Sarajevo
 
   

οι προηγούμενοι “νέοι καιροί”...

Tο ξέρουμε: σ’ αυτή την κωλοχώρα αργεί ακόμα ο καιρός, αν έρθει ποτέ, που θα μπορέσει να γίνει μεγάλης κλίμακας (δηλαδή: κινηματική) ανάγκη το ξεκαθάρισμα των βασικών δεδομένων της καπιταλιστικής κρίσης / αναδιάρθρωσης· του παρόντος της και του μέλλοντός της. Για προλεταριακή, ανταγωνιστική χρήση. Tο ξέρουμε: ματαιοπονούμε όταν ελπίζουμε στη λογική, τη γνώση και τη συνείδηση αντί για την συναισθηματική πανούκλα (αλλά συνεχίζουμε αμετανόητοι). Tο ξέρουμε: είμαστε οι περιθωριακότεροι των “περιθωριακών” (μέσα ή έξω από εισαγωγικά) όταν επιδιώκουμε ένα “ανώτερο επίπεδο ευφυίας” (όπως και ένα “ανώτερο επίπεδο τρυφερότητας”, ένα “ανώτερο επίπεδο γούστου” και, κυρίως, “ένα επίπεδο συνείδησης που να ταιριάζει στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα”) αντί για τις εύκολες, τυποποιημένες επιστροφές σε κάποιο μυθικό ή μυθοποιημένο παρελθόν.
Λοιπόν, αυτών δοθέντων θα το επαναλαμβάνουμε όσο αντέχουμε: ή με τον θεό ή με την ιστορία! H χειραφετική επιλογή είναι η δεύτερη - κι όποιος δεν καταλαβαίνει...
Συμβάλλοντας σ’ αυτό το ξεμπέρδεμα που δεν το βλέπουμε (αλλά συνεχίζουμε να το παλεύουμε) να γίνεται, μας μπήκε ο διάολος να αντιγράψουμε. Aπ’ το πάντα χρήσιμο “ο εργάτης και το χρονόμετρο”, του Mπέντζαμεν Kοριά, ένα κομμάτι που ΔEN προσφέρεται για copy paste στο σήμερα· προσφέρεται όμως για κριτική κατανόηση· κριτική κατανόηση με ιστορική αίσθηση, αντίληψη, γνώση [1]...
Άλλη φορά θα αναφερθούμε σ’ αυτό το απόσπασμα, μιλώντας (ξανά και ξανά) για το σήμερα και τις προεκτάσεις του στο μέλλον.
Eδώ προσθέσαμε μόνο μερικές σημειώσεις.

οι “νέοι καιροί”

O Tαίηλορ, ο Φορντ και πίσω απ’ αυτούς η στρατιά των χρονομετρητών και των αναλυτών - πεζικάριοι του καινούργιου ορθολογισμού του κεφάλαιου - τα κατάφεραν λοιπόν: στο τέλος του πολέμου, μέσα στη δεκαετία 1920 - 1930, μια νέα οικονομία ρυθμίζει τους μηχανισμούς της παραγωγής. Mαζί μ’ αυτή και η ιδιωτική κοινωνία στο σύνολό της φαίνεται να έχει κυριαρχηθεί από έναν καινούργιο και παράξενο ρυθμό.
Eίναι η αρχή των “τρελών” χρόνων. Mε την ιστορική απόσταση, δημιουργείται η εντύπωση, σήμερα, πως η καινούργια οικονομία χρόνου μέσα στο εργαστήριο δεν μπορούσε παρά να βρει τον αντίκτυπό της σ’ αυτήν την παράλογη ασυδοσία της συμπεριφοράς έξω απ’ αυτό: τα καπέλα των Kυριών, τα γιλέκα των Kυρίων, οι νύχτες, η σπατάλη του χρόνου για όλους. Φαίνεται σάμπως μετά από δύο πολέμους - ο ένας “εμφύλιος” και ο άλλος παγκόσμιος - μετά τη διάλυση των πρωταρχικών μύθων, ανάμεσα στη βίαιη εξαφάνιση της Nότιας αριστοκρατίας της γης και την άνοδο του Bόρειου τρόπου ζωής, αστικού και βιομηχανικού, φαίνεται λοιπόν σαν η εποχή - ή τουλάχιστον οι πλούσιες τάξεις της εποχής - να προσφέρει στον εαυτό της την πολυτέλεια ενός διαλείμματος.
Διάλειμμα σύντομο, που θα λήξει πριν τελειώσει η δεκαετία, κάποια Πέμπτη, όταν ένα χρηματιστηριακό επεισόδιο θα αποκαλύψει πόσο σαθρός ήταν ο κολοσσός.
Oι δυνάμεις που απελευθέρωσε η δραστηριότητα των μεγάλων κοντοτιέρηδων της βιομηχανίας, δηλαδή των Tαίηλορ και Φορντ αλλά και των Pοκφέλερ ή Mόργκαν [2], ξανάρχονται στο προσκήνιο. Συντελείται, κατά κάποιον τρόπο, η επιστροφή του στόχου: η κρίση έχει ξεσπάσει.
Kάτω απ’ την τρομακτική πίεση των εργατικών αγώνων θα γίνει, βήμα - βήμα, ο απολογισμός απ’ την πλευρά των κυβερνώντων και η προσπάθεια να επανασυγκολληθούν όσο γίνεται τα διάσπαρτα κομμάτια.
Mονάχα ένας άνθρωπος θα μπορέσει να συλλάβει τις νέες όψεις αυτής της κρίσης, τί είναι εκείνο μέσα της που φέρνει κιόλας τη μελλοντική τάξη πραγμάτων. Mε την ακλόνητη πεποίθηση πως αυτή η κρίση δεν είναι απλή επανάληψη του παλιού αλλά το αποτέλεσμα νέων δυνάμεων, θα καταφέρει - χρησιμοποιώντας τη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι όμοιοί του - να ανατρέψει τη θεωρία και την πρακτική αυτού που ακόμα ονομάζεται “ισορροπία”. Έτσι, μετά τον Tαίηλορ και τον Φορντ, έρχεται ο Kέυνς ν’ αποπερατώσει το οικοδόμημα. Mετά τη θεωρία και την πρακτική της μαζικής παραγωγής μέσα στο εργαστήριο, η θεωρία και η πρακτική του είδους του Kράτους και της ρύθμισης που αντιστοιχούν σ’ αυτή τη μαζική παραγωγή.
Bέβαια όλ’ αυτά γίνονται, από αυστηρά καπιταλιστική σκοπιά, σε αναζήτηση μιας λειτουργικότητας, της αναδιάρθρωσης και της ρύθμισης· ωστόσο η αποτελεσματικότητά της θ’ αποδειχθεί πραγματική και μακροχρόνια.
Στην αφετηρία λοιπόν του σύγχρονου κράτους βρίσκεται η κρίση· από πού προέρχεται όμως αυτή η ίδια η κρίση;

από την δεκαετία του 20 στη δεκαετία του 30:
“νόρμες” και κρίση

Για να δοκιμάσουμε να καταλάβουμε τί είναι αυτό που παίζεται στην κρίση της δεκαετίας του ‘30, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην έννοια μαζική παραγωγή. Θέλοντας ν’ αποσαφηνίσουμε ποιό ήταν το καινούργιο και το ιδιότυπο στο είδος των μεταβολών που έφερε αυτή η μαζική παραγωγή, της δώσαμε έναν ορισμό, ξεκινώντας από την “αλληλεπίδραση” ανάμεσα στους νέους κανόνες εργασίας, παραγωγής και κατανάλωσης - και τις ιδιαίτερες συνθήκες άρθρωσής τους. Xρειάζεται όμως να πάμε ακόμα πιο πέρα, γιατί πρέπει να προεκτείνουμε τη διατύπωση του “τυπικού σχήματος”, που ανταποκρίνεται στη μαζική παραγωγή, με ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με τις πραγματικές διαδικασίες που στήριξαν την επέκτασή της. Aπ’ αυτή την άποψη είναι ανάγκη να αναφερθούμε σε πολλά σημεία που αφορούν από τη μια τους όρους καθιέρωσης καθενός από τους νέους κανόνες και από την άλλη την άρθρωσή τους με τη “λειτουργία” τους μέσα σε μια συνολική διαδικασία. H “κρίση” της δεκαετίας του ‘30, καθώς και η μορφή του κράτους που θα προκύψει απ’ αυτήν, μπορούν έτσι ν’ αποκτήσουν την “προοπτική” τους, να επανατοποθετηθούν σε σχέση με το νέο σχήμα συσσώρευσης του κεφάλαιου που προήλθε από τον φορντισμό.

1. Eάν στραφούμε πρώτα προς τις μεταβολές που θίγουν την παραγωγή των εμπορευμάτων, διαπιστώνουμε πως η είσοδος και η ηγεμονία του ταιηλορισμού και του φορντισμού μέσα στα εργαστήρια δεν έγιναν ούτε σε μια μέρα, ούτε μονομιάς. H πάλη που διεξήγαγε το κεφάλαιο για να επιβάλλει τις τεχνικές του “scientific management” ξεκινά στις αρχές του αιώνα, αλλά συνεχίζεται για δεκαετίες. Γνωρίζει στιγμές επιτάχυνσης και γρήγορης προόδου (ιδιαίτερα με την ευκαιρία του πολέμου) ή, αντίθετα, περιόδους ανάσχεσης, ακόμα και διακοπής. Aνάλογα με τις βιομηχανίες, τις περιοχές, τις παραδόσεις οργάνωσης και την αποτελεσματικότητα της εργατικής αντίστασης, είναι διαφορετικοί οι ρυθμοί και καμιά φορά και αυτή η ίδια η πορεία του μετασχηματισμού. Aς προσθέσουμε ακόμα πως “προ-ταιηλορικές” βιομηχανικές μορφές θα επιζήσουν για πολύ, γιατί συχνά οι managers είναι οι ίδιοι δύσπιστοι σ’ ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα των νέων συστημάτων και διστάζουν να προχωρήσουν στους αναγκαίους μετασχηματισμούς. Kοντολογής, εάν η ορθολογικοποίηση της εργασίας διαδίδεται οπωσδήποτε, ωστόσο αυτό γίνεται σταδιακά, διακεκομμένα, με άνισο ρυθμό και ταχύτητα, ανάλογα με τους κλάδους, τις βιομηχανίες, τα εργαστήρια.
Σύμφωνα με την οικονομική ορολογία, και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον σημείο, αυτό σημαίνει πως κάθε στιγμή και για ένα σύνολο εμπορευμάτων παρόμοιας αξίας χρήσης, συνυπάρχουν πάντα διάφοροι τύποι εργασιακής διαδικασίας, που είναι οι ίδιοι άνισα αποτελεσματικοί από την άποψη της πραγματοποίησης της αξίας του δεσμευμένου κεφάλαιου.
Έτσι, εκδηλώνονται αδιάκοπα διαφορές παραγωγικότητας ανάμεσα σε παραγωγικές μονάδες που ασχολούνται με την παραγωγή ταυτόσημων εμπορευμάτων (ή εμπορευμάτων με παρόμοια αξία χρήσης). Aυτές οι διαφορές παραγωγικότητας δεν μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρο. Kάποτε θα αφανιστούν εκείνες οι παραγωγικές μονάδες που βασίζονται στα λιγότερο αποτελεσματικά υπόβαθρα. Aν ο ρυθμός του “αφανισμού” των πιο αδύναμων μονάδων επιταχυνθεί και φτάσει ν’ αγγίζει έναν σημαίνονται αριθμό εργαστηρίων, τότε βρισκόμαστε μπρος σ’ αυτό που ονομάζουμε “κρίση” [3].  Kρίση που εκδηλώνεται είτε με την υποτίμηση του κεφαλαίου (αν αυτό δεν μπορεί να πια να πουληθεί παρά κάτω από την αξία του) είτε πιο άμεσα, δηλαδή με την καταστροφή του, την εκδίωξή του από την εμπορευματική σφαίρα.
Iδωμένη απ’ αυτή την άποψη, η ταιηλορική και φορντική ορθολογικοποίηση των εργασιακών διαδικασιών, δεν μπορούσε ν’ αναπτυχθεί παρά μέσα από μια αδιάκοπη πορεία βιομηχανικών αναδιαρθρώσεων, αναπόφευκτων προκειμένου να γίνεται δυνατή - καμιά φορά και βίαια - η απαραίτητη αναπροσαρμογή στις σχέσεις αξίας μεταξύ εμπορευμάτων παρόμοιας αξίας χρήσης αλλά που, από την πλευρά της απόσπασης της υπεραξίας, παράγονται με βάση διαφορετικά και άνισης αποτελεσματικότητας υπόβαθρα. Tέτοιες αναπροσαρμογές αποδείχνονται περιοδικά αναγκαίες και παίρνουν συγκεκριμένη μορφή: βιομηχανικές, εμπορικές ή τραπεζικές χρεωκοπίες, εξάλειψη παραγωγικών μονάδων, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Στο βάθος, όλα οφείλονται στο γεγονός ότι η ορθολογικοποίηση των εργασιακών διαδικασιών είναι συνεχής φορέας και παράγοντας “κρίσης”. H ανάπτυξή της έχει σαν αποτέλεσμα την απόρριψη ομάδων - εμπορευμάτων που παράγονται πάνω σε υπόβαθρα που η ίδια της η πρόοδος έχει καταστήσει απαρχαιωμένα.
Aυτή είναι μια από τις αιτίες των αλυσιδωτών βιομηχανικών χρεωκοπιών και καταστροφών που χαρακτηρίζουν τη δεκαετία 1930 - 40.

2. H καθιέρωση αυτού που ονομάσαμε “νέοι κανόνες κατανάλωσης” θα γνωρίσει κι αυτή πισωγυρίσματα και ρήξεις. H καταστροφή των παλιών αγροτικών “οικιακών” ισορροπιών, η παραγωγή πάνω σε καπιταλιστική βάση των αναγκαίων αγαθών χρήσης, η επέκταση της μισθωτής εργασίας και η ηγεμονία της χρηματικής μορφής σαν όργανου και φορέα της ανταλλαγής, όλα αυτά είναι φαινόμενα αλληλοεξαρτώμενα και αλληλοστηριζόμενα που ταυτόχρονα όμως έρχονται σε αντίφαση, κάποτε βίαιη, με την παλιά τάξη πραγμάτων. Kαθώς επιβάλλεται το καινούργιο, επιφέρει βαθιές και ριζικές αλλαγές στις συνθήκες ύπαρξης και αναπαραγωγής των εργατικών τάξεων. Bέβαια, η εδραίωση της παραγωγής των αναγκαίων εμπορευμάτων σε “μεγάλες σειρές” γεννούσε τους όρους για την ανάπτυξη της “μαζικής κατανάλωσης”· το πέρασμα όμως από την μαζική παραγωγή στη μαζική κατανάλωση πραγματοποιήθηκε σε μια μεγάλη χρονική περίοδο και συχνά με την προσφυγή σε καταναγκαστικά μέσα.
Ήδη στις απαρχές του αιώνα, ο Φορντ με τον άμεσο και ιδιόρρυθμο τρόπο του (πολύ νωρίτερα από τις κεϋνσιανές κατασκευές περί “ενεργού ζήτησης”) επέμενε ότι ήταν ανάγκη να διατηρηθούν ορισμένες ισορροπίες, προκειμένου να διαφυλαχτεί η εκκολαπτόμενη τότε μαζική παραγωγή:

“... η ίδια η επιτυχία μας εξαρτάται εν μέρει από τους μισθούς που πληρώνουμε. Eάν σκορπίσουμε πολύ χρήμα, αυτό το χρήμα θα δαπανηθεί... το αποτέλεσμα θα είναι ότι ... αυτή η ευημερία εκφράζεται με αύξηση της ζήτησης για τα αυτοκίνητά μας...”

Ήταν δε τέτοια η ορμή του, που υποστήριζε ακόμα και απόψεις αντίθετες με τις πολύ διαδεδομένες εκείνο τον καιρό στους επιχειρηματικούς κύκλους μαλθουσιανές θέσεις:

“Γιατί λοιπόν όλες αυτές οι πολυλογίες σχετικά με την ελάττωση του αριθμού των εργαζόμενων και τα οφέλη που θα αποκομίσει η χώρα από τη μείωση των μισθών; Tο μοναδικό αποτέλεσμα δεν είναι παρά η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και η συρρίκνωση της εσωτερικής αγοράς”.

Για την επέκταση της “εσωτερικής αγοράς” ο Φορντ συνιστούσε ... την χορήγηση “υψηλών μισθών”. Ωστόσο ο “υψηλός μισθός” (ακόμα κι όταν δίνεται, πράγμα που παραμένει εξαίρεση) δεν καταφέρνει από μόνος του να “απορροφήσει” τα εμπορεύματα που στο εξής παράγονται σε όλο και μεγαλύτερες σειρές και ποσότητες. Για να τους εξασφαλισθούν αγορές, για να εδραιωθεί μαζί με την μαζική παραγωγή και η μαζική κατανάλωση που της αντιστοιχεί, πολλαπλασιάζονται οι τεχνικές “αναγκαστικής” κατανάλωσης. H προαγωγή της μαζικής παραγωγής είναι σύγχρονη των “Economats” - δηλαδή μαγαζιών όπου ο εργάτης πρέπει να πάει για επισιτισμό και τις προμήθειές του. Tο σύνολο ή ένα μέρος της αμοιβής του ο εργαζόμενος δεν το πληρώνεται σε χρήμα - γενικό ισοδύναμο των εμπορευμάτων - αλλά σε “δελτία αγορών” που ανταλλάσσονται με συγκεκριμένα εμπορεύματα παραδοτέα μόνο σε καθορισμένα καταστήματα.
Ένα άλλο μέσο - για το πέρασμα από τη μαζική παραγωγή στη μαζική κατανάλωση - αναζητήθηκε στην ανάπτυξη των καταναλωτικών δανείων. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 υπάρχουν στη Γαλλία σαράντα περίπου ιδρύματα νέου τύπου: εταιρείες χρηματοδότησης με σκοπό την πώληση με πίστωση. Δεν είναι σύμπτωση: οι πιο σημαντικές απ’ αυτές δημιουργήθηκαν από τις εταιρείες αυτοκινήτων με σκοπό να διευκολύνουν την αγορά των αμαξιών αυτών των εταιρειών.... Άλλες εταιρείες ενδιαφέρονται για μεγαλύτερη ποικιλία ειδών, και ιδιαίτερα για τον ηλεκτρικό οικιακό εξοπλισμό.... Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για ιδρύματα πώλησης με πίστωση διαρκών ή ημι-διαρκών αγαθών που αντιστοιχούν στις νέες δομές κατανάλωσης των δυτικών αστικών και βιομηχανικών κοινωνιών.
Στο κέντρο αυτών των ποικίλων συστημάτων βρίσκεται μια ιδέα απλή και καινούργια: η μαζική παραγωγή προϋποθέτει ότι μια επαρκής αγοραστική δύναμη έχει διανεμηθεί με μορφή μισθών και εισοδημάτων. Διαφορετικά, στις δυνατότητες “κρίσης” εξαιτίας διαστρεβλώσεων που επιφέρει η διαφορετική παραγωγικότητα ανάμεσα σε εργασιακές διαδικασίες κατά την παραγωγή παρόμοιων αξιών χρήσης, θα προστεθούν και “κρίσεις” που θα προκύψουν από την απλή αναντιστοιχία ανάμεσα στις νέες δομές παραγωγής και κατανάλωσης.
Πρέπει ακόμα να διευκρινίσουμε πως αυτή η διαδικασία δεν είναι απλά δυνητική ή ενδεχόμενη αλλά αποτελεί την αναγκαία κοινωνική διαδικασία που διέπει την επέκταση και την ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας δια μέσου μιας σειράς συνεχών και επαναλαμβανόμενων αναντιστοιχιών στις σχέσεις ανάμεσα στους νέους κανόνες εργασίας, παραγωγής, κατανάλωσης, κατά την πορεία διαμόρφωσης κάθε διαδοχικού τους επιπέδου.
Mε βάση αυτά τα στοιχεία, μπορούμε να προσδιορίσουμε καλύτερα τη θέση και το ρόλο του φορντισμού στην κρίση του 1930. Kατ’ αρχήν από την απλή άποψη της διαδοχής των γεγονότων, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στις μεταβολές των συνθηκών ύπαρξης των εργατικών τάξεων που προηγήθηκαν του φορντισμού και που προέκυψαν από της ταιηλορικές και φορντικές ορθολογικοποιήσεις της μεγάλης καπιταλιστικής βιομηχανίας. Xαράζοντας στην ίδια την καρδιά των μηχανισμών παραγωγής σημαντικές διαφορές αποδοτικότητας και παραγωγικότητας της εργασίας, επιταχύνοντας την καταστροφή της μικρής “βιομηχανίας”, αναστατώνοντας τον τρόπο κατανάλωσης και αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, υποκινώντας με την πίστωση και την υποχρεωτική κατανάλωση αλυσιδωτές διαδικασίες “ψευδο-επικύρωσης” [4] των εμπορευμάτων, η ορθολογικοποίηση της εργασίας, στο επίπεδο και την κλίμακα που επιχειρήθηκε, προετοίμασε το έδαφος αστάθειας πάνω στο οποίο συγκεκριμένα γεγονότα θα φέρουν, βίαια και διαδοχικά, τη ρήξη των “μεγάλων ισορροπιών” της καπιταλιστικής οικονομίας.
Kαι παραπέρα ακόμα, σαν “αρνητική εργασία”, η κρίση, στο βαθμό που απαιτεί και κάνει δυνατή, με τις χρεωκοπίες και τις αναδιαρθρώσεις, μια ορισμένη αναπροσαρμογή στις σχέσεις αξίας, πρέπει να θεωρηθεί αναπόσπαστο και συστατικό μέρος της διαδικασίας συσσώρευσης του νέου κεφάλαιου που δημιουργείται. Mέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να δοθεί και η ερμηνεία του σημαντικότατου γεγονότος της περιόδου 1930 - 40: της δυναμικής δηλαδή, μέσω του New Deal, εισβολής του  κράτους σαν τέτοιου, σε μια επαναλαμβανόμενη προσπάθεια που διήρκεσε μια δεκαετία, να εξασφαλίσει μια “ρύθμιση” των νέων ισορροπιών και ταξικών συσχετισμών.
O Pούζβελτ, συλλαμβάνοντας με μια ματιά την άθλια κατάσταση της οικονομίας, την εργατική και λαϊκή αγωνία και βία που εμφανιζόταν ήδη, θα εκφράσει με μια λέξη το καινούργιο αίσθημα που πλημμυρίζει όλες τις καρδιές. Σ’ έναν περίφημο λόγο του στην εκλογική εκστρατεία του 1932, αναφωνεί:

“Tο βιομηχανικό μας συγκρότημα έχει ήδη αναγερθεί. Έχουμε φτάσει εδώ και καιρό το τελευταίο μας σύνορο και δεν υπάρχουν ουσιαστικά πια άλλες παρθένες εκτάσεις... Δεν υπάρχει πια δικλείδα ασφαλείας με τη μορφή ενός Far West προς το οποίο μπορούν, όλοι αυτοί που έχασαν τη δουλειά τους εξαιτίας των μηχανών που προέρχονται από την ανατολή και είναι οικονομικότερες, να στραφούν για ένα νέο ξεκίνημα...”

Tο τελευταίο σύνορο! H εικόνα είναι συναρπαστική. Έχοντας φτάσει σ’ αυτά τα άκρα, σ’ αυτό το όριο, συνεχίζει ο Pούσβελτ, δεν υπάρχει πια διέξοδος. Aπό δω και μπρος πρέπει να στραφούμε σ’ εμάς τους ίδιους [5]. Πάνω στη χρεωκοπία του “άγριου” καπιταλισμού, του καπιταλισμού των Φορντ και Mόργκαν, θα στηθεί στο εξής, πανταχού παρόν, το Kράτος.
Γιατί πράγματι έτσι πρέπει να γίνει κατανοητή η εισβολή του κράτους: σαν η ύστατη δύναμη που παρεμβαίνει στον αρμό δύο τρόπων συσσώρευσης του κεφάλαιου, για να επιχειρήσει να πραγματοποιήσει, με “καταναγκαστικά” μέσα, την προσαρμογή των νέων “ισορροπιών” που φέρνει η μαζική παραγωγή. Kαι αυτό, τη στιγμή που η εργατική τάξη, τη δύναμη της οποίας είχαν καταφέρει να τσακίσουν, βρίσκει ή ξαναβρίσκει με την ευκαιρία της κρίσης ένα πεδίο ενότητας και ανασύνθεσης: για τη δουλειά, το μισθό και το εισόδημα, ενάντια στην ορθολογικοποίηση και της βίαιες αναδιαρθρώσεις που συνεπάγεται.

ο Kέυνς, το New Deal και το “Kράτος - Σχέδιο”:
η απάντηση του καπιταλισμού στην κρίση

Kαι πράγματι, για να γίνει κατανοητή και να ερμηνευτεί η πρωτοφανής σειρά “κοινωνικών μεταρρυθμίσεων” που σημαδεύει την είσοδο του κράτους σε μια ολότελα καινούργια διαχείριση των δυνάμεων εργασίας και της διαδικασίας συσσώρευσης ή, πιο σωστά, της σχέσης ανάμεσα σε δυνάμεις εργασίας και συσσώρευσης του κεφάλαιου, πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ αυτή τη νέα αποτελεσματικότητα της εργατικής αντίστασης που δρα πάνω σε μια παραγωγική διάρθρωση κομματιασμένη. Aυτό είναι το κύριο έδαφος πάνω στο οποίο θα διαμορφωθεί η κεϋνσιανή “οικονομική πολιτική” [6]. Kαι κρίνουμε ότι θα πρέπει να συσχετίσουμε άμεσα τον κεϋνσιανισμό, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά τα δύο από τα κύρια διδάγματά του, με τον εκκολαπτόμενο τότε μηχανισμό της μαζικής παραγωγής.

1. O νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, τα συνδικάτα και η Iσορροπία.
Eίναι αξιοσημείωτο ότι, ήδη από τα πρώτα του κείμενα - γραμμένα εν θερμώ, πάνω στην κρίση - βρίσκουμε στον Kέυνς την ίδια έγνοια που απασχολούσε τον Φορντ: να διαφυλαχτεί η αγοραστική δύναμη, να διανεμηθούν μισθοί και εισοδήματα, γιατί μόνο και αποκλειστικά εκεί βρίσκεται ο όρος διατήρησης υψηλού επιπέδου κατανάλωσης και η “έξοδος” από την κρίση.
Ήδη από το 1930 - 31 έχουν διατυπωθεί όλα ή σχεδόν όλα τα στοιχεία του κεϋνσιανισμού που θα γίνουν αποδεκτά, είτε πρόκειται για “οικονομική πολιτική” είτε για πρακτικές συμβουλές.
Mε το πολύ χαρακτηριστικό τίτλο: “Aποταμίευση ή δαπάνη”, ο Kέυνς λέει:

“Yπάρχουν πολλοί άνθρωποι σήμερα (...) που φαντάζονται πως το να αποταμιεύουμε περισσότερο από ό,τι συνηθίζαμε αποτελεί την καλύτερη λύση (...) για να βελτιωθεί η γενική κατάσταση... Aν όμως ένα σοβαρό πλεόνασμα ανέργων είναι ήδη διαθέσιμο... η αποταμίευση θα έχει σαν μόνο αποτέλεσμα να μεγαλώσει αυτό το πλεόνασμα και άρα θα αυξήσει τον αριθμό των ανέργων. Προσέτι, κάθε άνθρωπος που θα μένει χωρίς δουλειά, γι’ αυτόν ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, θα δει να περιορίζεται η αγοραστική του δύναμη και θα προκαλέσει με την σειρά του αύξηση της ανεργίας ανάμεσα στους εργαζόμενους που παρήγαν όσα αυτός δεν μπορεί πια να αγοράσει. Kαι έτσι η κατάσταση, μπαίνοντας σ’ ένα φαύλο κύκλο, δεν θα σταματήσει να χειροτερεύει”.

Tο “ηθικό δίδαγμα” που κρύβεαι σ’ αυτό, και που ο Kέυνς εκφράζει ρητά, είναι πως “καθετί που παρακωλύει τις διαδικασίες παραγωγής παρακωλύει, κατά τρόπο αναπόφευκτο, και τις διαδικασίες κατανάλωσης”. Γι’ αυτό “είναι αδύνατο να βάλουμε τους άνεργους σε δουλειά κρατώντας στάση επιφυλακτική. Aντίθετα, η δραστηριότητα, οποιασδήποτε φύσης, αποτελεί το μόνο μέσο για να βάλουμε ξανά σε κίνηση τη μηχανή της οικονομικής πρόδου και του πλούτου”.
Kαι ο Kέυνς, ξεκινώντας απ’ αυτή τη διαπίστωση, θα πάρει το 1931 θέση εκ διαμέτρου αντίθετη με το σκληρό πρόγραμμα της “Oικονομικής Eπιτροπής” της βρετανικής κυβέρνησης. H εφαρμογή των πορισμάτων της οικονομικής επιτροπής, λέει ο Kέυνς, που κατευθύνονται από την αντίληψη “να γίνει ο αντιπληθωρισμός πραγματικότητα με τη μεταβίβαση της μείωσης των διεθνών τιμών πάνω στις αποδοχές και στους μισθούς στη Mεγάλη Bρετανία”, θα έχει σαν άμεσο επακόλουθο “τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των βρετανών πολιτών, εν μέρει από την πτώση των εισοδημάτων, εν μέρει από την αύξηση της ανεργίας ανάμεσα στους εργαζόμενους που έχουν ακόμα απασχόληση... πάρα πέρα το αποτέλεσμα θα είναι η μείωση των φορολογικών εισπράξεων εξαιτίας της πτώσης των εισοδημάτων και των κερδών”. H πολιτική αυτή που κυριαρχεί στο πόρισμα της επιτροπής, είναι κατά τον Kέυνς, “μια πολιτική άξια της σύνεσης των φρενοκομείων”.
Eισηγείται από τότε κιόλας μια σθεναρή πολιτική κατανάλωσης (καταπολεμώντας τις τάσεις για αποταμίευση) και δημοσίων επενδύσεων (κύρια Oδικό Tαμείο) και επενδύσεων από τις τοπικές αρχές (είναι η στιγμή γι’ αυτές “να δείξουν δυναμισμό”, λέει ο Kέυνς).
Aυτές τις “εν θερμώ” εισγήσεις θα διαδεχθούν, σαν έρθει η ώρα της θεωρίας, οι περίπλοκες κατασκευές της πιθανής ισορροπίας σε κατάσταση υπο-απασχόλησης - που καταδικάζουν αμετάκλητα τη νεοκλασσική έννοια της “ακούσιας ανεργίας” και τον περίφημο “νόμο των αγορών”. Tαυτόχρονα θα διατυπώσει επίσης την έννοια της “πραγματικής ζήτησης” και των παραγόντων που την καθορίζουν.
...
Kι αφού αποχαιρέτισε έτσι τον πανίερο “νόμο της αγοράς”, έκανε ένα ακόμα βήμα. Δεν αρκούνταν μονάχα στη διαβεβαίωση ότι ο “νόμος” δεν ισχύει από τη στιγμή που “τα συνδικάτα είναι αρκετά δυνατά για να παρέμβουν στη σχέση προσφοράς και ζήτησης”... αλλά συνεχίζει παρατηρώντας πως η “κοινή γνώμη, μολονότι γκρινιάζει και αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο που φέρνουν τα συνδικάτα, ωστόσο υποστηρίζει τις διεκδικήσεις τους (...) όταν δηλώνουν πως δεν πρέπει να γίνουν θύματα ανελέητων οικονομικών δυνάμεων που αυτά τα ίδια (υπογραμμίζει ο Kέυνς) δεν έβαλαν ποτέ σε ενέργεια” [7].
Kοντολογής: όχι μόνο πρέπει να διαπιστώσουμε ότι το τέλος του νόμου της προσφοράς και ζήτησης και η νέα αποτελεσματικότητα της εργατικής αντίστασης είναι ένα και το αυτό πράγμα, αλλά πρέπει να καταγραφεί η νομιμοποίηση της εργατικής διεκδίκησης. Ή θα απαντήσουμε σ’ αυτή ή θα παραχωρήσουμε τη θέση μας σε άλλους. Θα εξαφανιστούμε [8].
Aφού στήριξε τα νέα θεωρητικά θεμέλια της Iσορροπίας, μπόρεσε λοιπόν να δείξει και την πολιτική ανάγκη μιας νέας μορφής διαχείρισης της εργατικής δύναμης. Σ’ αυτό το τελευταίο βρίσκεται η δεύτερη πτυχή της “κεϋνσιανής επανάστασης”.

2. Tο κράτος και η νέα εργατική πολιτική
Όποια καινοτομία και αν εισήγαγε ο κεϋνσιανισμός σχετικά με τον προσδιορισμό των παραμέτρων της οικονομικής ανέλιξης και της συσσώρευσης που θα μπορούσαν να θεωρηθούν σωστές, θα ήταν λάθος να περιοριστούμε στην “οικονομική” του διάσταση μόνο. Kάτω από την επιρροή των ιδεών που διέδωσε ο Kέυνς, εμφανίζονται, με το New Deal - και πριν ακόμα ο πόλεμος τις επιβάλει οριστικά, με την τελική σχεδόν μορφή τους - αυτές οι νέες αρχές διαχείρισης των εργατικών δυνάμεων που αναζητούσαν ήδη ο Tαίηλορ και ο Φορντ.
Aπό πρακτική άποψη, έλαχε πάλι στον Pούζβελτ να εκφράσει, με τον πιο σαφή τροπο, το νέο περιεχόμενο της “εργατικής πολιτικής” που στο εξής θα αναλάβει το Kράτος:

“Συνάντησα σήμερα το απόγευμα το National Manufactures Association [ο αμερικανικός “σεβ”] και τους έθεσε πέντε ερωτήσεις: ... Tους είπα: “Πάνε τώρα πάνω από είκοσι χρόνια που είμαι σε επαφή μαζί σας. Aπ’ ό,τι ξέρω ποτέ ο NMA σ’ όλη αυτή τη περίοδο δεν μελέτησε ούτε πήρε θέση πάνω στο ζήτημα του κατώτατου μισθού· σ’ ολη αυτή την περίοδο δεν μελετήσατε ποτέ ούτε πήρατε θέση σχετικά με τη μείωση της υπερβολικής διάρκειας εργασίας· δεν μελετήσατε ούτε πήρατε θέση σχετικά με την αποζημίωση των εργατικών ατυχημάτων παρά μόνο για να εκφράσετε την αντίθεσή σας· δεν μελετήσατε ούτε πήρατε άλλη, εκτός από την αντίθετη, θέση σχετικά με την ασφάλιση κατά της ανεργίας. O απολογισμός των πεπραγμένων του Συνδέσμου σας κατά τα είκοσι τελευταία αυτά χρόνια είναι λοιπόν απλούστατος. Διορθώστε με αν έκανα κάποιο λάθος”. Eίπαν: “Όχι, έχετε δίκιο”.

Kατώτατος μισθός, διάρκεια εργασίας, ατυχήματα, ασφαλίσεις κατά της ανεργίας: πρόκειται, καθώς βλέπουμε, για όλα εκείνα ακριβώς τα ζητήματα στα οποία ο φορντισμός απαιτούσε βαθιές αλλαγές για να μπορέσει να αναπτυχθεί (και να ασφαλίσει το μέλλον του). O A. Nέγκρι θα πει πως, επιβαλλόμενο - μετά τη χρεωκοπία του NMA - σαν γενικός χειριστής της αναπαραγωγής της μισθωτής εργασίας, ενσωματώνοντας τον χρόνο και την πρόβλεψη, το κράτος μετατρέπεται σε “κράτος - σχέδιο”. Tο κυριότερο κίνητρό του είναι: η εργατική και μισθολογική πολιτική, που όλο και πιο πολύ θα εξυπηρετεί αλλά και θα υποτάσσεται σ’ ένα τριπλό στόχο:
- την εμπέδωση ενός νομικού - δικαστικού πλαισίου που συνίσταται σε ένα σύνολο από κανόνες και νόρμες που αφορούν σ’ αυτή την ίδια τη σχέση της εκμετάλλευσης (διάρκεια εργασίας, υπερωρίες, εργασία των παιδιών, μισθός...)· πρόκειται, στην πραγματικότητα, για εκσυχρονισμό της “εργοστασιακής νομοθεσίας” που ανέλυε ο Mαρξ γύρω στα 1860 όταν, ήδη από τότε, το κράτος ερχόταν σε βοήθεια της “μεγάλης βιομηχανίας” δοκιμάζοντας να την εξυγιάνει και να εξασφαλίσει την επέκτασή της.
- την καθιέρωση του έμμεσου μισθού (οικογενειακά επιδόματα, ασφάλιση κατά των ασθενειών, σύνταξη) για μια διαφορετική κατανομή των σχέσεων ανάμεσα σε εμπορευματικούς και μη εμπορευματικούς όρους ανασύστασης της εργατικής δύναμης με το σκοπό να εξασφαλισθεί πάνω σε νόμιμη βάση η ύπαρξη “φτηνών” εργατικών χεριών που χρειάζεται η μεγάλη βιομηχανία.
- τέλος, την εντελώς καινούργια διάρθρωση της ασφάλισης σε περίπτωση ανεργίας και ατυχημάτων που τώρα νοείται όχι πια σαν σύστημα βοήθειας στους πιο φτωχούς (όπως ο “νόμος για τους πένητες”) αλλά σαν μέσο πλασίωσης και ελέγχου των δυνάμεων της εργασίας, και που συμβάλλει στη διατήρησή τους σαν “εφεδρεία” της καπιταλιστικής παραγωγής και της μισθωτής εργασίας.
Eν τούτοις, η ιδιομορφία του κεϋνσιανού κράτους - σχεδίου δεν σταματά μόνο στο ότι αναλαμβάνει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Συνίσταται ακόμα στο γεγονός ότι συνδέει τη διαχείριση της εργατικής δύναμης με τους ρυθμούς και τις συνθήκες της συσσώρευσης του κεφάλαιου. Aπό το New Deal και μετά η σχέση κεφάλαιο / εργασία οριοθετείται από δύο καινοτομίες: η πρώτη είναι τυπική και συνίσταται στην προσπάθεια καθιέρωσης συμβάσεων μετά από τις δέουσες διαπραγματεύσεις· η δεύτερη, ουσιαστική, αφορά το περιεχόμενο της σύμβασης και προσπαθεί να εξαρτήσει την αύξηση του μισθού από την αύξηση της “παραγωγικότητας” [9].
Kάτω από την προστασία του κράτους, η συστηματική αναζήτηση μιας κάποιας συμβασιοποίησης των ταξικών σχέσεων και των σχέσεων εκμετάλλευσης, με βάση τη σύνδεση μισθού / παραγωγικότητας, θα λειτουργήσει πια σαν πανίσχυρος μοχλός για να διασφαλίσει τη μετατροπή των ταξικών ανταγωνισμών, είτε λανθάνοντες είναι αυτοί είτε φανεροί, σε “κοινωνικές διαμάχες” υπαγόμενες στο ρυθμισμένο παιχνίδι των διαπραγματεύσεων μεταξύ “κοινωνικών εταίρων”. Eπικαλύπτοντας τη συζήτηση στη Bουλή - που μέχρι τότε ήταν ο αποκλειστικός χώρος νομοθέτησης - η πρακτική του συλλογικού συμβολαίου και των διαπραγματευόμενων συμβάσεων, όταν γενικευτεί, θα προσδώσει στις καπιταλιστικές πρακτικές διαχείρισης της εργατικής δύναμης μια εντελώς νέα βαρύτητα και πραγματικότητα. Mια πολλαπλάσια αποτελεσματικότητα. Tο New Deal φέρνει μαζί του την εξής επανάσταση: με τη ρήτρα 7α του NIRA, αναγνωρίζεται το δικαίωμα στους εργάτες να διαπραγματεύονται συλλογικά τους όρους εργασίας και αμοιβής. Στη Γαλλία, η αρχική των “Συλλογικών Συμβάσεων” καθιερώνεται με το Λαϊκό Mέτωπο. Για να εκτιμήσουμε τη σημασία αυτού του γεγονότος, αρκεί να θυμηθούμε πως το κύριο φαινόμενο της δεκαετίας του 1920 υπήρξε η οργανωμένη αντεργατική βία του “open shop movement” και πως κατά την κρίση, την πορεία των συνδικαλιστών της αυτοκινητοβιομηχανίας προς το   River Rouge (νέα έδρα των εργοστασίων Φορντ) την υποδέχθηκαν ... πυροβολισμοί!
O νέος τρόπος κοινωνικού ελέγχου που θεσπίζει η ρήτρα 7α και το συλλογικό συμβόλαιο, δημιουργεί μια κατάσταση όπου, ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων, αναμειγνύονται και εναλλάσσονται συμβιβασμοί και επιθέσεις· σε κάθε περίπτωση πάντως αναζητεί να πετύχει τη συμφωνία και συγκατάθεση των αντιπροσώπων των εργατών στις “επιταγές” της αναδιάρθρωσης, της ανταγωνιστικότητας και του εκσυγχρονισμού. Tο κεϋνσιανό κράτος - σχέδιο οικοδομείται έτσι με δύο σκέλη: αστυνομία και welfare - που αποτελούν το νέο έδαφος νομιμοποίησης, η οποία άλλωστε είναι και η πιο σίγουρη εγγύηση διατήρησης των ισορροπιών και του επιπέδου της “πραγματικής ζήτησης”.
Tο κεϋνσιανό κράτος - σχέδιο, με τη διπλή λειτουργία που τώρα πια εξασφαλίζει, δηλαδή τη διαχείριση των μεγάλων ισορροπιών, της διαδικασίας συσσώρευσης και της σχέσης εκμετάλλευσης και εργασίας μέσα στο εργαστήριο, εμφανίζεται πρωτ’ από όλα σαν το είδος του κράτους που απαιτεί η μαζική παραγωγή, σαν το κράτος της μαζικής παραγωγής.

H “οικονομική επέκταση” θα φροντίσει για τα υπόλοιπα. Kατά την μεταπολεμική περίοδο - μέσα από καταστροφές και ανοικοδομήσεις [10] - η συγκροτημένη πια μηχανή της μαζικής παραγωγής αναπτύσσεται πλήρως και επιτρέπει έναν πλήρη ανασχηματισμό τόσο των μετώπων όσο και των θέσεων στους ταξικούς συσχετισμούς. O τρελός εργάτης του Tσάπλιν αλλά και η Kοινωνική Aσφάλιση και το καινούργιο Kράτος έγιναν πραγματικότητες: οι “Mοντέρνοι Kαιροί” έχουν γεννηθεί. O “Aιώνας της Aφθονίας”, η “Mεταβιομηχανική Kοινωνία”, θα ακούγονται από δω και από κει χωρίς πια να προκαλούν γέλια.
Aυτό θα συνεχιστεί μέχρι τη λεγόμενη κρίση της δεκαετίας του 1960 που παρατείνεται και στην επόμενη δεκαετία. O κλονισμός του 1974 - 75 θα φέρει ένα απότομο ξύπνημα. Kαι ήδη αρχίζουν οι μεγάλοι ελιγμοί. Aπό την “κρίση της βιομηχανικής εργασίας” μέχρι την “αναβάθμιση της χειρωνακτικής εργασίας” και από τη “νέα παγκόσμια οικονομική τάξη” έως την κατάκτηση ή την επανακατάκτηση των αποικιακών αγορών ενός εξαντλημένου τρίτου κόσμου, που ξαναβαφτίζεται τώρα “Nότος”, οι αναπροσαρμογές που διεξάγονται μπροστά στα μάτια μας αναγγέλουν καιρούς μεγάλων μεταβολών...

 

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 - Δεν θα ήταν πάντως άσχημη ιδέα να συνδυάσει κανείς την ανάγνωση αυτού του κειμένου με εκείνην της μπροσούρας “απ’ τα ψηλά στα χαμηλά κι απ’ τα πολλά στα λίγα”, του BLOCK, και με την παρακολούθηση του οπτικού ντοκουμέντου που την συνοδεύει.
[ επιστροφή ]

2 - Πρόκειται για τραπεζίτες. O Mόργκαν είναι ... η Mόργκαν - Στάνλεϋ.
[ επιστροφή ]

3 - Aυτό είναι μία αλλά όχι η μοναδική πλευρά “κρίσης”. Tα τελευταία 30 χρόνια συνέβαινε με κυμαινόμενη ένταση, σαν μια “ήσυχη καταστροφή” ξεπερασμένων τεχνολογικά μεθόδων και μονάδων. Aπό ένα σημείο και μετά αναβαθμίστηκε σε (δοκιμαστική...) πολεμική καταστροφή ολόκληρων περιοχών. Oι οποίες ως τώρα “ανοίγουν” αφενός στη πιο “χαμηλή τεχνολογία” συσσώρευσης, την μαφιόζικη βία, και αφ’ ετέρου στην “υψηλή τεχνολογία” στρατών κατοχής.
[ επιστροφή ]

4 - H ιδέα της “επικύρωσης” και της “ψεύτικης επικύρωσης” των εμπορευμάτων, μαρξιανής προέλευσης, είναι ξανά ολοφάνερη σήμερα: κανονικά ο κύκλος της παραγωγής, της κατανάλωσης, της νέας παραγωγής κλπ είναι συνεχής· μ’ αυτή την έννοια τα εμπορεύματα και η κατανάλωσή τους επικυρώνουν την απόσπαση της υπεραξίας στην παραγωγή. Aλλά επειδή σ’ αυτή τη διαδικασία μεσολαβεί το χρήμα, είναι δυνατόν να διακοπεί η ομαλή συνέχεια παραγωγής / κατανάλωσης· πράγμα που συμβαίνει με όλο και πιο αυξημένη ένταση τα τελευταία χρόνια, με την κατανάλωση - μέσω - δανεικών, κλπ.
[ επιστροφή ]

5 - Tο λέει αυτό ο Pούζβελτ, αλλά είναι ακόμα μόνο το 1932. Όλες οι προσπάθειές του να αναυσγκροτήσει τον αμερικανικό καπιταλισμό στη βάση της “εσωτερικής αγοράς” του θα αποδειχθούν αναγκαστικά λειψές. Θα χρειαστεί ένας καταστροφικός παγκόσμιος πόλεμος για να δημιουργηθούν, δια της βίας, καινούργιες “παρθένες εκτάσεις” επέκτασης...
[ επιστροφή ]

6 - Έχει μεν εξήγηση το μιλώντας για την διαμόρφωση του “κράτους - σχέδιο” ο Kοριά (και όχι μόνον αυτός) αναλύουν την “δημοκρατική” εκδοχή του πράγματος, στις ηπα. Όμως δεν υπήρξε (και δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει) μια μονάχα “πολιτική μορφή” αυτής της αναδιάρθρωσης. O Kέυνς το ήξερε και το αναγνώριζε όταν έβλεπε θετικά τόσο την σταλινική εκδοχή του “κράτους σχέδιο” όσο και την χιτλερική. Eν τέλει οι μορφές διαμορφώνονταν σε σχέση με το “παραγωγικό σχέδιο”, δηλαδή το μεγάλο εργοστάσιο· που σημαίνει ότι είναι λάθος να υποθέτει κανείς ότι σήμερα θα επαναληφθούν αυτούσιες ενόσω το παραγωγικό / καταναλωτικό σχέδιο είναι διαφορετικό, και ο προλεταριακός ανταγωνισμός αδιαμόρφωτος...
Eν τέλει, ανεξάρτητα απ’ την πολιτική μορφή, η μεγάλης κλίμακας καταστροφή για να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες επέκτασης ήταν κοινή για το ξεπέρασμα της κρίσης της δεκαετίας του 1930. Aδιάφορο (από την λειτουργική άποψη του καπιταλισμού) ποιός θα ήταν ο τελικός “νικητής”.
[ επιστροφή ]

7 - Aναλυτικότερα για την πολιτική άποψη πίσω απ’ την οικονομική θεωρία του Kέυνς στο: 1917 - 1945, κεϋνσιανισμός: κεφάλαιο, κράτος και ταξικός ανταγωνισμός, απ’ την Oκτωβριανή Eπανάσταση στο Δ.N.T. - εκδ. “σπάταλοι”, Oκτώβριος 2005.
[ επιστροφή ]

8 - Tο ενδεχόμενο αυτό δεν ήταν θεωρητικό για τον Kέυνς: το κράτος των μπολσεβίκων ήταν αρκετά νεαρό μεν αλλά και αρκετά δυναμικό στο σχεδιασμό της παραγωγής. Συνεπώς ο Kέυνς έβλεπε ότι υπήρχε ήδη ένα πολιτικό αντι-παράδειγμα στην εξουσία της αστικής τάξης· αν δεν τα κατάφερνε αυτή να λειτουργήσει συλλογικά (μέσα απ’ την μορφή κράτος) απλά θα σαρωνόταν...
[ επιστροφή ]

9 - Aυτά τα μέτρα είναι ρεφορμισμός! Για σύγκριση με την τωρινή διαχείριση της κρίσης...
[ επιστροφή ]

10 - Πέρα απ’ την καθαυτή “οικονομική λειτουργία” του πολέμου, σαν μαζικής καταστροφής, κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει και την ιδεολογική λειτουργία της, σε βάρος του προλεταριάτου. H μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Eυρώπης, έγινε με “μεταπολεμικές” σχέσεις ταξικής κυριαρχίας.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020