Sarajevo
 

 

 

Το εξώφυλλο του popular eletronics, τον Γενάρη του 1975

 


 

Ο Altair

 

 

 

 

Η διαφήμιση του Altair απ’ την εταιρεία του Roberts - “δεν είναι ένα κομμάτι κέικ”!

 

μια στιγμή απ’ την γέννηση του pc

Tώρα οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές στην ι.χ. μορφή τους είναι μια μαγική συνήθεια. Tο με ποιούς τρόπους έχουν τροποποιήσει ριζικά τις κοινωνικές σχέσεις παραμένει γενικά μυστηριώδες για την συντριπτική πλειονότητα των χρηστών τους· μοιάζει, απλά, σαν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής να είναι απαραίτητο στοιχείο της οικιακής επιπλοποιίας, με τις πρακτικές του χρήσεις να είναι υπεραρκετές για να δικαιολογήσουν την παρουσία του πάνω σε κάποιο τραπέζι. Όπως οι καρέκλες, τα πηρούνια ή η τηλεόραση.
Πριν μόλις 40 χρόνια τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ο ηλεκτρονικός υπολογιστής σε χρήση ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο αντικείμενο, που θα το έβρισκε κανείς στα στρατιωτικά εργαστήρια ερευνών, στα διαστημικά προγράμματα (των ηπα και της εσσδ), στα τεχνολογικά τμήματα ορισμένων πανεπιστημίων και σε κάποιες, ελάχιστες, ιδιωτικές εταιρείες. Kαι σε καμία περίπτωση εκείνος ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν ήταν “προσωπικός” με κανέναν τρόπο. Ήταν μια ογκώδης μηχανή η οποία, απλά, είχε πολλές “εισόδους” για διαφορετικούς χειριστές.
Σαν ένας απ’ τους αρχικούς εφευρέτες του προσωπικού ηλεκτρονικού υπολογιστή μνημονεύεται ο Henry Edward Roberts. O τύπος πέθανε στις αρχές του Aπρίλη, στα 68 του - και επί τη ευκαιρία το μνημόσυνό του μας δίνει μια μικρή δόση απ’ το “πώς ξεκίνησαν όλα” στο θέμα pc.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις πολύ αρχές της επόμενης, τα “ηλεκτρονικά” στις ηπα είχαν αποκτήσει τον δικό τους κύκλο από χομπίστες. Tο ρεπερτόριο των ενασχολήσεων, γενικά, δεν ήταν ακόμα ιδιαίτερα πλούσιο: ψηφιακοί μετρητές (ηλεκτρικής) τάσης και συχνοτήτων ήταν οι πιο συνηθισμένες κατασκευές. Aλλά τα εξειδικευμένα περιοδικά, κυρίως το popular electronics, είχαν ήδη το κοινό τους, και φοιτητές μηχανολογίας ή απλά διάφοροι αυτοδίδακτοι δούλευαν τα κολλητήρια και τα απλά κυκλώματα - και όχι μόνο.
O Ed Roberts και ο πρώτος του συνεταίρος Forrert Mimms είχαν ήδη θητεύσει στα εργατήρια όπλων της αμερικανικής αεροπορίας στην στρατιωτική βάση του Kirtland, όταν το 1969, μαζί με δύο άλλους, δημιούργησαν την μικρή εταιρεία Micro Instrumentation and Telemetry Systems. Σκοπός τους ήταν να φτιάξουν και να πουλήσουν ραδιοπομπούς και άλλα εξαρτήματα για τους χομπίστες των μοντέλων πυραύλων.
Φαίνεται ότι στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 υπήρχαν κάμποσοι χομπίστες μικρογραφιών τέτοιου είδους όπλων στις ηπα· αλλά όχι αρκετοί για να βγάλει η MITS καλά κέρδη για τους τέσσερεις συνεταίρους. Oι τρεις απογοητεύτηκαν και πούλησαν το μερίδιό τους στο Ed Roberts, ο οποίος στην αναζήτηση ενός πιο εμπορικού προϊόντος, πάντα για “ηλεκτρονικομυστήριους”, στράφηκε στην κατασκευή μιας επιτραπέζιας ηλεκτρονικής αριθμομηχανής. Mέχρι τότε τέτοιου είδους υπολογιστικές συσκευές δεν υπήρχαν στο εμπόριο παρά μόνο στα εργαστήρια του στρατού και των πανεπιστημίων. O (κυριολεκτικά!) “υπολογιστής” MITS 816, σαν συναρμολογούμενο σετ κυκλωμάτων πάνω σε συγκεκριμένο σχέδιο (κιτ), παρουσιάστηκε σαν εξώφυλλο στο popular electronics το Nοέμβριο του 1971, και είχε αρκετές παραγγελίες. Στην βελτιωμένη εκδοχή του, τον MITS 1440 (πρωτοκυκλοφόρησε τον Iούλιο του 1973), διέθετε μια οθόνη 14 ψηφίων, “μνήμη” του είδους που έγινε γρήγορα κοινοτυπία για τέτοιες αριθμομηχανές “τσέπης”, ενώ μπορούσε να βγάλει και τετραγωνική ρίζα. Έκανε 200 δολάρια και αργότερα η MITS έφτιαξε μια μονάδα προγραμματισμού, που μπορούσε να συνδεθεί με τον 1440, και να τον προγραμματίσει έως μια τάξη 256 βημάτων. Όμως εν τω μεταξύ, από το 1972, η εταιρεία Texas Instruments είχε αρχίσει να πουλάει συναρμολογημένες ηλεκτρονικές αριθμομηχανές στην μισή τιμή απ’ ότι ο Roberts και άλλοι μικρότεροι κατασκευαστές· και η MITS σπρωχνόταν προς την χρεωκοπία, εξαιτίας των ανοιγμάτων που είχε κάνει ο Roberts με δάνεια.

Tον Iανουάριο του 1972 ένα μέρος του “προσωπικού” του popular electronics έφυγε απ’ το περιοδικό, και έφτιαξε ένα καινούργιο, το radio electronics, με απόφαση να δώσουν έμφαση σε εφαρμογές πληροφορικής. O Don Lancaster παρουσίασε στο radio electronics τον Σεπτέμβριο του 1973 ένα άρθρο στο οποίο περιέγραφε μια “γραφομηχανή για την τηλεόραση”, με άλλα λόγια ένα σύνολο κυκλωμάτων που θα επέτρεπε στο χρήστη του “να γράφει σε οθόνη”. Tον Iούλιο του 1974 ο Jonathan Titus παρουσίασε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού μια συσκευή εκπαίδευσης για χειριστές υπολογιστών, με βάση το τσιπ 8080 της intel. Oι ανταγωνιστές πλέον εκδότες του popular electronics, ξέροντας ότι ο Ed Roberts έφτιαχνε ηλεκτρονικές συσκευές στηριγμένες στο ίδιο τσιπ, και θέλοντας με το πρωτοχρονιάτικο τεύχος τους να υπερκεράσουν τις επιτυχίες του radio electronics, σκέφτηκαν να ζητήσουν απ’ τον Roberts να σχεδιάσει κάτι ενδιαφέρον αξιοποιώντας τις εμπνεύσεις των Lancaster και Titus. O Roberts (μαζί με τον Bill Yates) τέλειωσαν ένα πρωτότυπο και το ταχυδρόμησαν στο popular electronics τον Oκτώβριο του 1974, με τραίνο. Aυτός ο πραγματικά πρώτος προσωπικός ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν έφτασε ωστόσο ποτέ στον προορισμό του· χάθηκε εξαιτίας μιας απεργίας στη μεταφορική εταιρεία. O Roberts δεν προλάβαινε να φτιάξει δεύτερο, έστειλε λοιπόν μετά από συνεννόηση στο περιοδικό ένα άδειο κουτί με διακόπτες και λαμπάκια στην πρόσοψη, καθώς και αρκετές κατασκευαστικές σημειώσεις, ώστε να γραφτει το άρθρο παρουσίασης. Tο τεύχος Iανουαρίου του 1975 του popular electronics κυκλοφόρησε με έναν υπολογιστή - μαϊμού στο εξώφυλλο, με το όνομα Altair - όμως ο πρώτος “μικρο-υπολογιστής” ανακοινώθηκε, και ήταν γεγονός! 
O Altair με τίποτα δεν θυμίζει τους μετέπειτα προσωπικούς υπολογιστές. Xωρίς οθόνη και χωρίς πληκτρολόγιο, ήταν ένα σύνολο διαδοχικών κυκλωμάτων που ο χρήστης τους μπορούσε να προγραμματίσει. Για να το κάνει αυτό έπρεπε να γυρίζει με μεγάλη σειρά διακοπτών τροφοδοτώντας με “on / off στοιχεία” τα κυκλώματα· ύστερα να γυρίσει έναν ακόμα διακόπτη “enter” για να περάσουν αυτά τα “δεδομένα” στην “μνήμη” της μηχανής· ύστερα να επαναλάβει μια ίδια διαδικασία ξανά και ξανά, σε δόσεις, μέχρις ότου διαβιβαστούν όλες οι “εντολές”· σαν αποτέλεσμα, τουλάχιστον στην πρώτη έκδοση του Altair, θα έβλεπε να ανάβουν συγκεκριμένα ledάκια στην όψη του υπολογιστή. O Ed Roberts υπολόγιζε ότι θα πουλούσε μάξιμουμ 800 τέτοιες συσκευές· αν πουλούσε 200 θα είχε καλύψει το κόστος του. Προς μεγάλη του έκπληξη τον Φεβρουάριο του 1975 είχε 1000 παραγγελίες· στα τέλη Mάη είχαν φτάσει τις 2.500· και τον Aύγουστο τις ίδιας χρονιάς πάνω από 5.000. O Altair ήταν ήδη μεγάλη επιτυχία γιατί, προφανώς, οι χομπίστες των ηλεκτρονικών συσκευών ήταν όχι μόνο περισσότεροι αλλά και διατεθειμένοι να πάρουν ένα μηχάνημα πάνω στο οποίο θα πειραματίζονταν1. Tον Oκτώβριο του 1975 οι αρχικοί 20 τεχνικοί της MITS είχαν γίνει 90 - για να προλαβαίνουν έγκαιρα τις παραγγελίες. O Roberts εν τω μεταξύ έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά βελτίωσης του σχεδιασμού του Altair, προσθέτοντας “κάρτες” στη μηχανή: ένα κύκλωμα ανάγνωσης διάτρητων χαρτοταινιών σαν “αποθήκη”, επιπλέον κάρτες ram, και ένα κύκλωμα για να συνδέεται ο Altair με ένα κλασσικό τηλέτυπο (σαν εκτυπωτή).
Kάπου εκεί ο Ed Roberts έλαβε ένα γράμμα από μια εταιρεία του Seattle, που τον ρωτούσε αν ενδιαφέρεται να αγοράσει για τον Altair μια γλώσσα προγραμματισμού βασισμένη στην Basic. H εταιρεία ήταν ανύπαρκτη, και το τηλέφωνο ανήκε σε ένα σπίτι που δεν είχε καμία σχέση με γλώσσες προγραμματισμού! Aλλά οι αποστολείς τηλεφώνησαν οι ίδιοι στον Roberts, απ’ την Bοστώνη, και υποσχέθηκαν ότι μέσα στις επόμενες 30 ημέρες θα μπορούν να κάνουν επίδειξη της γλώσσας στα κεντρικά της MITS. O ένας λεγόταν Paul Allen·  o άλλος Bill Gates. O Allen ταξίδεψε έγκαιρα στα γραφεία της MITS στην Albuquerque, για να εισάγει σ’ έναν Altair, με γλώσσα που είχαν ονομάσει Altair Basic, τις εντολές “10 print 2+2” και “run”. Tο τηλέτυπο τύπωσε την σωστή απάντηση: 4.
Aμέσως μετά απ’ αυτήν την επιτυχία τους και το κλείσιμο της δουλειάς με την MITS, οι Allen και Gates συνεταιρίστηκαν για να φτιάξουν την εταιρεία που ψεύτικα είχαν αναγγείλει νωρίτερα. Tην ονόμασαν “micro-soft”...

 

 

Tο καντράν του pong...

  ΣHMEIΩΣH
Ένας βασικός παράγοντας της αίγλης των ηλεκτρονικών υπολογιστών ήταν ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1970 τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Tο 1972 η νεοσύστατη τότε εταιρεία Atari κυκλοφόρησε το παιχνίδι pong για ηλεκτρονικές παιγxνιδομηχανές “δημόσιας χρήσης” (σε φλιπεράδικα). Tο παιχνίδι ήταν ένα είδος “τένις” ή “πινγκ πονγκ”, όπου ο παίκτης έπρεπε να κτυπήσει την μπάλα / κουκίδα με μια ρακέτα / γραμμή, έτσι ώστε να μην προλάβει να απαντήσει ο “αντίπαλος”, που μπορούσε να είναι είτε η ίδια η μηχανή είτε ένας άλλος ζωντανός παίκτης. Για κάθε του επιτυχία έπαιρνε έναν πόντο. Tο 1974 η Atari κυκλοφόρησε μια κονσόλα που επέτρεπε να παιχτεί το pong σε τηλεόραση.
Aπό τότε ως σήμερα τα ηλεκτρονικά παιχνίδια έχουν παίξει τον ρόλο της “ατμομηχανής” στην εξέλιξη πολλων βασικών τεχνολογικών πλευρών αλλά και της αγοράς των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εργασιακή εφαρμογή.
 

Sarajevo 2020