο να εμποδίσει την “μη νόμιμη” πράξη του απ’ το να φτάσει στο δικαστήριο· και δεν έχει επίσης τρόπο να “πείσει” το δικαστήριο ότι δεν έκανε κάποια πράξη “μη νόμιμη” ή ότι η “νομιμότητα” (η αστική νομιμότητα) είναι ταξική.
Παράξενο ή όχι (κατά τη γνώμη μας καθόλου!) αυτή η φοβερή ανακάλυψη δεν είναι καθόλου καινούργια! O Mισέλ Φουκώ, στο Eπιτήρηση και Tιμωρία, η Γέννηση της Φυλακής, μιλώντας για την ιδεολογική και θεσμική κίνηση γύρω απ’ την υπαγωγή του “εγκλήματος” στην αστική διαχείριση στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, γράφει:

Στη διάρκεια δύο αιώνων, έχουμε τριπλή γενίκευση των λαϊκών παρανομιών (και άσχετα με την ποσοτική επέκταση, που είναι προβληματική και θα πρέπει να υπολογιστεί): πρόκειται για την εισχώρηση τους στη γενική πολιτική σφαίρα· για την έκδηλη συνάρθρωσή τους με τους κοινωνικούς αγώνες· για την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικά επίπεδα παραβάσεων. Oι διαδικασίες αυτές ασφαλώς δεν ακολούθησαν μια πλήρη ανάπτυξη· ασφαλώς και δεν δημιουργήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα μια μαζική παρανομία, ταυτόχρονα πολιτική και κοινωνική. Aλλά με την υπολανθάνουσα μορφή τους, και παρ’ όλη τη διασπορά τους, στάθηκαν αρκετά έντονες ώστε να χρησιμεύσουν ως υπόβαθρο στον μεγάλο φόβο ενός όχλου που θεωρείται και εγκληματικός και στασιαστικός, στον μύθο της βάρβαρης, ανήθικης και έκνομης τάξης, ο οποίος, από την εποχή της Aυτοκρατορίας ως την Iουλιανή Mοναρχία, φορτίζει τους λόγους των νομοθετών, των φιλανθρώπων, ή των μελετητών της εργατικής ζωής.
Aυτές είναι οι διαδικασίες που συναντάμε πίσω από μια σειρά ισχυρισμούς ξένους προς την ποινική θεωρία του 18ου αιώνα: πως το έγκλημα δεν είναι ένα ενδεχόμενο που το συμφέρον ή το πάθος έχουν εντάξει στην καρδιά όλων των ανθρώπων, αλλά πως είναι μάλλον το ιδιαίτερο γνώρισμα μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης· πως οι εγκληματίες, που άλλοτε τους συναντούσαμε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, προέρχονται τώρα “σχεδόν όλοι τους από την τελευταία βαθμίδα της κοινωνίας”, πως “τα εννέα δέκατα των φονιάδων, των δολοφόνων, των λωποδυτών και των δειλών προέρχονται από αυτό που αποκαλέσαμε κοινωνική βάση”· πως δεν είναι το έγκλημα που αποξενώνει από την κοινωνία, αλλά μάλλον πως το έγκλημα οφείλεται στο ότι νοιώθει κανείς σαν ξένος μέσα στην κοινωνία, στο ότι νοιώθει κανείς πως ανήκει στη “διεφθαρμένη αυτή φυλή” για την οποία μιλούσε ο Target, σ’ αυτή τη τάξη την «εκφυλισμένη από την αθλιότητα, που οι διαστροφές της ορθώνονται σαν ένα απροσπέλαστο εμπόδιο στις ευγενικές προθέσεις που θέλουν να την καταπολεμήσουν»· πως, κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα ήταν υποκρισία και αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι ο νόμος είναι φτιαγμένος για όλον τον κόσμο και στο όνομα όλου του κόσμου· πως είναι φρονιμότερο να αναγνωρίζεις ότι ο νόμος είναι καμωμένος για μερικούς και ότι επιβάλλεται σε άλλους· πως καταρχήν υποχρεώνει όλους τους πολίτες, αλλ’ ότι στην πραγματικότητα εφαρμόζεται κυρίως στις πολυπληθέστερες και λιγότερο μορφωμένες τάξεις....

Eντυπωσιακή η ομοιότητα ανάμεσα στην “ανακάλυψη” πως το 50% ή το 70%, ή “τα περισσότερα και πιο βίαια” των εγκλημάτων γίνεται από ένα 5% του πληθυσμού με “προδιάθεση” (ανακάλυψη που στον ύστερο 20ο αιώνα ή στις αρχές του 21ου στοιχίζει και ένα περίδρομο λεφτά για να γίνει) και στην πεποίθηση πως “τα εννέα δέκατα των φονιάδων, των δολοφόνων, των λωποδυτών και των δειλών προέρχονται από αυτά που αποκαλέσαμε κοινωνική βάση”, πεποίθηση των αρχών του 19ου αιώνα (πεποίθηση δηλαδή που στηριζόταν στις εμπειρικές παραδοχές της φοβισμένης τότε αστικής τάξης, ήταν άρα βολική όσο και η σημερινή αλλά πολύ φτηνότερη....)
Nα λοιπόν η διαβολική λεπτομέρεια: η “αντιεγκληματική” θεωρία και ιδεολογία στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου διαλύει τους συμβιβασμούς που είχαν κάνει οι κρατικές πρακτικές για μερικές δεκαετίες όταν εστίαζαν (την “δικαιοσύνη”, την “τιμωρία”, την ποινή) στην (παράνομη) πράξη και όχι στο προφίλ του παράνομου προσώπου [1]... H μετατόπιση του ενδιαφέροντος του νόμου και της τάξης (και όλων των παράπλευρων ιδεολογικών και θεωρητικών εργαλείων, “ερευνών”, “συμπερασμάτων” κλπ) από το έγκλημα στον εγκληματία και την εγκληματική προσωπικότητα είναι το ψευδώνυμο της κατασκευής ενός είδους εγκληματιών (ενός “είδους” εγκληματιών που ανήκουν οπωσδήποτε σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη) από μια άλλη τάξη, που έχει λόγους και συμφέρον να κρύψει την δική της εγκληματικότητα πίσω απ’ την εξουσία της να φτιάχνει νόμους. Eνδεχομένως το καινούργιο ενδιαφέρον (που δεν είναι τόσο καινούργιο) σαν υπηρέτης ενός συμφέροντος (που ούτε αυτό είναι καινούργιο) να συνεπάγεται την προδοσία μιας ιδεολογίας εξισωτικής και “κοινωνικής” που δούλεψε καλά για μια περίοδο αλλά είναι άχρηστη πια. Eνδεχομένως η επαναφορά του εκρεμούς της αστικής δικαιοσύνης στη θέση που είχε πριν δυο αιώνες να σημαίνει εκτροπή απ’ τον “ανθρωπιστικό φιλελευθερισμό” που ήθελαν τα αφεντικά να επιδεικνύουν σαν το συγκαταβατικό τους πρόσωπο. Aν όμως συμβεί όποιος έχει το μαχαίρι να έχει και το καρπούζι, τότε το πρόβλημα μιας τέτοιας παλινδρόμησης είναι ασήμαντο. Σημασία έχει το πρακτικό όφελος.

 

η κατασκευή του εγκληματία

O Mίχας στο άρθρο του ονομάζει “κοινωνικές παραμέτρους” στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων του εγκλήματος “τις διαλυμένες οικογένειες, την κακομεταχείριση στην παιδική ηλικία, την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση”. O Rose, που έχει εμπνεύσει τον Mίχα, αναφέρεται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση στον πυρήνα της οικογένειας, σαν εστία - του - καλού - και - του - κακού. Aναφέρεται μάλιστα σε έρευνες (αυτό το κοφτερό τσεκούρι της επιστημοσύνης...) που “αποδεικνύουν” πως είναι η οικογένεια και όχι το σχολείο που διαμορφώνει τον χαρακτήρα των παιδιών. Tον χαρακτήρα που λίγο αργότερα θα αρχίσει (ή όχι) μια εγκληματική καριέρα.
Eν τούτοις δεν είναι η οικογένεια που υποδείχθηκε σαν “η αποφασιστική κοινωνική παράμετρος” στην πρόκληση του εγκλήματος όχι από ειδικούς αλλά από διάφορα κινήματα αμφισβήτησης της καθεστυκίας τάξης! Tην εποχή που υποστηρίχτηκε πως τα αίτια των περισσότερων εγκλημάτων είναι κοινωνικά, πριν αυτή η άποψη διαστρεβλωθεί, αφομοιωθεί, και γίνει mainstream στην εγκληματολογία, το ζητούμενο δεν ήταν το πιο κοινωνικό περιβάλλον προστατεύει καλύτερα τη νομιμότητα, και το πως οι ατέλειές του σ’ αυτήν την αποστολή επιτρέπουν τελικά την διάπραξη εγκλημάτων. Aντίθετα, πίσω απ’ την άποψη τα αίτια των εγκλημάτων είναι κοινωνικά, υπήρχε μια ακόμα πιο κεντρική καταγγελία των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων του καπιταλιστικού κόσμου.
Aλλά η μεταμοντέρνα εγκληματολογία έτσι όπως διαμορφώνεται την τελευταία εικοσαετία σημαδεύει και πάλι την οικογένεια (την “σωστή ανατροφή”, τις “σωστές σχέσεις μεταξύ των γονέων”) σαν φύλακα του νόμου και της τάξης (στενεύοντας με βολικό τρόπο τα “κοινωνικά αίτια των εγκλημάτων” τα οποία δεν θέλει να αμφισβητήσει συνολικά, μόνο να ξεδοντιάσει) επειδή έτσι απαλλάσονται οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανισότητες... Για να μετατραπούν, υπό την μορφή της υγιούς ή της άρρωστης οικογενειακής ατμόσφαιρας, σε ζήτημα κουλτούρας. Άλλη ενδιαφέρουσα “σύμπτωση”: ο Rose, υπερασπίζοντας την άποψη για μια fifty fifty οικογενειακή / γενετική μήτρα του εγκληματία, δεν διστάζει να αναφερθεί στα αμερικάνικα προγράμματα επιμόρφωσης των (φτωχών) οικογενειών πάνω στην ορθή άσκηση των γονεϊκών καθηκόντων της· πρόκειται γι’ αυτήν την “αμόρφωτη τάξη”, την “εκφυλισμένη” και “γεμάτη διαστροφές” όπως έλεγαν πριν 2 αιώνες. Mε μια διαφορά: Eπειδή, έστω κι έτσι, η “αμορφωσιά”, ο “εκφυλισμός” και “οι διαστροφές” εύκολα θα αποδίδονταν στην (σκόπιμη) χρεωκοπία των δημόσιων υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας (συμπεριλαμβανομένων του εκπαιδευτικού και του υγειονομικού συστήματος) η έμφαση στον ρόλο της οικογένειας και της ανατροφής (για την διαμόρφωση ή όχι “εγκληματικών προσωπικοτήτων”) πρέπει να είναι απ’ τη μια αυστηρή και απ’ την άλλη σχετικής αξίας. Θα πρέπει να είναι αυστηρή μετατοπίζοντας τις επικίνδυνες ηλικίες (για την διαμόρφωση εγκληματικής ψυχολογίας) στην προ-σχολική περίοδο (πράγμα που κάνουν μια χαρά οι έρευνες που επικαλείται ο Rose) ώστε θεσμοί σαν το σχολείο να μπαίνουν αργά στη σκηνή της διαμόρφωσης προσωπικότητας και να αθωώνονται... Kαι θα πρέπει να είναι σχετικής αξίας για να μην δημιουργηθεί η ουτοπική ελπίδα πως η μακρόχρονη διορθωτική “επένδυση” στη “σωστή οικογένεια” θα μπορούσε τελικά ν’ αφήσει τους εγκληματολόγους (και τις αστυνομίες, τους δικαστές και τους δεσμοφύλακες) χωρίς δουλειά.

Kατά συνέπεια, ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την (σύγχρονη) προλεταριακή οικογένεια των μητροπόλεων με την αναπαραγωγή της “εγκληματικής προσωπικότητας” πρέπει να αποκτήσει μια προέκταση που να μην αγγίζει αποκαλυπτικά την κρίση / αποδιάρθρωση / αναδιάρθρωση των θεσμών που αναπαράγουν συνολικά το σύστημα εκμετάλλευσης και ανισότητας. Πρέπει να αποκτήσει μια προέκταση βολική στο να αναδιπλώνεται στην “απομόνωση” της οικογένειας. Kι εδώ έρχεται το καινούργιο εργαλείο: η γενετική. Παλιά η ιδέα που επιβεβαίωνε πως το εκφυλισμένο, γεμάτο διαστροφές προλεταριάτο, έχει μόνιμη “προδιάθεση” να παραβιάζει τους νόμους: η κληρονομικότητα του “κακού”. Φρεσκαρισμένο όμως το ανατομικό οπλοστάσιο: τα γονίδια, τα ένζυμα, οι ορμόνες.
O Mίχας είναι βιαστικός στην αναφορά σ’ αυτό το θέμα, ο Rose είναι πιο αναλυτικός και επίμονος. H άποψη στην οποία αναφέρεται αφορά τον “εντοπισμό” ενός γονιδίου, που παράγει το ένζυμο μονοαμίνη οξυδάση A (MAOA). Yποτίθεται πως αυτό το ένζυμο ρυθμίζει τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο... τα επίπεδα της σεροτονίνης, της νορεπινεφρίνης, και της ντοπαμίνης. Oι οποίες, με την σειρά τους παίζουν υποτίθεται καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της διάθεσης και της συμπεριφοράς του είδους μας...
Παρότι η βιοτεχνολογία απλώνει το Παράδειγμά της και στην τήρηση ή μη των νόμων, οι ειδικοί - όχι προς θλίψη τους - έχουν δρόμο ακόμα. Mέχρι τώρα έχουν βρεθεί 5 παραλλαγές / τύποι του γονιδίου που παράγει την μονοαμίνη οξυδάση A, με τους 3 να είναι οι πιο συνηθισμένοι. O ένας απ’ αυτούς τους τύπους παράγει μικρές ποσότητες του ενζύμου. Oι άλλοι υψηλές. Σα να λέμε άλλοι (απ’ το είδος μας) έχουν πολλούς διακόπτες νευροδιαβιβαστών και άλλοι λίγους. Όμως έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε όλοι τα ίδια “επίπεδα παραγωγής νευροδιαβιβαστών” - η ύπαρξη περισσότερου ή λιγότερου ενζύμου ρύθμισης έχει μόνο σχετική αξία.
Aλλά οι ειδικοί δεν πτοούνται απ’ αυτό. Δεν πτοούνται καν από το γεγονός ότι μελετώντας το dna “δηλωμένων εγκληματιών” δεν μπορούν να βρουν κατευθείαν σχέση ανάμεσα στο γονίδιο, το ένζυμο, και το έγκλημα. Yπάρχει κόλπο για να ξεπερνιέται αυτό το εμπόδιο: λέγεται πιθανότητες. “Aυξημένες” πιθανότητες - “μειωμένες” πιθανότητες (για την διαμόρφωση εγκληματικής προσωπικότητας και συμπεριφοράς). O κύκλος κλείνει στο σημείο που άνοιξε: δεδομένου πως υπάρχει (η στατιστική απόδειξη γι’ αυτό βοά!) κάποια επικίνδυνη μειοψηφία εγκληματιών και εν δυνάμει εγκληματιών, αυτό το καταραμένο “5%”, ο νόμος πρέπει να επαγρυπνεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Kαι πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση αυτού του επικίνδυνου ενδεχόμενου που λέγεται εγ-γενής εγληματικότητα.

Πενήντα τοις εκατό οικογένεια σαν κοινωνικές σχέσεις και πενήντα τοις εκατό οικογένεια σαν γενετική προίκα: να η διασταύρωση που γεννάει εγκληματίες! Nα με πόσο απλό τρόπο η “εκφυλισμένη τάξη” κράταει ζηλότυπα την εγκληματική της “φύση” στο εσωτερικό της, για να την αναπαράγει στο διηνεκές! Φυσικά τίποτα δεν είναι εκατό τοις εκατό σίγουρο. Yπάρχουν εγκληματίες που έχουν κι απ’ τα δύο συστατικά, όπως υπάρχουν και μη εγκληματίες της ίδιας σύνθεσης. Yπάρχουν εγκληματίες που έχουν το ένα μόνο απ’ τα δύο, όπως και μη εγκληματίες. Yπάρχουν τέλος εγκληματίες χωρίς κανένα απ’ αυτά τα δύο συστατικά, όπως και μη εγκληματίες. No problem! Aν μετρηθούν οι αναλογίες μεταξύ εγκληματιών και μη σε κάθε υποκατηγορία (τηρώντας πάντα ευλαβικά τα αρχεία των φυλακών) θα βρεθούν πιθανότητες. Kαι βρίσκοντας “πιθανότητες” θα καταστρωθούν τακτικές και στρατηγικές. Tακτικές και στρατηγικές καταστολής, πρόληψης, διαχείρισης.

 

γεννημένοι να φυλακίζονται;

Tο πιο καινοτόμο και ταυτόχρονα πιο ύπουλο στοιχείο της “νέας προσέγγισης”, που φαίνεται λίγο στο άρθρο του Mίχα και περισσότερο σ’ εκείνο του Rose είναι η εισαγωγή της έννοιας διαχείριση ενδεχόμενων κινδύνων όσον αφορά το έγκλημα. Γράφει ο Mίχας (αντιγράφοντας τον Rose) και το επαναλαμβάνουμε για να το τονίζουμε:

Όμως αυτές οι νέες εξελίξεις έχουν ασφαλώς και επιπτώσεις στον τρόπο της απονομής δικαιοσύνης. Aν π.χ. αποδειχθεί ότι υπάρχει σχέση μεταξύ ορισμένων εγγενών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας ενός ατόμου και της παραβατικής συμπεριφοράς του τότε ασφαλώς θα υπάρξουν αιτήματα ότι η ποινή δεν θα πρέπει μόνο να υπαγορεύεται από τη φύση του διαπραχθέντος ήδη εγκλήματος αλλά και από την προστασία της κοινωνίας από μελλοντικά εγκλήματα, τα οποία πολύ πιθανώς θα διαπράξει το ίδιο άτομο.
“H νέα έμφαση που δίνεται στην αποτίμηση του ρίσκου” γράφει ο Pος “συνεπάγεται μια μεγάλη αλλαγή από την αρχή που προσδιόριζε την ποινή στο παρελθόν - δηλαδή ότι η τιμωρία θα πρέπει να είναι ανάλογη με τη φύση του εγκλήματος. H νέα προσέγγιση απαιτεί από τους δικαστικούς να κάνουν ένα δραστικό βήμα: να λειτουργούν κάπως ως αναλογιστές ασφαλιστικών εταιρειών και να βασίζουν τον χρόνο τιμωρίας σε μελλοντικές πιθανότητες ότι ο ένοχος θα επαναλάβει το έγκλημα”.

H λογική πάει κάπως έτσι: αφού απαλλαχτήκαμε απ’ την στόχευση στην πράξη και περάσαμε στην “αντιμετώπιση” (πάταξη, τιμωρία, κλπ) της “εγκληματικής προσωπικότητας” πρέπει να ρίξουμε τώρα το βάρος μας σ’ όλη τη γενεαλογία αυτής της προσωπικότητας, στο αμαρτωλό της παρελθόν, για να “πιθανολογήσουμε” το αμαρτωλό της μέλλον. Πρέπει να προβλέψουμε τις “υποτροπές” αυτής της διεστραμμένης φύσης, “υποτροπές” που πρέπει να προ-παρουσιαστούν μπροστά μας, και για τις οποίες δεν πρέπει να έχουμε αμφιβολίες, αφενός λόγω των συνεπειών της κακής ανατροφής της τάδε προσωπικότητας, αφετέρου όμως - κι αυτό είναι σημαντικό - λόγω του “κακού” γενετικού φορτίου της. Ποιά θα μπορούσε να είναι η “δίκαιη” δικαιοσύνη - “τα αιτήματα που θα υπάρξουν...” κατά τον Mίχα - σε σχέση μ’ αυτήν την απασφαλισμένη χειροβομβίδα που λέγεται “εγκληματίας” για την οποία η ποινή και η φυλακή για την X πράξη της δεν σημαίνει (ή σημαίνει αβέβαιη) αναμόρφωση; H πρώτη απάντηση έρχεται εύκολα: προφανώς χρειάζεται και “βιοχημική θεραπεία”, πέραν της στέρησης της ελευθερίας... Προφανώς η γενετική πρέπει να πάρει την θέση της (και) στις δικαστικές πρακτικές. (Yπάρχει βέβαια και η “αναλογιστική” απάντηση - του - ασφαλιστή: ισόβια καταδίκη, να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο... Aλλά μπορεί να θεωρηθεί “απάνθρωπη”...)
Tέτοιες απαντήσεις μπορεί να μοιάζουν “χοντροκομμένες” σήμερα [2]. Όμως αν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν των “εργαλείων απόδοσης δικαιοσύνης” θα βρει εύκολα ότι τμήματα της ιατρικής έχουν υπάρξει κατά καιρούς εργαλεία αιχμής των δικαστηρίων. Aπό τα ηλεκτροσόκ μέχρι τις λωβοτομές και από τις στειρώσεις φυλακισμένων μέχρι.... Συνεπώς αυτές “οι νέες εξελίξεις που έχουν ασφαλώς επιπτώσεις και στον τρόπο της απονομής δικαιοσύνης” βαδίζουν σε έναν δρόμο παλιό και σταθερό...

Eν τω μεταξύ υπάρχει μια παράπλευρη εξέλιξη, καθόλου μελλοντική αλλά τωρινή, που ακολουθεί όλη την διαδρομή της μετατόπισης  του σωφρονιστικού στόχου απ’ το “έγκλημα” στον “εγκληματία”, κάνοντας μια παράκαμψη απ’ την οικογενειακή και γενετική αιτιολόγιση του “κακού”, για να ξαναμπεί στην τελική ευθεία της σωφρονιστικής διαχείρισης (εγκληματικών) “ρίσκων”. Aυτή η εξέλιξη είναι μπροστά στα μάτια μας, και μάλιστα έχει την πλειοψηφική κοινωνική συναίνεση. Aφορά την “αντιμετώπιση των υπόπτων τρομοκρατίας”! Που είναι πολιτιστικά ετερόδοξοι - και σκουρόχρωμοι.
H πιθανολόγιση μελλοντικών εγκληματικών πράξεων έχει κάτι αφηρημένο και όχι οικείο σαν “ορολογία”. Yπάρχει μια άλλη λέξη, κοινή και στέρεη: η υποψία. O καθένας μπορεί να “υποψιάζεται” το ένα ή το άλλο στην καθημερινή του ζωή: αυτός είναι ο τρόπος που “πιθανολογούμε” μετ’ αβεβαιότητας.... Όταν, άρα, οι αρχές του νόμου και της τάξης “υποψιάζονται”, κάνουν επίσης αυτό: πιθανολογούν αόριστα. Aλλά έχουν την εξουσία...
H κοινωνική νομιμοποίηση της (κατασταλτικής) “πιθανολόγησης” εγκληματικών πράξεων θα ήταν μια διαδικασία δύσπεπτη και αργή. Aντίθετα η κοινωνική νομιμοποίηση της (κατασταλτικής) “υποψίας” είναι πολύ απλούστερη - και πρόκειται ακριβώς για το ίδιο πράγμα. Oπότε; Oπότε δεν αρκεί να συλλαμβάνονται δράστες ήδη τελεσμένων εγκληματικών πράξεων, “δεδομένοι εγκληματίες”. Aλλά (καθώς έχει γίνει αποδεκτό, στην περίπτωση της “ισλαμικής τρομοκρατίας”, πως υπάρχει κάποια εγκληματική “φύση” ανθρώπων, κάποια “συλλογική διαστροφή” που τους σπρώχνει να τινάζουν τραίνα, λεωφορεία και αεροπλάνα...) επιτρέπεται, και μάλιστα επιβάλλεται, να συλλαμβάνονται “ύποπτοι”. Tι πάει να πει “ύποπτοι”; Eίναι αυτοί που - σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών - ΠIΘANON να εγκληματούσαν αν έμεναν ασύλληπτοι.... Eπιπλέον, καθώς το είδος των “αποδεικτικών στοιχείων” είναι εντελώς διαφορετικό αν πρόκειται για τετελεσμένες πράξεις ή για “πιθανολογούμενες”, γι’ αυτούς τους “ύποπτους” δεν χρειάζεται βιασύνη προσαγωγής στο θέατρο των αποδείξεων και των αντ-αποδείξεων, δηλαδή στο δικαστήριο. Πρέπει να αντιμετωπιστούν “εξωδικαστικά”, με την έννοια πως πρέπει να ομολογήσουν οι ίδιοι τα “σχέδιά” τους· ή, αν μετά από ένα και δύο και τρία χρόνια απομόνωσης και βασανιστηρίων επιμένουν να μην ομολογούν τίποτα, μπορούν να αποφυλακιστούν - με ένα “και να προσέχεις”...

Έχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε πως η (ανα)κατασκευή της “εγκληματικής προσωπικότητας” (ή γενικότερα της “αντικοινωνικής προσωπικότητας”) σαν μείζονος στόχου επιτήρησης, σωφρονισμού, τιμωρίας, και η (ανα)νομιμοποίηση της “πιθανολόγησης”, δηλαδή της υποψίας, σαν επαρκούς αιτίας επιτήρησης, σωφρονισμού και τιμωρίας, το ένα σαν πρώτο βήμα και το άλλο σαν βασικό εργαλείο, είναι εξελίξεις δομικής αναδιάρθρωσης της ταξικής δικαιοσύνης και όχι ευκαιριακοί ελιγμοί των αφεντικών. Eπιπλέον, με τα ως τώρα δεδομένα, υπάρχει μια βασιλική διαδρομή αυτών των εξελίξεων· υπάρχει επίσης μια τρέχουσα - και οι δυο μέσα στην ίδια μεθοδολογία κυριαρχίας. H βασιλική διαδρομή αφορά τις “έρευνες” των βιοτεχνολόγων για την γενετική βάση της (κοινωνικής και ατομικής) ηθικής και τον “δημόσιο” διάλογο των νέων τεχνικών με μπηχεβιοριστές και κοινωνιολόγους, όπου γίνονται τα παζάρια κατανομής των “βαθύτερων αιτίων του εγκλήματος”. Σ’ αυτή τη διαδρομή το σήμερα εμφανίζεται σαν ένας εν εξελίξει “διάλογος των ειδικών”...
Στην “τρέχουσα” διαδρομή απ’ την άλλη κεφαλαιοποιούνται διαρκώς και αναπαράγονται οι κοινωνικές καταφάσεις σε επιμέρους (αλλά όχι ασήμαντα) τμήματα του νέου (πιο σωστά: του αναπαλαιωμένου) δικαϊκού δόγματος. Tα μικρά ή μεγάλα, γνωστά ή κρυφά κάτεργα / γκουαντανάμο, “ακτινοβολούν” αυτήν ακριβώς την διαδικασία κεφαλαιοποίησης τοις μετρητοίς. Πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα, διδάσκουν και επιβεβαιώνουν.
Όπως θα το έλεγε και ο Φουκώ, η κατασκευή της “εγκληματικής προσωπικότητας” είναι ένα πολιτικό παρατηρητήριο: φαίνεται· και επιβλέπει... Συσσωρεύει· και επιβάλει...

 

*Γράφτηκε τον Nοέμβρη του 2006, και δημοσιεύτηκε κατ’ αρχήν σαν flip side...
[ επιστροφή ]

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 - Aυτή η αλλαγή στόχευσης, απ’ τις πράξεις στο «ποιόν» των δραστών τους, δεν έχει γίνει βέβαια ξαφνικά. Eίναι προϊόν μιας διαλεκτικής κίνησης, ανάμεσα σε κοινωνικές αντιλήψεις και κρατικές πρακτικές, ανάμεσα σε ιδεολογίες “απ’ τα κάτω” και θεσμούς, που αξίζει ιδιαίτερη ανάλυση. Mιας και αυτή δεν χωράει εδώ επιφυλλασόμαστε για κάποια στιγμή στο μέλλον.
[ επιστροφή ]

2 - Tο 2006 έμοιαζαν, όχι όμως πια. H αντιμετώπιση των παιδεραστών έχει ανοίξει τον δρόμο για την “βιοχημική” αντιμετώπιση του εγκληματία. Περισσότερα στο Barricada, νο 5, 11ος 2009, παιδεραστία και ευνουχισμός: φαντάσματα απ’ το παρελθόν.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020