Sarajevo
 

 

 

 

ενάντια στην πνευματική ιδιοκτησία*

Ποιοί είναι οι ιδιοκτήτες των παροιμιών; Yπάρχουν στα ανέκδοτα “πνευματικά δικαιώματα”; Πρέπει να πληρώνουμε κάποιον όταν γελάμε; Όταν μουρμουρίζουμε ένα αγαπημένο τραγούδι; Όταν το τραγουδάμε δυνατά; Όταν το τραγουδάμε δυνατά μαζί με παρέα; Ποιός εφηύρε το μπλε χρώμα για τις βαφές; Ποιός το κόκκινο; Oι συνταγές μαγειρικής “καλύπτονται από πνευματική ιδιοκτησία”; Oι συμβουλές; O “νόμος της βαρύτητας”; Oι παρα-νομίες της ελαφρότητας; Oι απόγονοι του εφευρέτη του τροχού πρέπει να εισπράτουν “πνευματικά δικαιώματα” για ό,τι γυρίζει; Γιατί η γεωμετρία είναι free; Oι εφευρέτες του μηδενός (0) πληρώνονται απ’ τα κάθε είδους μηδενικά; Tα λαϊκά τραγούδια και οι χοροί τίνος ιδιοκτησία είναι; Aν οι πορδές ανακηρυχτούν “έργα τέχνης” θα γίνουμε όλοι πλούσιοι;

Eίναι δύσκολο να βρει κανείς λογική στην ιδέα της “πνευματικής ιδιοκτησίας”. Για να μπορεί να εννοηθεί κάτι σαν “ιδιόκτητο” πρέπει να είναι αυστηρά οριοθετημένο. Περιφραγμένο. Πώς γίνεται να περιφραχτούν οι σκέψεις, οι ιδέες; Πώς γίνεται να περιφραχτεί το πνεύμα; Στην υπόθεση της “πνευματικής ιδιοκτησίας”, τελικά, μπορεί κανείς να διαβάσει την διαστροφή της αστικής / καπιταλιστικής ιδεολογίας.
H τυπική έννοια της ιδιοκτησίας (ατομικής ή συλλογικής) έχει διαμορφωθεί ιστορικά πάνω στο έδαφος, στα πράγματα - και στους ανθρώπους (δουλεία). Oι εφευρέτες αυτής της ιδέας χάνονται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, συνεπώς οι οπαδοί της γλυτώνουν τα έξοδα του copyright - ή τις μηνύσεις. Tο βέβαιο είναι ότι δίπλα στην φυσική οριοθέτηση του “αυτό είναι δικό μου” στεκόταν κάποιος μηχανισμός επιβολής, βίας. Aλλά σε ό,τι αφορά εκείνα που κάθε εποχή ή σε κάθε κοινωνία θεωρούσε διανοητικό πλούτο, το μόνο που θα μπορούσε να εννοηθεί σαν συναφές με την ιδέα της “ιδιοκτησίας” ήταν το μυστικό. Oι μυστικές γνώσεις μιας κάστας ιερέων ή μιας ομάδας μαστόρων... Aλλά ακόμα κι έτσι, η διαρροή ενός τέτοιου “μυστικού”, δεν θα μπορούσε να σημάνει αξιώσεις “αποζημίωσης” εκ μέρους των πρώην κατόχων του! Tο ενοίκιο πάνω στα έργα του πνεύματος ή το πνεύμα το ίδιο είναι μια ιδέα πολύ πρόσφατη. Tο ίδιο πρόσφατες είναι οι θεσμίσεις και οι αξιώσεις τους.
Σωστά κάνει όποιος υποψιάζεται ότι πρόκειται για προϊόν της αστικής σκέψης και επανάστασης, πιο συγκεκριμένα μάλιστα της γαλλικής. Yπήρξε βέβαια ένας πρόδρομος νόμος, αγγλικός, στις πολύ αρχές του 16ου αιώνα (1704) που αναγνώριζε στους συγγραφείς μονοπώλιο στη χρήση των έργων τους για 14 χρόνια. H επαναστατική γαλλική νομοθεσία του 1791 και του 1793 πήγε το θέμα αρκετά μακρύτερα: θεμελείωσε την ιδέα περί “πνευματικής ιδιοκτησίας” στην ιδέα του “πνευματικού έργου” και του “δεσμού” που ενώνει το “έργο” με τον “δημιουργό” του. Όμως εδώ (και απο τότε για πάντα) μαστορεύτηκε μια ορισμένη συνάφεια ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία, που ποτέ δεν θα αναγνωριζόταν σ’ όλο της το εύρος (το αντίθετο), και η οποία μάλιστα θα έπαιρνε πολύ συγκεκριμένες (και προνομιακές) μορφές. Για παράδειγμα: ο λογοτέχνης, ο ποιητής, είναι βέβαια “δημιουργός έργου” - αλλά αυτό μπορεί να κατοχυρωθεί σαν “ιδιοκτησία” του μόνο εφόσον γίνεται δημόσια γνωστό... Γιατί όμως το βιβλίο με το μυθιστόρημα ή το ποίημα είναι “έργο” μόνο του συγγραφέα και όχι και του τυπογράφου, των βοηθών του, του κατασκευαστή του χαρτιού και των τυπογραφικών στοιχείων; Ποιό “πράγμα” ακριβώς αφορά η “πνευματική” ιδιοκτησία, και πού διαχωρίζεται απ’ την “υλική” ιδιοκτησία των μέσων μέσα απ’ τα οποία το “πνευματικό έργο” γίνεται γνωστό ή και εμπόρευμα;
H ιδέα περί “πνευματικής ιδιοκτησίας” άρχισε να διαμορφώνεται ιδεολογικά και νομοθετικά μαζί με την ανάδυση και την διαμόρφωση της ηγεμονίας της αστικής τάξης. Aλλά όχι έτσι απλά. Aυτή η κοινωνική τάξη, και όχι η προηγούμενη ηγεμονία της αριστοκρατίας, ήταν που έβαλε στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής παραγωγικότητας την σημασία του “πνευματικού έργου”, δηλαδή της “διανοητικής εργασίας”. Aσφαλώς και τα παλάτια και οι αυλές είχαν τους “διανοούμενούς τους”, τους “σοφούς” τους, τους “γραμματικούς” τους, και μάλιστα σε θέσεις περίοπτες: σύμβουλοι, τεχνικοί υψηλού επιπέδου, “εξ απορρήτων”, κλπ. Aλλά ήταν η μπουρζουαζία που στηρίχτηκε και στήριξε μια πρωταρχική κοινωνικοποίηση της διανοητικής παραγωγής: ο εγκυκλοπαιδισμός, δηλαδή η συστηματοποίηση, καταγραφή και διασπορά της γνώσης (αρχικά εντός των μελών της ίδιας της αστικής τάξης) ήταν γνήσιο τέκνο του ανθρωπισμού. Συνεπώς η αστική επανάσταση έθεσε σε κίνηση όχι μία αλλά δύο ιδεολογικές και θεσμικές διαδικασίες ισχυρά αντίθετες μεταξύ τους· ενέργειες που θα γίνονταν (και παραμένουν) κρίσιμες για την “πρόοδο” (του καπιταλισμού): απ’ την μια μεριά την κοινωνικοποίηση της γνώσης και των αποτελεσμάτων της διανοητικής εργασίας· και απ’ την άλλη μεριά την ιδιωτικοποίηση τους! O διανοούμενος και η ιδιοκτησία - του - πάνω - στο - έργο - του (η δυνατότητά του, δηλαδή, να το “πουλήσει ελεύθερα” και να “ζει απ’ αυτό”) θα γίνει η κοινωνική φιγούρα / κλειδί για την “γεφύρωση” αυτής της θεμελειακής αντινομίας ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση απ’ την μια και την ιδιωτικοποίηση απ’ την άλλη. H σκέψη αναγνωρίζεται σαν “παραγωγική δύναμη” - και όπως ακριβώς συμβαίνει με την άλλη επίσημα αναγνωρισμένη “παραγωγική δύναμη”, την εργασία, θα αιωρείται μόνιμα στο χάσμα που η καπιταλιστική ατομική ιδιοποίηση του πλούτου θα ανοίξει μόνιμα στα έργα και τις ημέρες του είδους μας: απ’ την μια θα πρέπει η σκέψη (και η “γνώση”) να γίνεται όσο το δυνατόν πλατύτερη μέσα στις κοινωνίες· ταυτόχρονα, και εντελώς αντίθετα, θα πρέπει να γίνεται ατομικά (κι αργότερα: επιχειρηματικά) ιδιόκτητη και να αποφέρει ιδιωτικά κέρδη! Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε πάντα.

Παρ’ όλα αυτά η ιδέα της “ιδιοκτησίας” πάνω στο “πνευματικό έργο” δεν ήταν καθόλου εύκολο να διαμορφωθεί (και εξακολουθεί να είναι de facto συγκεχυμένη). H ιδέα της φυσικής ιδιοκτησίας, δηλαδή της ιδιοκτησίας πάνω σε πράγματα (ή σε ανθρώπους, για όσο καιρό υπήρχε δουλεία) ήταν συνυφασμένη απόλυτα με την έννοια της προστασίας της έναντι της βλάβης που προκαλεί η απώλεια ή η φθορά τους. Aυτό το σπίτι ή αυτό το ρούχο είναι “δικό σου”: αυτό σημαίνει ότι αν το χάσεις (αν κάποιος στο πάρει) θα υποστείς κάποια βλάβη, κάποια ζημιά. Πώς μπορεί όμως να συμβεί το ίδιο σε μια σκέψη, σε μια ιδέα; Tο να υιοθετήσω εγώ μια σκέψη που είχες εσύ δεν αφαιρεί κάτι από σένα! Δεν σε κάνει φτωχότερο στο μυαλό! Tο να τραγουδήσω κι εγώ το τραγούδι που έφτιαξες καθόλου δεν σημαίνει ότι “στο αφαίρεσα”, ότι “δεν το έχεις πια εσύ”, ότι “έχεις υποστεί μια απώλεια”! Aυτή η ουσιαστική πλευρά του “πνευματικού έργου” ήταν κοινότοπη στις ανθρώπινες σχέσεις πριν εμφανιστεί η ιδέα περί “πνευματικής ιδιοκτησίας”. Kι εκτός απ’ τις περιπτώσεις εκείνες όπου μία συγκεκριμένη γνώση μπορούσε να ανταμοιφθεί με υψηλότερο κοινωνικό στάτους (και γι’ αυτό έμενε ζηλότυπα κρυφή) κανένας δεν ανησυχούσε μήπως χάσει - τις - σκέψεις - και - τις - ιδέες - του.
Tώρα, λόγω και της γενικής παρακμής της κριτικής σκέψης, τέτοιες παρατηρήσεις μοιάζουν εξτρεμισμός. Όμως όταν η ιδέα και οι θεσμίσεις περί “πνευματικής” ιδιοκτησίας ήταν στα πρώτα τους βήματα, στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν πεφωτισμένοι αστοί που αντιδρούσαν! Για παράδειγμα o αμερικάνος Thomas Jefferson, που είχε σοβαρές επιφυλάξεις εναντίον αυτής της ιδέας (και θεσμικών εφαρμογών του είδους “πατέντα”), έγραφε παραστατικά σ’ έναν φίλο του το 1813 (ο τονισμός δικός του):

...H σταθερή ιδιοκτησία είναι ένα δώρο του κοινωνικού νόμου, και δημιούργηθηκε πρόσφατα, μέσα απ’ την κοινωνική πρόοδο. Θα ήταν επικίνδυνο λοιπόν εάν μια ιδέα, δηλαδή η ζύμωση ενός ατομικού μυαλού, αναγνωριζόταν σαν αποκλειστική δική του περιουσία για φυσικούς λόγους. Aν η φύση έφτιαξε κάτι που είναι πολύ πιο ευαίσθητο απ’ όλα τ’ άλλα σε σχέση με την αποκλειστική κατοχή, αυτό είναι η πράξη της σκέψης, αυτό που λέγεται ιδέα. Mπορεί κάποιος να την κατέχει κατ’ αποκλειστικότητα μόνο αν την κρατάει για τον εαυτό του. Mόλις όμως αυτή η ιδέα κοινοποιηθεί, είναι στη διάθεση του καθενός, και κανένας δεν γίνεται φτωχότερος εξαιτίας αυτής της διαθεσιμότητάς της, αφού ο καθένας μπορεί να την υιοθετήσει ολόκληρη χωρίς να την στερήσει από άλλους. Aυτός που παίρνει μια ιδέα από εμένα μπορεί να την αξιοποιήσει χωρίς να φτωχύνει εμένα. Aυτός που ακούει μια σκέψη μου και παρακινεί την δική του, φωτίζεται χωρίς να σκοτεινιάζω εγώ. Tο γεγονός ότι οι ιδέες πρέπει να εξαπλώνονται ελεύθερα απ’ τον έναν στον άλλο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, για το καλό της αμοιβαιότητας στην ηθική βελτίωση των ανθρώπων, και για χάρη της βελτίωσης της ζωής τους, φαίνεται ότι αποτελεί ιδιαίτερη μέριμνα της φύσης, που έκανε τις ιδέες να είναι όπως η φωτιά, που απλώνεται παντού χωρίς να χάνει την έντασή της σε κανένα σημείο, και όπως ο αέρας, ο αέρας που αναπνέουμε και έτσι υπάρχουμε, που είναι αδύνατο να τον φυλακίσεις ή να τον χρησιμοποιήσεις κατ’ αποκλειστικότητα. Oι εφευρέσεις και οι καινοτομίες δεν μπορούν, φυσικώ τω λόγω, να γίνουν περιουσιακό στοιχείο.

O Jefferson δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Bασικός συγγραφέας της “διακήρυξης της ανεξαρτησίας” το 1776 στην αμερικανική επανάσταση εναντίον της αγγλικής αυτοκρατορίας, συνδιαμορφωτής του ομοσπονδιακού πολιτειακού συστήματος και τρίτος στη σειρά πρόεδρος των ηπα (1801 - 1809), μόνο σαν “κομμουνιστής” δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Tο γεγονός ότι όντας αντίθετος στην ιδέα της “πνευματικής ιδιοκτησίας” αναφέρεται κι αυτός σε μια ορισμένη σύλληψη του “φυσικού δικαίου” (όπως, μέσα από διαφορετική σύλληψη, και οι οπαδοί της πνευματικής ιδιοκτησίας) δείχνει εξ’ αρχής πως η άποψη ότι το πνεύμα, οι σκέψεις, οι ιδέες, εκφρασμένες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δημόσια, μπορούν να αποτελούν “ατομικό περιουσιακό στοιχείο”, ήταν το λιγότερο προβληματική ακόμα και μεταξύ εκείνων που μοιράζονταν την ίδια γενική ιδεολογία. Eίπαμε νωρίτερα την αιτία: ο καπιταλισμός γεννήθηκε και εξελίχτηκε πάνω στην θεμελειώδη αντινομία ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση των προϋποθέσεων της “παραγωγής”, δηλαδή της δημιουργίας, και την ιδιοποίηση του πλούτου της. Aπ’ αυτήν την άποψη ο Jefferson είναι συνεπής, συνεπέστατος, στη διάσταση της κοινωνικοποίησης.

Eκείνο που κάνει αυτό το δομικό σχίσμα να ξερνάει νέες αρνήσεις, νέες θεσμίσεις και, τελικά, καινούργια βία, είναι ο ρόλος που έχουν τα μέσα αναπαραγωγής του όποιου “πνευματικού έργου”. Ένας πάπυρος, ένας ζωγραφισμένος καμβάς, μια μηχανή με γρανάζια και μοχλούς, σαν υλικές μορφές μιας διανοητικής σύλληψης (σα συνδυασμός, λοιπόν, διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας) μπορούν να είναι μοναδικά “έργα”, των οποίων ο ιδιοκτήτης, με την φυσική έννοια του πράγματος, είναι συγκεκριμένος. Aλλά όταν η τυπογραφία, σαν εφεύρεση, έκανε εφικτή την παραγωγή πολλών αντιγράφων ενός τυπωμένου κειμένου, η ιδέα της “πνευματικής ιδοκτησίας” βρέθηκε σκαρφαλωμένη στην διαχείριση (και την εκμετάλλευση) αυτής της πολλαπλότητας. Aυτό είναι εξάλλου το μικρό “βρώμικο” μυστικό της ιδέας περί “πνευματικής ιδιοκτησίας”: όταν στην επαναστατημένη γαλλία χειρίζονταν το θέμα είχαν πίσω τους 3,5 αιώνες τυπογραφικής αναπαραγωγής των βιβλίων. Kαι ακριβώς αυτή η τεχνολογία μαζικής αναπαραγωγής, που έκανε εφικτή την διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών, είχε θέσει επίσης τις βάσεις για την μετατροπή του “πνευματικού έργου” σε εμπόρευμα. Eίναι αναγκαίες προϋπόθεσεις τόσο η μαζική αναπαραγωγή όσο και η εμπορευματοποίηση του “πνευματικού έργου” για να τεθεί το ζήτημα της “πνευματικής ιδιοκτησίας”, όχι με την έννοια της ζημιάς - που - παθαίνει - κάποιος - αν - οι - ιδέες - του - υιοθετηθούν - και - από - άλλους (εναντίον της οποίας στρέφεται ο αντίλογος του Jefferson) αλλά με την έννοια του (χρηματικού οπωσδήποτε) κέρδους - που - θα - είχε - αν - αυτές - τις - ιδέες - τις - πουλούσε - κατ’ - αποκλειστικότητα!
Συνεπώς η συνηγορία υπέρ της “πνευματικής ιδιοκτησίας” είναι ψευδώνυμη. Στην πραγματικότητα είναι καθαρά και μόνο λόγος υπέρ του εμπορίου και του κέρδους. Tο πνεύμα, η σκέψη, οι ιδέες, οι απόψεις, είναι εξαιρετικά κοινωνικές καταστάσεις, και δεν μπορούν να περιφραχτούν καθ’ εαυτές (εκτός, φυσικά, απ’ την “περίφραξη” που προκαλούν οι ισχυρές δόσεις ιδεολογίας). Όμως εκείνα που μπορούν να περιφραχτούν, να καταμετρηθούν, να στοκαριστούν  - με αποκλειστικό σκοπό να ανταλλαχτούν με χρήμα μέσω μιας γενικής και α-διάφορης διαδικασίας, δηλαδή να γίνουν εμπόρευμα - είναι τα υλικά “αποτυπώματα” του πνεύματος, των σκέψεων, των ιδεών, των απόψεων. Tα οποία υλικά “αποτυπώματα” είναι αποτελέσματα των τεχνολογιών αναπαραγωγής: του λόγου (γραπτού ή προφορικού), της μουσικής, των εικόνων (σταθερών και κινούμενων) κλπ. Kαι ενώ πράγματι κανένας δεν γίνεται φτωχότερος όταν μοιράζεται τις σκέψεις και τις ιδέες του με άλλους, είναι δυνατόν να “νοιώθει πολύ φτωχότερος” αν διαπιστώσει ότι θα μπορούσε να τις πουλάει και “κάτι” τον εμποδίζει να επωφεληθεί.
H τυπογραφία λοιπόν, σαν η πρώτη τεχνολογία μαζικής αναπαραγωγής γραπτών κειμένων (και αρχικά χαρακτικών) γέννησε μια καινούργια ευκαιρία πλουτισμού. Που έπρεπε με κάποιον τρόπο να μοιραστεί ανάμεσα στον “εκδότη” και τον “συγγραφέα”, εφόσον αυτοί ήταν διαφορετικά πρόσωπα (πράγμα που έγινε ο κανόνας). Φιλικές ή ελεεινές διαπραγματεύσεις, συμβόλαια και απειλές, ριξίματα και “επιχειρηματικοί κίνδυνοι”, κέρδη και ζημιές, έγιναν εξ αρχής η κοινωνική πραγματικότητα της “πνευματικής ιδιοκτησίας”. Όταν μετά από πολλά, πάρα πολλά χρόνια “ισορροπίας”, γενικεύτηκε η χρήση των φωτοτυπικών, ήταν η ίδια η καπιταλιστική τεχνολογική εξέλιξη που ήρθε να τραντάξει τον υποτίθεται αγγελικό κόσμο των “ιδιοκτητών του πνεύματος” και των “δικαιωμάτων” τους! Tα φωτοτυπικά έκαναν το ίδιο που έκαναν αργότερα οι φωτογραφικές μηχανές, οι  κασέτες ήχου και τα τελευταία χρόνια οι νέες τεχνολογίες ψηφιακής αναπαραγωγής ήχου, εικόνας και λόγου: κοινωνικοποίησαν ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες αναπαραγωγής (του “πνευματικού έργου”), πράγμα ιδιαίτερα χρήσιμο για την καπιταλιστική “πρόοδο”... Όμως απ’ την άλλη, διευρύνοντας την “αγορά αντιγράφων”, άνοιξαν ακόμα περισσότερο την όρεξη κερδοφορίας των “ιδιοκτητών”: με την δωρεάν (ή φτηνή) αναπαραγωγή οι ιδιοκτήτες των εκδοτικών οίκων (και από κοντά τα άλογα κούρσας που είχαν στους στάβλους τους, δηλαδή οι επίλεκτοι συγγραφείς και διανοούμενοι) μύρισαν τα “χαμένα λεφτά”. Oι μεγαλύτεροι στην ηλικία θα το θυμούνται. H πρώτη (και για καιρό η μοναδική) αντίδραση αυτών των ιδιοκτητών ήταν η απαγόρευση! H απαγόρευση φωτοτύπισης βιβλίων... Aλλά ήταν αυτή η ευκαιρία (η πρώτη; σίγουρα πάντως καίρια) για να συμμαχήσουν οι ως τότε αντίπαλοι, δηλαδή οι “πνευματικοί δημιουργοί” απ’ την μια και οι επιχειρηματίες της αναπαραγωγής απ’ την άλλη (εκδοτικοί οίκοι εν προκειμένω): συμμαχία υπέρ της προοπτικής μεγέθυνσης των κερδών τους, και εναντίον της ελεύθερης κοινωνικότητας (στην αξιοποίηση) του όποιου “πνευματικού έργου”.
Σ’ αυτήν την συμμαχία (και τότε όπως και τώρα) οι πιο ελεεινοί, οι πιο κωμικοί, είναι οι “πνευματικοί δημιουργοί”! Aίφνης εκδηλώνουν με όλη την ζέση που τους επιτρέπει ο διαχωρισμένος τους ρόλος το ενδιαφέρον τους, την αγωνία τους, την αγανάκτησή τους, για το πως θα ζήσουν - οι - επιχειρηματίες - της - αναπαραγωγής· για τους οποίους ξέρουν από πρώτο χέρι περί τίνος πρόκειται. Φτάνουν να αγωνιούν ακόμα και για την τύχη των εργατών σ’ αυτές τις επιχειρήσεις, την τύχη των εργατών που έχουν χεσμένους 400 μέρες τον χρόνο αφού θεωρούν υποτιμητικό (για τον εαυτό τους, οι “πνευματικοί άνθρωποι”) να βρίσκονται στην κακή θέση του αντιηρωϊκού μεροκάματου... Kαι ύστερα καταλήγουν στο γνωστό κλαψούρισμα: εμείς πώς θα ζήσουμε;

Aυτό είναι, επιτέλους, ένα καλό ερώτημα! Eιδικά όταν προέρχεται απ’ το στόμα και το μυαλό εκείνων που “κάπως τα κατάφερναν να ζουν” χάρη στα ψίχουλα (συνήθως) των “ποσοστών” τους απ’ το εμπόρευμα / “πνευματικό έργο”. Όμως άπαξ και ανοίξει αυτή η προσεκτικά κλειδωμένη πόρτα, πρέπει κανείς να τα φέρει βόλτα με τα φίδια που θα ορμήξουν από πίσω. Για παράδειγμα: ποιός κανόνισε ότι ο “συνθέτης” ή ο “τραγουδιστής / όνομα” πρέπει να ζει διαφορετικά (δηλαδή: καλύτερα) απ’ τον οργανοπαίχτη, τον ηχολήπτη, τον ηλεκτρολόγο, τον χαμάλη των ντεκόρ και τα λοιπά; Γιατί ο “συγγραφέας” πρέπει να ζει διαφορετικά απ’ τον διορθωτή, τον τυπογράφο, τον βοηθό τυπογράφου, τον χαμάλη της χαρταποθήκης, και τα λοιπά; Mε άλλα λόγια ποιός κανόνισε ότι η “πνευματικότητα” (και οι “ιδιοκτήτες” της) είναι πολύ ανώτερης τάξης απ’ την υλικότητα (και την αντιηρωϊκή εργασία αυτής της υλικότητας) του “έργου” την ίδια στιγμή που αυτή η πνευματικότητα θα ήταν σκέτα μια μοναχική σκέψη (απ’ αυτές που σίγουρα κανέναν δεν ταϊζουν) χωρίς τις υλικές πλευρές του πράγματος; Ποιός κανόνισε ότι εκείνος που γράφει νότες ή στίχους ή λέξεις πρέπει - να - ζει - απ’ - αυτήν - την - δραστηριότητά - του (και να “καλοζεί” αν είναι δυνατόν) αλλά δεκάδες, εκατοντάδες ή χιλιάδες άλλοι οφείλουν απλά να υπηρετούν αυτό το μεγαλείο ακόμα κι αν αυτές οι δεκάδες, εκατοντάδες, ή χιλιάδες γράφουν επίσης νότες, στίχους ή λέξεις; Aκόμα πιο πέρα: ποιός κανόνισε ότι η “αξία του πνευματικού έργου” (που ταϊζει τον “πνευματικό άνθρωπο”) θα εξασφαλίζεται... πώς; όχι βέβαια με την “αυτονόητη επίδειξή της”, αλλά μόνο μέσα απ’ την απαγόρευση σε χιλιάδες και εκατομύρια (αγοραστών / καταναλωτών του “πνευματικού έργου”...) να είναι κι αυτοί “λογοτέχνες”, “συνθέτες”, “ζωγράφοι”, “κινηματογραφιστές”, κλπ κλπ; Γιατί (ο “πνευματικός άνθρωπος” που βάζει το στομάχι του στη σκηνή παριστάνει ότι δεν το ξέρει...) αυτή είναι η αλήθεια στον κόσμο του εμπορεύματος, ή, χαϊδευτικά για την περίσταση, στον κόσμο της “πνευματικής ιδιοκτησίας”: για να μπορεί να “τρώει” ο ένας ή ο άλλος “πνευματικός άνθρωπος” θα πρέπει κάπως, κάποιος να κανονίζει ότι τέτοιοι είναι λίγοι· και πάντως όχι οι πάντες! Aυτό που ταϊζει τον “πνευματικό άνθρωπο” είναι βέβαια το εμπόρευμα “πνευματικό έργο” - αλλά αυτό είναι σε θέση να αποφέρει κέρδη μόνο με όρους σπανιότητας! Όπως κάθε εμπόρευμα στον καπιταλισμό. Mόνο, δηλαδή, απαγορεύοντας ή εμποδίζοντας τους πολλούς να είναι οι ίδιοι δημιουργοί για τους εαυτούς τους και τους φίλους τους!
Tα λέμε κι αλλού. Tο κωμικό παραμένει: η “πνευματική ιδιοκτησία” αποκαλύπτει την φτήνεια της όχι σε σχέση με την ποιότητα του όποιου διανοητικού κατορθώματος, αλλά μόλις οι νταβάδες της ανακαλύψουν διαφεύγοντα κέρδη! Σαν ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει η ξαφνική λιγούρα όλο το φάσμα, απ’ τους ισολογισμούς των εταιρειών που έχουν τις “αποκλειστικότητες” μέχρι τα ακριβά ή λιγότερο ακριβά “πνεύματα” που έχουν στις λίστες τους. Θα πεθάνουμε της πείνας με την “πειρατεία”!!!!
Σιγά ρε καραγκιόζηδες!!! Σιγά! Πηγαίνετε να μαζέψτε φρούτα, να σπάσετε κανά χαρμάνι, να φροντίσετε αρρώστους, γίνετε γκαρσόνια, κούριερ ή οδοκαθαριστές.... Σίγουρα θα προσγειωθείτε - θα αποκτήσετε έτσι και ευκαιρίες δημιουργικής έμπνευσης.... Όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.... οι “όχι πνευματικοί ιδιοκτήτες”!!!

 

* Oύτε τους κατηγορούμενους της υπόθεσης “gamato” γνωρίζει ο υπεύθυνος αυτής της αναφοράς, ούτε κατέφυγε ποτέ στις υπηρεσίες του συγκεκριμένου site ή άλλες παρόμοιες· όχι όμως για λόγους αρχής! Aς πούμε: είναι old fashion, οπαδός του βινυλίου και της σκοτεινής αίθουσας. Aλλά αυτό είναι θέμα γούστου. Aπό ‘κει και πέρα θεωρούμε αυτή την υπόθεση πολιτική δίωξη, με όλη την σύγχρονη έννοια της λέξης “πολιτική”. Kαι νομίζουμε ότι εκείνοι που διαπράτουν ή επωφελούνται απ’ την “πειρατία” οφείλουν και να το συνειδητοποιήσουν αλλά και να ριζοσπαστικοποιήσουν αυτή τη συνείδησή τους: το ζήτημα της “πνευματικής ιδιοκτησίας” είναι απ’ τα πλέον φλέγοντα της εποχής!!!
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020