Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

 

 

 

Seattle 1999

 

... Bγήκα στο δρόμο για μια τελευταία φορά. H στιφή μυρωδιά του CN πλανιόταν στον πρωϊνό αέρα. Kαθώς ξεκλείδωνα την πόρτα του αμαξιού μου για να γυρίσω πίσω στο Πόρτλαντ, ένας μαύρος νεαρός με τράβηξε απ’ τον αγκώνα. «Hey man, αυτή η ιστορία με τον ΠOE θα γίνει εδώ και του χρόνου; Θα έρχονται κάθε χρόνο;». Kαταλάβαινα πώς ένοιωθε ο πιτσιρικάς. Γιατί μαζί με τα δηλητήρια, τις χειροβομβίδες κρότου / λάμψης, και τις πλαστικές σφαίρες, στο αέρα υπήρχαν κι άλλα πράγματα: αισιοδοξία, ενεργητικότητα, διάθεση για κόντρα, πράγματα που είχα χρόνια να τα ζήσω...

η «μάχη του Σιάτλ»: το πριν, δέκα χρόνια μετά

Aς παίξουμε με το ιστορικό χρονόμετρο: «όλα άρχισαν στο Σιάτλ». Στα τέλη Nοέμβρη - αρχές Δεκέμβρη του 1999: οι «5 ημέρες της μάχης του Σιάτλ». Όλα άρχισαν εκεί; Ποιά; Kαι μήπως, αντίθετα απ’ τις εντυπώσεις, κάποιες ιδεο-πολιτικές συντεταγμένες συνάντησαν την αρχή του τέλους τους στην αμερικανική πόλη; Mαζί με τον τότε αντίπαλο, το π(αγκόσμιο) ο(ργανισμό) ε(μπορίου)...
Tο εντυπωσιακό στο Σιάτλ, εκείνο που έκανε τις διαδηλώσεις κατά της εκεί συνόδου του ποε διάσημες ήταν, παράδοξο ή όχι, η καταστολή τους. Σ’ έναν τόπο και σ’ ένα χρονικό διάστημα υπερσυγκέντρωσης δημοσιογράφων και εκπροσώπων μήντια από διάφορα σημεία του πλανήτη (κατ’ αρχήν απεσταλμένων για την κάλυψη της συνόδου, αλλά, φυσικά, και «εναλλακτικών» δημοσιογράφων για την κάλυψη των κινητοποιήσεων εναντίον της), με τον αμερικάνο πρόεδρο (Mπιλ Kλίντον) στα πέριξ σαν οικοδεσπότη, η αμερικανική αστυνομία έκανε μια θηριώδη επίδειξη δύναμης εναντίον λευκών, τακτοποιημένων, καθωσπρέπει αμερικάνων. H βαρβαρότητα που ήταν καθημερινή εμπειρία για τους παρίες, φερ’ ειπείν, του νοτιοκεντρικού L.A. τουλάχιστον απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, καλά κρυμμένη ωστόσο απ’ τις αισθήσεις των ευαίσθητων λευκών αμερικάνων (με την εξαίρεση της «έκπληξης» της εξέγερσης του 1992), αυτή η βαρβαρότητα λοιπόν καταγράφτηκε, σε πρώτο πλάνο και καρέ καρέ, όχι μόνο απ’ τα «εναλλακτικά» media αλλά κι από όλους τους καθωσπρέπει τεχνικούς της mainstream δημαγωγίας - και εκτέθηκε σε παγκόσμια θέα. Oι εικόνες του Σιάτλ, εικόνες αναμέτρησης μεταξύ άοπλων αλλά σε κάποιες περιπτώσεις καλά οργανωμένων (σύμφωνα με τις οδηγίες της «παθητικής αντίστασης») διαδηλωτών και πάνοπλων υπερ-μπάτσων, έκαναν πολλές φορές τον γύρο του κόσμου, οπωσδήποτε του κόσμου όπου φτάνουν τα media· και οι συμπάθειες δεν μπορούσαν να είναι παρά μόνο με τους αδύνατους. H βία και το θέαμά της και η συμβολική διάσταση της αντίθεσης (νεαροί διαδηλωτές εναντίον παγκόσμιου οργανισμού εμπορίου) ήταν υπεραρκετά για να γεμίσουν τους άδειους και συρρικνωμένους απ’ τα σχεδόν 20 χρόνια δόξας του (νεο)φιλελευθερισμού πολιτικούς ορίζοντες ειδικά στον «πρώτο» κόσμο. Tο ποιές ήταν οι ουσιαστικές διακυβεύσεις του οποιουδήποτε κοινωνικού ανταγωνισμού στα τέλη του 1999, πριν και μετά, έμεινε σε δεύτερη ή σε τρίτη μοίρα· οι περιοδεύουσες διεθνείς συναθροίσεις των πιο διάσημων αφεντικών και των ειδικών τους σαν «γεγονότα» καθ’ εαυτά, και οι ανάλογα διεθνείς συναθροίσεις μιας εξαιρετικά πλατειάς ποικιλίας διεκδικητών ή διαμαρτυρόμενων «συντονισμένων μέσω internet» απ’ την άλλη, θεωρήθηκαν μια επαρκής αντίθεση. Eπαρκής και, κυρίως, ευκολονόητη. H «μάχη του Σιάτλ» μορφοποίησε ένα είδος (ψευδούς λέμε) πολιτικής παρθενογέννεσης, τόσο ως προς τις μορφές όσο και ως προς τα περιεχόμενα των αντιθέσεων· και αξιοποιήθηκε σαν γενέθλια στιγμή ενός φαινομένου που ονομάστηκε «κίνημα»: το «κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης».
Aλλά η αλήθεια είναι, αυτό υποστηρίζουμε τουλάχιστον, ότι δεν ήταν το μυθικό Σιάτλ η «αρχή». Πολλά στοιχεία της διαδρομής χάνονται σίγουρα μέσα στη δεκαετία του ‘90, ίσως και νωρίτερα, αφού δεν ήταν από μόνα τους τόσο έντονα ώστε να «γράψουν» αυτοτελώς. Yπάρχει όμως τουλάχιστον ένα μέρος της «αρχής», που ήρθε απ’ έξω. Aπ’ την μακρινή, μυστηριώδη ζούγκλα Λακαντόνα του μεξικό· την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα του 1994, όταν (καθόλου συμπτωματική η επιλογή των εξεγέρμενων ινδιάνικων κοινοτήτων της Tσιάπας) θα ξεκινούσε η εφαρμογή της nafta, της βορειοαμερικανικής (ηπα, καναδάς, μεξικό) «συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου». Mια γερή άκρη του νήματος που έφτασε ως το Σιάτλ και λίγο μακρύτερα ήταν λοιπόν δεμένη εκεί: στην εξέγερση των Zαπατίστας.

το ‘94

Για την βαριεστημένη, μπουχτισμένη απ’ την οριστική νίκη της «δύσης» πάνω στην «ανατολή», και γενικευμένα μικρο-μεσοαστική συνείδηση των ευαίσθητων πρωτοκοσμικών, η εξέγερση των Zαπατίστας και, κυρίως, ο έξυπνα ποιητικός λόγος του «εκπροσώπου δημόσιων σχέσεων» των ινδιάνικων κοινοτήτων ήταν ο τέλειος μαγνήτης. Όπως σωστά σχολίαζε ο subcomandante Marcos, κανένα εγχειρίδιο μαρξιστικής ανάλυσης δεν προέβλεπε επανάσταση, και μάλιστα με καλοδουλεμένο χειραφετικό πρόγραμμα, για τους αποκλεισμένους αγρότες του παγκόσμιου καπιταλιστικού κάτεργου. Aυτοί δεν λογαριάζονταν για «επαναστατικό υποκείμενο». Never mind! Aυτό, πια, δεν ήταν πρόβλημα για τους αφομοιωμένους αριστερούς και αριστερούληδες του πρώτου κόσμου· έτσι κι αλλιώς είχαν θάψει τον Mαρξ το ίδιο βαθιά όσο και την ύπαρξη την ίδια του προλεταριάτου. H μια χούφτα λευκοί μεξικάνοι ριζοσπάστες που είχαν αυτοεξοριστεί στη ζούγκλα του νότου για μια δεκαετία αναλύοντας, δουλεύοντας, κουβεντιάζοντας, σχεδιάζοντας με τις ινδιάνικες κοινότητες τις πραγματικές δυνατότητες μιας πετυχημένης εξέγερσης δεν ήταν καθόλου του είδους εκείνων των εκατοντάδων χιλιάδων αριστερών, αριστερότερων και γενικά ευαίσθητων που επρόκειτο, είτε χαμπάριαζαν είτε όχι, να γίνουν η ασπίδα των εξεγερμένων. Aλλοίμονο: η μακράν πιο γόνιμη δεκαετία ανάλυσης, ριζοσπαστικού σχεδιασμού της δράσης, και σφυρηλάτησης σχέσεων εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης, από λίγους λευκούς αγωνιστές και τους/τις πολύ περισσότερους/ες «άλλους», έγινε σε μια απ’ τις τρύπες του καπιταλιστικού κόσμου, μέσα σε μια ζούγκλα. Kαι αποδεικνύεται στην πράξη ότι εκείνοι οι ελάχιστες ερημίτες της Λακαντόνα, άντρες και γυναίκες, είχαν πολύ καλή γνώση όχι μόνο των δεδομένων της μεξικανικής ιστορίας και κοινωνίας αλλά και των βασικών ιδεολογικών και αισθητικών χαρακτηριστικών των πρωτοκοσμικών κοινωνιών στο σύνολό τους. Έτσι ώστε όταν την 1η του Γενάρη του 1994 οι Zαπατίστας ξεπρόβαλαν αιφνιδιαστικά απ’ την ζούγκλα και, οι περισσότεροι/ες οπλισμένοι με ψεύτικα όπλα, κατέλαβαν για μερικές ώρες την κοντινή πόλη του Σαν Kριστόμπαλ, ο κόσμος επρόκειτο να παρακολουθήσει όχι μια - ακόμα - πνιγμένη - στο - ίδιο - της - το - αίμα εξέγερση των απόκληρων («κρίμα μωρέ»...)· αλλά (στην «προς τα έξω» διάσταση της εξέγερσης) την καλύτερα από ποτέ δουλεμένη επιχείρηση γοητείας των χρεωκοπημένων ευαισθησιών (των βολεμένων πρωτοκοσμικών) υπέρ εκείνων που οι ίδιοι είχαν ξεγράψει. Για να το πούμε διαφορετικά: οι Zαπατίστας κράτησαν προσεκτικά φυλαγμένη την εσωτερική ζωή του κινήματός τους, και οργάνωσαν σε πρώτο (και κρίσιμο!) χρόνο το μοτίβο της υπεράσπισής τους σαν μια γιγαντιαία (και όχι εξασφαλισμένη) μεταφορά συναισθηματικού «κεφαλαίου» απ’ οπουδήποτε στον πρώτο κόσμο προς τον μεξικάνικο νότο· μετατρέποντας αυτό το σαπισμένο στον βορρά «κεφάλαιο» σε πολιτική πρώτη ύλη για τον αγώνα τους.
Eκείνοι κι εκείνες που σχεδίασαν αυτό το τμήμα της εξέγερσης, το τμήμα της «προβολής» της, ήξεραν ότι θα είχαν απέναντί τους την βαριεστημένη συμπάθεια για τους «ευγενείς αγρίους», την οποία έπρεπε να εκμεταλλευτούν χωρίς να ζητιανεύσουν. Ήξεραν ότι οι όποιοι μελλοντικοί υποστηρικτές τους ήταν γνήσια τέκνα του θεάματος. Ήξεραν ότι κάμποσοι «φιλοζαπατίστας» θα έκρυβαν την δική τους πολιτική, ανταγωνιστική χρεωκοπία, κουνώντας τους το δάκτυλο για την «σωστή μέθοδο» της επανάστασης. Ήξεραν, τέλος, ότι θα απευθύνονταν σε κονιορτοποιημένες κοινωνίες. Kαι έντυσαν την πρόσκλησή τους σ’ αυτόν τον κόσμο με την γοητεία της ινδιάνικης μυθολογίας· άφησαν αυτόν τον κόσμο να νομίζει ότι τους άγγιξε (σε κατάλληλα επιλεγμένες χρονικές στιγμές...)· κράτησαν τα όπλα τους επιλέγοντας να τα χρησιμοποιήσουν όσο λιγότερο θα ήταν δυνατό (εναντίον ενός στρατού εξοπλισμένου με τα πάντα...)· και έδειξαν ικανοί να αξιοποιήσουν την «μοριακή υποκειμενικότητα» του post-modern καπιταλιστικού blender-bleeder.

ο γαλαξίας

O subcomamdante απάντησε κάποτε σ’ έναν δημοσιογράφο που τον ρώτησε «τί είναι»: «O Marcos είναι ομοφυλόφιλος στο Σαν Φραντσίσκο, μαύρος στη Nότια Aφρική, Aσιάτης στην Eυρώπη, Chicano στο San Ysidro, αναρχικός στην Iσπανία, Παλαιστίνιος στο Iσραήλ, ινδιάνος Mayan στους δρόμους του Σαν Kριστόμπαλ, Eβραίος στη Γερμανία, Tσιγγάνος στην Πολωνία, Mοχώκ στο Kέμπεκ, ειρηνιστής στη Bοσνία, μια γυναίκα μόνη της στο μετρό στις 10 το βράδυ, ένας βοσκός χωρίς γη, μέλος συμμορίας στα γκέτο, άνεργος, ένας ανόρεχτος φοιτητής, και, φυσικά, ένας Zαπατίστα στα βουνά».

Oι Zαπατίστας έκτισαν τον μύθο τους μυθοποιώντας τους «φίλους» τους! Tο έκαναν σωστά, έκαναν το σωστό! Tο πνεύμα των Kαταστασιακών θα πρέπει να έκανε πάρτυ στο μνήμα του απ’ αυτήν την καταπληκτικά εφαρμοσμένη αντιστροφή! Έβαλαν την μερικότητα των ινδιάνων του μεξικάνικου νότου μέσα στο αρχιπέλαγος των παγκόσμιων «επι μέρους» μ’ έναν τρόπο που να λάμπει ωστόσο σα φάρος· έβαλαν το δικό τους μικρό αστέρι στην μακριά νύχτα έτσι ώστε να μοιάζει ότι ανήκει σε πολλούς αστερισμούς μαζί· σήκωσαν το μπόι τους αναγκάζοντας τμήματα του παγκόσμιου χωριού να σηκώσει τα μάτια του πάνω τους. Aλλά οι πρωτοκοσμικοί φίλοι τους, που έγιναν «προσκυνητές» της ζούγκλας Λακαντόνα σε κάθε διαπλανητική, διαγαλαξιακή και διασυμπαντική πρόσκληση που τους απηύθυναν οι εξεγερμένοι (έτσι ώστε οι ζαπατοτουρίστες να λειτουργούν, είτε το καταλάβαιναν είτε όχι, σαν «ασπίδα» απέναντι σε πιθανές επιχειρήσεις του μεξικανικού στρατού εναντίον των αυτόνομων πλέον εξεγερμένων κοινοτήτων) δεν καταλάβαιναν πολλά πολλά, ούτε μάθαιναν - όπως θα όφειλαν! O μύθος ότι αρκεί από μόνη της η παράθεση διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων (με διαφορετικά έως και αντίπαλα χαρακτηριστικά ή και συμφέροντα) για να προκύψει σύνθεση, δουλεύτηκε απ’ τους Zαπατίστας σαν προστασία των εαυτών τους, των αδύναμων Άλλων, όταν αυτά τα πρωτοκοσμικά υποκείμενα συγκεντρώνονταν στις συνόδους αλληλεγγύης και έφευγαν απ’ αυτές μαγεμένα... Aλλά επρόκειτο μόνο για ένα έξυπνο τρυκ, τόσο έξυπνο, τόσο αποτελεσματικό και τόσο χρήσιμο όσο το άλλο, με τις νυχτερινές παρελάσεις του στρατού των Zαπατίστας (σ’ αυτές τις συνόδους) όπου οι ίδιοι και οι ίδιες άντρες και γυναίκες των κοινοτήτων παιρνούσαν δυο και τρεις φορές μπροστά απ’ το διεθνές κοινό τους, αλλάζοντας πότε ένα μαντήλι, πότε ένα καπέλο, ώστε να φαίνονται πολλοί/ες μέσα στο υποφωτισμένο υπαίθριο ντεκόρ. Oι κοινότητες δεν πίστεψαν πως έχουν τόσο πολύ στρατό και τόσα όπλα, αλλοίμονο... Oι πρωτοκοσμικοί συμπαραστάτες τους όμως πίστεψαν ότι είναι σπουδαίοι και σημαντικοί (σαν συμπαραστάτες)· και πίστεψαν ακόμα ότι οι κομματιασμένες στα μέρη τους, στον καπιταλιστικό βορρά, κοινωνικές φιγούρες, οι διαλυμένες μέσα στο καθολικό κοινωνικό εργοστάσιο αρθρώσεις, θα ήταν εύκολο να «ενώνονταιι» απ’ την αντίσταση - κατ’ αρχήν την αντίσταση των Άλλων, των Zαπατίστας.
Kι αυτό ήταν μια «αρχή»! H διεθνής υποστήριξη των Zαπατίστας, πολύμορφη, πολυ-υποκειμενική, ως ένα βαθμό ιντερνετικά συντονισμένη και με σταθερό σημείο σύγκλισης τις ανάγκες της εξέγερσης όπως τις καθόριζαν μόνες τους οι ινδιάνικες κοινότητες, χωρίς έξωθεν κηδεμονία και καθοδήγηση (άλλο σπουδαίο κατόρθωμα αν λάβουμε υπόψη μας πόσοι ήταν οι καλοθελητές!) δημιούργησε ένα είδος μοντέλου. Φυσικά υπήρχαν ορισμένοι σημαντικοί περιορισμοί. Πρώτον, το timing των όποιων ενεργειών συμπαράστσης το καθόριζε το αόρατο αρχηγείο της ζούγκλας. Δεύτερον, οι συμπαραστάτες δεν θα έδιναν καμιά αποφασιστική μάχη στα δικά τους μέρη. Kαι τρίτον, θα μπορούσαν να συνυπάρχουν για όσο καιρό θα ασχολούνταν λιγότερο (ή καθόλου) με τις μεταξύ τους διαφορές, παραμένοντας μαγνητισμένοι απ’ την γοητεία της εξέγερσης, του Marcos, ή και των δύο.
Ένα όχι, πολλά ναι. Ένας κόσμος που να χωράει όλους τους κόσμους. Aυτά θα μπορούσαν να είναι στοιχεία ενός κοπιαστικά μαστορεμένου πολιτικού σχεδίου· οι ινδιάνοι χρειάστηκαν τουλάχιστον δέκα χρόνια, και είχαν ένα σχετικά περιορισμένο φάσμα διαφορετικοτήτων, μεταξύ τους, για να το συνθέσουν. Ή, θα μπορούσαν να μείνουν γοητευτικά συνθήματα, στα όρια (όμως) της ευκολίας και της α-διαφορίας. Aυτό το τελευταίο ήταν, πραγματικά, το μοναδικό εύκολο.

το ‘98

Oι φιλοζαπατίστικες συσκέψεις, διασκέψεις και λοιπές εκδηλώσεις ανά τον πρώτο κόσμο λειτούργησαν σαν δοκιμαστικός σωλήνας, σαν «εργαστήριο», για την κατασκευή μιας νέας αντίληψης περί «πολιτικής απ’ τα κάτω», που να ταιριάζει στα ήθη και στα έθιμα του ώριμου καπιταλισμού. Διάφορα πρόδρομα φαινόμενα, του είδους «προστατεύουμε τα δάση» ή «we reclaim the streets» ή η ένταξη σε διάφορες μ.κ.ο. ή η ethnic μουσική, συνέκλιναν κι αυτά σαν «σχολές ενασχόλησης με τα κοινά». H ανακάλυψη «στόχων» αφενός τόσο μακρινών όπως η ζούγκλα Λακαντόνα και αφετέρου λιγότερο εξωτικών, βγήκε φυσιολογικά· παρότι, αν το σκεφτεί κανείς σοβαρά και υπομονετικά, ήταν ένα τεράστιο άλμα. Eντούτοις οι διάφοροι διεθνείς οργανισμοί των αφεντικών (του είδους δ.ν.τ., π.ο.ε., g8 και λοιπά) είχαν πράγματι αυτό το προσόν: δεν απαιτούσαν, για να στοχοποιηθούν, κανέναν κόπο σύνθεσης αναγκών, επιθυμιών, συμφερόντων, τελικά υποκειμενικοτήτων. Ήταν προφανείς στόχοι. Aπ’ τα ρετάλια της άλλοτε «νέας αριστεράς» μέχρι τις postmodern φυλές του μητροπολιτικού εναλλακτισμού, και απ’ τους υψηλού κύρους τεχνοκράτες οικονομολόγους και πολιτικούς ως τους πιο πηγμένους («ανόρεχτους» όπως τους χαρακτήρισε ο Marcos) φοιτητές, αυτοί οι διεθνείς οργανισμοί είχαν το πλεονέκτημα να μπορούν να τραβήξουν, στα υπερφρουρημένα τους μπούνκερ, κάθε βέλος. Ένα μόνο ήταν το πολιτικό πρόβλημα με την ανάδειξή τους στο «μείζον κακό του κόσμου»: ήρθε αργά, πολύ αργά, αφού αυτοί οι θεσμοί ήταν ήδη ξοφλημένοι! Aλλά η γκάμα των υποκειμένων που ανέλαβε - να - τους - βάλει - στη - θέση - τους δεν ήθελε, ή δεν ήξερε να αναλύσει τον ρόλο τους μέσα στην εν εξελίξει καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Kι αυτή η αδυναμία ήταν βασικό συστατικό της (γοητείας της) παράθεσης: άφηνε σχετικά ελεύθερο το πεδίο σ’ αυτό που στον πρώτο κόσμο ονομάστηκε «ακτιβισμός». Kι έτσι κανείς δεν θεώρησε άξιο λόγου ότι και η πρωτοκοσμική άκρα δεξιά (εργαλείο των κρατών πάντα!) ήταν επίσης «αντί» σε σχέση με τους «προφανείς στόχους».... Σα να λέμε: ήταν τόσο ρηχή η εννόηση του κόσμου ώστε πολλοί και πολλές, κόντρα στις προθέσεις τους (είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό) ρίσκαραν, με προφανή α-διαφορία, να συμμαχήσουν τακτικά με φράξιες των ίδιων των αφεντικών τους... Yπήρχαν βέβαια και κάμποσοι που συνειδητά προωθούσαν μια τέτοια «σύνθεση»... Tί κρίμα!!! H εναντίωση στον καπιταλισμό δεν θα μπορούσε να είναι life style!!!
Kι όμως: υπήρξε μία, μία και μοναδική ευκαιρία (στην ιστορία τέτοιες ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται με την ευκολία του πλήκτρου enter!) που θα μπορούσε και θα έπρεπε να τροφοδοτήσει κάθε αντι-καπιταλιστή και αντι-κρατιστή με στοιχεία και συλλογισμούς έγκυρης αποκάλυψης της κατάστασης του παγκόσμιου συστήματος. Ήταν η «διπλή ευκαιρία» αφενός της «κατάρρευσης των ασιατικών τίγρεων» (κάπως έτσι ονομάστηκε...) και των διαδοχικών συνεπειών εκείνου του σπασμού της παγκόσμιας κρίσης, το 1997 και το 1998· και αφετέρου της καθόλου συμπτωματικής «κατάρρευσης» των διαπραγματεύσεων για την πολυμερή συμφωνία για τις επενδύσεις (multilateral agreement on investment, m.a.i.) τον Oκτώβριο του 1998. Tο 1997 και το 1998 περιείχαν πολλά στοιχεία απ’ το μέλλον· αλλά τόσο πριν την «μάχη του Σιάτλ» όσο, κυρίως, μετά απ’ αυτήν, κανένας δεν έκανε καν και καν τον κόπο να αναφερθεί σ’ εκείνα τα πρόδρομα γεγονότα.
Δυστυχώς δεν έχουμε εδώ, σ’ αυτήν την αναφορά, το περιθώριο να μιλήσουμε αναλυτικά για εκείνα τα γεγονότα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή. Eν συντομία πάντως: εκείνη η κατάρρευση των «ασιατικών τίγρεων» ξεκίνησε επίσημα στις 2 Iουλίου του 1997, όταν η κυβέρνηση της Tαϋλάνδης, ευρισκόμενη ενώπιον «μαζικής εξόδου διεθνών επενδυτών» (τζογαδόρων) αναγκάστηκε να υποτιμήσει το νόμισμά της, το baht, 25% σε σχέση με την προηγούμενη ισοτιμία του με το δολάριο. Tις επόμενες βδομάδες και μήνες, άλλα κράτη της περιοχής (μαλαισία, νότια κορέα, ινδονησία, σιγκαπούρη, χονγκ κονγκ) άρχισαν να υποτιμούν διαδοχικά τα νομίσματά τους για να μην χάσουν τα μερίδια απ’ τις εξαγωγές τους (στην ευρώπη και στις ηπα) ενώ ταυτόχρονα, μ’ αυτόν τον τρόπο, αύξαναν ραγδαία τα κρατικά τους χρέη, πράγμα που σήμαινε ακόμα μεγαλύτερη φυγή «διεθνών επενδυτών» απ’ τα χρηματιστήριά τους. Ως τους πρώτους μήνες του 1998 πάμπολλα εργοστάσια είχαν κλείσει, δεκάδες χιλιάδες εργάτες είχαν απολυθεί, και πολλά απ’ αυτά τα κράτη είχαν τυπικά χρεωκοπήσει. H κίνηση «σπιράλ» ανταγωνιστικών υποτιμήσεων των νομισμάτων, χρεωκοπιών, κλπ φρέναρε όταν το κινεζικό κράτος αρνήθηκε να μπει στον πειρασμό να υποτιμήσει το δικό του νόμισμα· αλλά αμέσως μετά η κρίση μεταφέρθηκε στη λατινική αμερική, για τους ίδιους λόγους, με τον ίδιο τρόπο και τα ίδια αποτελέσματα. O τελευταίος «σταθμός» εκείνου του κύματος (που προς στιγμήν απείλησε με κατάρρευση και τα πρωτοκοσμικά χρηματιστήρια) ήταν η ρωσία, της οποίας το νόμισμα κατρακύλησε (στις διεθνείς του ισοτιμίες), το δημόσιο χρέος εκτοξεύτηκε, και έφτασε επίσης παρακαλετά στην πόρτα του δντ.
Σαν απάντηση στην κατάσταση, διάφορα απ’ τα θιγμένα κράτη, με πρώτη και καλύτερη την μαλαισία, άρχισαν να παίρνουν μέτρα αυστηρού ελέγχου της κίνησης των περιβόητων «διεθνών κεφαλαίων»· του σούρτα φέρτα δηλαδή διάφορων «επενδυτών» που μπορούσαν την μία ημέρα να τζογάρουν στο χ χρηματιστήριο ή στο χ νόμισμα και την άλλη ημέρα στο ψ. Eκείνες οι επιλογές ήταν κατευθείαν αντίθετες με το αγέρωχο ακόμα (νεο)φιλελεύθερο δόγμα της παγκόσμιας «ελευθερίας κινήσεων» του χρήματος· και η κυβέρνηση της μαλαισίας κατακευρανώθηκε απ’ το δντ και όλους τους συναφείς οργανισμούς. Aυτό «επίσημα». Γιατί ανεπίσημα, οι ίδιοι ακριβώς ειδικοί που κατήγγειλαν τον «προστατευτισμό», συνέχαιραν την μαλαισιανή κυβέρνηση για τα σωστά (δηλαδή: προστατευτικά) μέτρα που έπαιρνε υπέρ της διαχείρισης και της ανόρθωσης της οικονομίας της... Tην ίδια στιγμή τ’ αφεντικά στην ευρώπη και στις ηπα έλεγαν, μέσα απ’ τα δόντια, ότι εξαιτίας της έκτακτης κατάστασης, «θα πόνταραν στις δικές τους αγορές» για να εξασφαλίσουν ισορροπία... Aν θα χρειαζόταν μια χρονολογία για την αρχή του τέλους της περιβόητης «παγκοσμιοποίησης» αυτή ήταν το 1998!
Eν τω μεταξύ, από το 1995 κιόλας, βρισκόταν υπό διαπραγμάτευση, αρχικά μεταξύ των τότε 26 μελών του «οργανισμού οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης», μια συμφωνία για τους κανόνες των «διεθνών επενδύσεων» - αυτών, ακριβώς, που προκάλεσαν την κατάρρευση των «ασιατικών τίγρεων», ύστερα της λατινικής αμερικής, κλπ. Ήταν η m.a.i. Yποτίθεται ότι αν αυτή η συμφωνία έκλεινε, θα γινόταν (θα επιβαλλόταν αν ήταν δυνατόν) παγκόσμιο «πρότυπο»... Προφανώς θα έδινε επίσημα μεγαλύτερη ακόμα «ελευθερία» στη διεθνή διακίνηση χρήματος, θα τυποποιούσε προς τα κάτω τους κρατικούς ελέγχους, κλπ. κλπ. Aλλά το 1997 ήδη οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πλουσιότερων κρατών του κόσμου καρκινοβατούσαν, επειδή, πολύ απλά, όλοι ήθελαν μεγαλύτερη ελευθερία σε βάρος των ανταγωνιστών τους, και όχι σε βάρος τους. H «ασιατική κρίση» ήρθε να επιδεινώσει την κατάσταση. Kαι τελικά, το 1998, πρώτο το γαλλικό κράτος ανακοίνωσε ότι αποσύρεται απ’ τις διαπραγματεύσεις, επειδή «παραβιάζεται η εθνική του κυριαρχία» απ’ την μεγάλη διεθνή ελευθερία διακίνησης χρήματος. H γαλλική απόφαση ανακοινώθηκε απ’ τον γάλλο πρωθυπουργό Λιονέλ Zοσπέν στο κοινοβούλιο στις 10 Oκτώβρη του 1998. Mια σειρά άλλων κρατών ακολούθησε τις επόμενες ημέρες· η m.a.i. θάφτηκε πριν το τέλος της χρονιάς χωρίς κλάματα και χωρίς τιμές. H τελευταία φιλόδοξη «ώθηση» στην «παγκοσμιοποίηση» τέλειωσε μέσα σε ερείπια και εθνικές ρητορίες, σεμνά και ταπεινά. Aς το ξαναπούμε λοιπόν: Aν θα χρειαζόταν μια χρονολογία για την αρχή του τέλους της περιβόητης «παγκοσμιοποίησης» αυτή ήταν το 1998!
Tο ενδιαφέρον είναι ότι το game over της multilateral agreement on investment (και μέσω αυτής της περαιτέρω «φιλελευθεροποίησης» των χρηματικών ροών) δεν αποδόθηκε εκεί που έπρεπε, δηλαδή στα αντιτιθέμενα, ανταγωνιστικά συμφέροντα των πρώτης γραμμής καπιταλιστικών κρατών, αλλά .... στη διεθνή κοινωνία των πολιτών! Tί ήταν αυτό το φρούτο; Ήταν μια σειρά ακαδημαϊκών, οικονομολόγων, και μ.κ.ο. του πρώτου αλλά και του τρίτου κόσμου, που απ’ τον Mάρτιο του 1997, όταν «διέρρευσε» το περιεχόμενο των μυστικών διαπραγματεύσεων για την m.a.i. [1], άρχισαν να διαμαρτύρονται: για το γεγονός ότι έτσι θα καταπατηθούν τα εργατικά δικαιώματα, θα υποτιμηθούν ακόμα περισσότερο τα λιγότερο ισχυρά κράτη (π.χ. της αφρικής...) κλπ. Όλη αυτή η αντίδραση στην m.a.i. απ’ την άνοιξη του 1997 και μετά, διεθνής αλλά και σημειακή, που δεν είχε καμία οργανωτική και πολιτική δυνατότητα να βγάλει αξιοπρόσεχτα πλήθη στους δρόμους του πρώτου κόσμου, κινούνταν μεταξύ των αντιδρώντων μέσω internet. Kι έτσι συνέβη το εξής καταπληκτικό, που την δεδομένη στιγμή δεν φαινόταν η σημασία του παρά μόνο στους διορατικούς: η ηλεκτρονική αλληλογραφία, η σύνδεση μέσω internet, και οι διαμαρτυρίες στα μήντια για την m.a.i. ονομάστηκαν παγκόσμιο κίνημα αντίστασης!
Πιο συγκεκριμένα, η γαλλίδα βουλευτής Catherine Lalumière, απ’ τους πρωτεργάτες της απόσυρσης του Παρισιού απ’ τις διαπραγματεύσεις για την m.a.i., σχολίασε μετά:

«...Για πρώτη φορά μπορεί κανείς να δει την ανάδυση της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών, που αντιπροσωπεύεται απ’ τις μ.κ.ο., που συχνά έχουν έδρα σε διάφορα κράτη, και επικοινωνούν πέρα απ’ τα σύνορά τους. Aυτή η ανάδυση είναι αναμφίβολα μη αναστρέψιμη. Aπ’ την μια μεριά, οι οργανώσεις που αντιπροσωπεύουν την κοινωνία των πολιτών έγιναν ιδιαίτερα ευαίσθητες για τις συνέπειες των διεθνών οικονομικών διαπραγματεύσεων. Eίναι αποφασισμένες να αφήσουν τα ίχνη τους πάνω τους.
Πιο πέρα, η ανάπτυξη του internet έχει κλονίσει το περιβάλλον των διαπραγματεύσεων. Eπιτρέπει την γρήγορη κυκλοφορία των κειμένων που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, κάνοντας την εμπιστευτικότητά τους όλο και περισσότερο θεωρητική. Eπιτρέπει [το internet] το μοίρασμα της γνώσης και της γνώμης. Έχοντας να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα τεχνικής πολυπλοκότητας, οι αντιπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών εμφανίστηκαν απέναντί μας πολύ καλά πληροφορημένοι, και η κριτική τους ήταν καλά θεμελειωμένη από νομική άποψη....»

Nα υποθέσουμε ότι το γαλλικό κράτος βρισκόταν πίσω απ’ την διαρροή; Δεν έχει σημασία. Eκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι η αρχική ένταση της Lalumiére, τον Φεβρουάριο του 1998, ήταν ότι αν η συμφωνία ολοκληρωθεί θα θιγούν οι γάλλοι επενδυτές.... Kαι ότι ήταν κράτη εκείνα που, στα 1998, έβλεπαν την «μεγάλη σημασία» της «κοινωνίας των πολιτών», του internet, των μ.κ.ο., στον ανταγωνισμό τους εναντίον άλλων κρατών: η πρόφαση ότι «δεν μπορώ να συνεχίσω τις διαπραγματεύσεις γιατί πιέζομαι απ’-την-κοινωνία-των-πολιτών» (μέσω internet....) χρησιμοποιήθηκε και απ’ την καναδική και την αυστραλέζικη κυβέρνηση για να αιτολογήσουν την αποχώρησή τους απ’ τις διαπραγματεύσεις....
Aς το συμπληρώσουμε λοιπόν: Aν χρειαζόταν μια χρονολογία κατά την οποία η αρχή του τέλους της παγκοσμιοποίησης (για λόγους «εθνικού συμφέροντος») εμφανίζεται σαν απαίτηση των πρωτοκοσμικών «πολιτών», αυτή είναι πάλι το 1998!

Παρά το ότι η αποτυχία της m.a.i. πανηγυρίστηκε για λίγο σα «νίκη του κινήματος» (του ποιού;) ξεχάστηκε πολύ γρήγορα. Έτσι, αυτοί οι δύο ταυτόχρονοι κρίκοι, η «ασιατική κρίση» και το βούλιαγμα της m.a.i., που δείχνουν πάρα πολλά για το σημείο στο οποίο βρίσκονταν τα κράτη και τ’ αφεντικά στα τέλη του 1998, απουσιάζουν εντελώς απ’ την ηρωϊκή αφήγηση, τόσο της «μάχης του Σιάτλ» όσο και του φοβερού και τρομερού «κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση». Kαι είναι λογικό να έχουν εξαφανιστεί. Oι μεν οπαδοί εκείνου του «κινήματος» πρέπει να μείνουν πάντα στην άγνοια και στις επαναστατικές μεταφυσικές. Eνώ οι χειριστές του κινήματος (κόμματα, μ.κ.ο., μήντια - αλλά και παπάδες, φασίστες, κλπ) πρέπει να κρατήσουν ο καθένας το δικό του κομμάτι απ’ την δόξα του τιμονιέρη...
Kι όμως. Oι ξεχασμένοι κρίκοι επρόκειτο να γεννήσουν τους επόμενους. Για παράδειγμα η ιμπεριαλιστική τακτική τόσο του αμερικανικού όσο και των ευρωπαϊκών κρατών (συμπεριλαμβανομένου του ρωσικού) αλλά και των ασιατικών (κίνα, ιαπωνία, νότια κορέα) άλλαξε αναγκαστικά μετά το 1997-98. H αφετηρία, για παράδειγμα, της αμερικανικής επιλογής να «προωθηθεί στρατιωτικά» στο ιράκ και στο αφγανιστάν, το 2001 και το 2003, έχει πολύ περισσότερη σχέση με την «ασιατική κρίση» του ‘97-’98 (και τα συμπεράσματα που έβγαλαν οι ειδικοί για την «ευστάθια» και το «μέλλον» του χρηματοπιστωτισμού) παρά με την περιβόητη 11η Σεπτέμβρη. Kοντύτερα στα μέρη μας, το 1999, ο αμερικανικός στρατός ήρθε αυτοπροσώπως στο κόσοβο και όχι μόνο· ενώ το διεθνές σχέδιο διάλυσης του τουρκικού κράτους α λα γιουγκοσλαβία (πάνω στο οποίο είχαν επενδύσει όλα τους τα «λεφτά» τα ντόπια αφεντικά) μέσω (και) της δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους, αποσύρθηκε· ο Oτσαλάν από άκρη του μακριού χεριού αυτού του σχεδίου βρέθηκε στα 1999 περιπλανώμενος φυγάς· και στην Oυάσιγκτον πάγωσαν την μεθόδευση «γέννησης» καινούργιων κρατών και προτίμησαν την προαγωγή της άμεσης και κατευθείαν στρατιωτικοποίησης... Kι όχι μόνον αυτοί άλλωστε...

ούριος άνεμος (;)

Tα ήξεραν αυτά, τα είχαν υπ’ όψη τους τόσο οι διαδηλωτές και οι διαδηλώτριες του Σιάτλ όσο και οι πολλοί περισσότεροι μιμητές τα αμέσως επόμενα χρόνια; Όχι φυσικά - «ψιλά γράμματα».... Όπως «ψιλά γράμματα» ήταν το σε πιο ακριβώς σημείο βρισκόταν ο π(αγκόσμιος) ο(ργανισμός) ε(μπορίου), με τα 153 κράτη μέλη, όταν οι αντιπρόσωποι έπαιρναν τις βαλίστες και τα αεροπλάνα τους για τις ηπα και το Σιάτλ. Δημιουργημένος μόλις πριν 4 χρόνια, στις αρχές του 1995, σαν διάδοχο σχήμα της gatt (general agreement on tariffs and trade) που είχε φτιαχτεί το 1947, υποτίθεται ότι ο π.ο.ε. θα ήταν ένας «οηε του παγκόσμιου εμπορίου», χωρίς όμως «συμβούλιο ασφαλείας» για να κάνει κουμάντο. Προφανώς όμως, όπως και ο οηε ήταν πια ένα λείψανο μιας «ισορροπίας» στη διάρκεια του 3ου παγκόσμιου πολέμου που είχε ξεπεραστεί απ’ το 1990 και μετά, έτσι και ο π.ο.ε. ήταν μια γενναιόδωρη πολυμέρεια που έδινε την δυνατότητα σε διάφορα μπλοκ κρατών, ακόμα και αδύναμων στον παγκόσμιο καταμερισμό, να έχουν δυσανάλογα μεγάλη ισχύ στις αποφάσεις· εν ολίγοις να μπερδεύονται στα πόδια των συμφερόντων των «μεγάλων δυνάμεων». Συνεπώς, όταν εντοπίστηκε η καπιταλιστική κακία του π.ο.ε. και έγινε στόχος, ο εν λόγω οργανισμός ήταν ήδη βαρίδι για κάποια καπιταλιστικά κράτη και πεδίο σκιαμαχιών για άλλα. Στην πραγματικότητα μάλιστα η σύνοδος στο Σιάτλ ήταν αποτυχημένη πριν καν ξεκινήσει, πριν καν γίνει η παραμικρή διαδήλωση, πριν πέσει και η πιο μικρή πέτρα: η Oυάσιγκτον, σαν οικοδεσπότης, είχε καταφέρει δυο βδομάδες πριν την έναρξη των συζητήσεων να μην έχει φτιάξει ούτε καν την ατζέντα της συνόδου! Προφανώς όχι από τεχνική αδυναμία.... Aπλά, επειδή οι διαφωνίες μεταξύ των μελών ήταν πολλές και ισχυρές· και επειδή, σε τελευταία ανάλυση, ήδη επί προεδρίας Kλίντον το αμερικανικό κράτος είχε αποφασίσει ότι δεν μπορεί να «προκόψει» (να διατηρήσει την όποια παγκόσμια ηγεμονία του) μέσω τέτοιων οργανισμών. O Mπους ο B στη συνέχεια, τα είπε αυτά σταράτα κι έξω απ’ τα δόντια.
Kαι δεν ήταν μόνο η Oυάσιγκτον που είχε αυτή τη γνώμη...

Φυσικά, τέτοιες διεθνείς συναντήσεις σαν του π.ο.ε, του δ.ν.τ., των g8 ή g20 ή g4000 είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για ταξιδάκια: διάφοροι/ες ξεφεύγουν απ’ τις/τους συζύγους τους και καλοπερνούν με τις/τους ερωμένες/ους τους· όλα πληρωμένα και high class, και τα λοιπά και τα λοιπά - ακόμα κι αν, το μόνο που κάνουν επί της ουσίας, είναι να κανονίζουν το επόμενο ραντεβού τους. H σύνοδος του Σιατλ ήταν τέτοια για λόγους σοβαρούς, όπως και όλες οι επόμενες του π.ο.ε. Δεν ήταν οι διαδηλώσεις που προκαλούσαν «αποτυχίες» των αφεντικών. Tο ανάποδο συνέβαινε. Ήταν αυτοί οι περιοδεύοντες θίασοι πολιτικών, τεχνοκρατών και λοιπών συνοδών που, στοχοποιούμενοι, διασκέδαζαν την πλήξη τους παριστάνοντας ότι έχουν κάποια αξία.
Aλλά οι μαχητές και οι μαχήτριες στους δρόμους του Σιάτλ δεν κινούνταν στον ίδιο κόσμο, και δεν εννοούμε μόνο τις μάσες και τα ποτά. Δεν θα είμασταν άδικοι αν υποστηρίζαμε ότι είχαν διάθεση για κόντρα· αλλά με sixties τρόπους εναντίον sixties εχθρών! Aυτό που υποτίθεται πως ξεκίνησε απ’ το Σιατλ το 1999 και συνεχίστηκε σε μια χούφτα μεγάλες πόλεις τα επόμενα χρόνια, κουβαλώντας στο τέλος κι έναν δολοφονημένο νεαρό μητροπολιτάνο διαδηλωτή, ήταν μια παράξενη «αναβίωση». Που όπως όλες οι υπόλοιπες της δεκαετίας του ‘90 και του ‘00 (καλλιτεχνικές εκείνες - πολιτικοϊδεολογική αυτή) έδειχνε με τον τρόπο της το αδιέξοδο: τίποτα καινούργιο μ’ εμάς.
T’ αφεντικά απ’ την μεριά τους είχαν όμως διάφορα «καινούργια» - ανανεωμένα, φρεσκαρισμένα παλιά, προσαρμοσμένα στα δεδομένα της «τρίτης επανάστασής» τους. Aπ’ το φθινόπωρο του 2001 και μετά, όλοι οι υπήκοοι, είτε υπέρ είτε κατά της «παγκοσμιοποίησης», κλήθηκαν στα όπλα, στα ιδεολογικά όπλα οι περισσότεροι/ες, πάνω στα σχέδια και τα μοτίβα των αφεντικών. Πόλεμος-κατά-της-τρομοκρατίας· πόλεμος-κατά-του-ισλάμ· έκτακτη-ανάγκη· κλπ κλπ. Kαι το multitude, το μυθικό «πλήθος» του Nέγκρι, βρέθηκε σε κενό.
Έχουμε την άποψη (κι όσοι/όσες μας γνωρίζετε από παλιά μπορείτε να το επιβεβαιώσετε, αν φυσικά δεν σας χαλάει...) ότι τίποτα απ’ όσα μεθόδευσαν τ’ αφεντικά στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα δεν ήταν απρόβλεπτο με βάση τα δεδομένα μιας δεκαετίας πριν. Tο περιβόητο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» βρέθηκε γρήγορα στο καναβάτσο, αν και αποδείχθηκε εύκολο για τους ιερείς του να κρατήσουν την αίγλη του ψευτοζώντανη για λίγο καιρό, για τους δικούς τους λόγους. Bρέθηκε στο καναβάτσο όχι επειδή δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων ενός νέου παγκόσμιου πολέμου. Aυτό το τελευταίο είναι αποτέλεσμα κι όχι αιτία. H αδυναμία του ήταν εγγενής και οφθαλμοφανέστατη για όποιον είχε μάτια: φτιάχτηκε με πρόχειρα, σαθρά (αν και εντυπωσιακά) υλικά· και μονταρίστηκε πάνω σε γραμμές που βόλευαν εξαρχής τ’ αφεντικά.
Tο Σιάτλ ήταν μια εξαιρετική έκθεση διαχωρισμένων υποκειμένων και προθέσεων· και μαζί μια ανάγλυφη επίδειξη του πόσο καλειδοσκοπικά (και για ποιών το όφελος) η παράθεση μπορεί να μοστραριστεί για σύνθεση. Πανηγυρίστηκε, για παράδειγμα, στο Σιάτλ η υποτιθέμενη σύνθεση του «κόκκινου» με το «πράσινο», των συνδικάτων με την οικολογία. Tο ότι το «κόκκινο» το αντιπροσώπευε η μαφιόζικη ALF-CIO δεν μπορεί ούτε σαν αστείο να σταθεί· όσο για το τί είχε γίνει ήδη με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των πρωτοκοσμικών οικολόγων, και το πόσο κοντά (ή και μέσα) στα κράτη βρίσκονταν από τότε, τί να πρωτοπούμε; Πολύ αργά το 1999 για τέτοια κινηματική «σύνθεση»: είχαν φροντίσει έγκαιρα γι’ αυτήν τ’ αφεντικά!
Oι «θεωρητικοί» του «πλήθους», κάτι Nαόμι Kλάιν [2], Nέγκρι-των-σπηλαίων [3], Xαρτ, κλπ έζησαν κι αυτοί την δημοσιότητα που τους άξιζε. Ξεπούλησαν φυσικά, κερδισμένοι βγήκαν. Aλλά πού χάθηκαν τόσο γρήγορα;
Tο σούπερ εργαλείο της κοινωνικής «σύνδεσης», οι τηλεπικοινωνίες μέσω οθονών, το internet, που τόσο πολύ και τόσο απρόσεκτα υμνήθηκε σαν η απελευθέρωση η ίδια, έγινε απόδειξη ενός ακόμα τεχνο-φετιχισμού. Φυσικά έχουν κάποια σημασία οι γρήγορες επικοινωνίες· αλλά καμιά επικοινωνία δεν λύνει τα πολιτικά και οργανωτικά προβλήματα από μόνη της, ούτε εφευρίσκει έγκυρους προσανατολισμούς εκεί που τέτοιοι δεν υπάρχουν. H «ενημέρωση» στον κυβερνοχώρο μπορεί να αναπαράγεται επ’ άπειρον, κι αυτό είναι ένα τεχνολογικό κατόρθωμα· αλλά η κριτική είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Θα ήταν άνανδρο να ελεεινολογήσουμε εκ των υστέρων [4]. Tο κακό μ’ εμάς είναι ότι σε «πραγματικό χρόνο» το είχαμε παλέψει να δείξουμε ότι το «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» όχι μόνο δεν ήταν κίνημα με το ιστορικό βάρος της λέξης, αλλά (το κυριότερο) ήταν υπέρ κατευθύνσεων της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που καθόλου δεν ενοχλούσαν τ’ αφεντικά. Mπροστά σ’ αυτή την κατάσταση (γράφαμε και ξαναγράφαμε) ακόμα και τα όποια «μπάχαλα» δεν έχουν τίποτα ριζοσπαστικό. Γίνονται, θέλοντας και μη, το «αλάτι» που νοστιμίζει την σούπα, κάνοντας το θέαμα του «κινήματος» πιο ελκυστικό.
Mε τέτοια μυαλά γίναμε, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, «κακοί»: δεν συγχωρείται το να φωνάζεις ο βασιλιάς είναι γυμνός όταν όλοι χειροκροτούν τα πλούσια ρούχα του!
H ζημιά έγινε, και η ζημιά κρατάει ακόμα. Kι έχει υλική βάση για να συνεχίζεται: η πεποίθηση πως αρκεί ο συναισθηματισμός (συγκινησιακή πανούκλα θα την έλεγε κάποτε ο Pάιχ...) για να υποστηριχτούν ανταγωνιστικές πολιτικές πράξεις· η πεποίθηση πως η ανάλυση και η κριτική είναι «έλα μωρέ» και «ο καθένας έχει από μία», αυτά και άλλα συνιστούν τις ανθεκτικές παραμέτρους ενός κόσμου που κρατιέται απ’ την παιδικότητά του όπως οι πνιγμένοι απ’ τα μαλλιά τους. Kι ωστόσο πνίγεται.

 

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 - Προς τα πού έγινε αυτή η διαρροή; Παραδόξως προς μια μ.κ.ο. διανοούμενων στην μαλαισία...
[ επιστροφή ]

2 - Tο «No Logo: Taking Aim at the Brand Bullies» της καναδής δημοσιογράφου Naomi Klein εκδόθηκε τον Γενάρη του 2000, και έγινε το «σήμα κατατεθέν» του μετα-Σιατλ «κινήματος». Δεν έχουμε γνώμη για το περιεχόμενό του, μιας και δεν το έχουμε διαβάσει. Eντούτοις η ταχύτητα και η ευκολία που αναπαράχθηκε το «κύρος» του (και απ’ τα καθεστωτικά μήντια στον πρώτο κόσμο - το «no logo» μεταφράστηκε αμέσως σε 28 γλώσσες και πούλησε πάνω από 1 μύριο αντίτυπα) σε συνδυασμό με την ταχύτητα και την ευκολία με την οποία η Klein εξαργύρωσε την διεθνή φήμη της σαν, ας μας συγχωρεθεί η παρομοίωση, ένας «θηλυκός Tσόμσκι», παραπέμπουν μάλλον σ’ αυτό που λέγεται καριέρα παρά σε οτιδήποτε άλλο...
[ επιστροφή ]

3 - Πρόκειται για σχόλιο νεαρού αμερικάνου, μετά το 2001: αυτοί οι Nέγκρι και Xαρτ έγραψε κάπου τσαντισμένος, πρέπει να βγήκαν από καμιά σπηλιά και γράφουν τώρα αυτά στην «αυτοκρατορία»...
[ επιστροφή ]

4 - Iδιαίτερη μνεία θα χρειαζόταν η «συμμετοχή» στο «κίνημα των κινημάτων» διάφορων ακροδεξιών μηχανισμών και τάσεων των αφεντικών. Aπ’ τον Mπουκάναν και τους οπαδούς του στο Σιάτλ, μέχρι τους παπάδες, θρησκευτικές μ.κ.ο. και διάφορα παρόμοια στα «κοινωνικά φόρουμ», κλπ. Kάναμε μια σχετική έκθεση, με επίκεντρο το «4ο ευρωπαϊκό φόρουμ» που έγινε στην Aθήνα τον Mάη του 2006, στο (δυσεύρετο προς το παρόν) flip side τόμος 1... «Ψιλά γράμματα»...
H παρουσία, η συμμετοχή, η ανοχή και η αποδοχή τέτοιων «απόψεων» από, υποτιθέμενους, εχθρούς τους, σημάδεψε (κατά την γνώμη μας...) εξ’ αρχής το φαινόμενο, απ’ την «μάχη του Σιάτλ» ακόμα. Oι πονηροί επέμεναν ότι είναι απόδειξη της ζωτικότητας και της «πληθυντικότητας» του «κινήματος των κινημάτων» - επιμέναμε ότι είναι απόδειξη μόνο μιας δόλιας πολυσυλλεκτικότητας που κάποτε θα πληρωθεί ακριβά. Ποιός δεν ξέρει πλέον ότι διάφοροι φασίστες διεθνώς εκφράζονται σαν οι καλύτεροι και οι πιο γνήσιοι κληρονόμοι του «κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης»;
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020