Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Παπαδόπουλος μαζί με τον Γιωρκάτζη, κατά την επίσκεψη του πρώτου στην Κύπρο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O Mακάριος συνομιλεί με τον Γρίβα υπό το βλέμμα του Γιωρκάτζη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Mακάριος φυγαδεύεται...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το προεδρικό μέγαρο της κύπρου βομβαρδισμένο απ’ τον ελληνικό στρατό, 15 Iούλη του 1974

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H δολοφονία του Γεωργκάτζη (15/3/1970). Tον ήθελε κανείς ζωντανό;

 

Τα μυστικά του βούρκου (ο’ μέρος)
Καλά κρυμμένες ιστορίες του ελληνικού ιμπεριαλισμού

το κυπριακό: η ανοιχτή επέμβαση του ελληνικού κράτους στην κύπρο

 

Οι ελληνικές απόπειρες ανατροπής του Μακάριου

Καθώς ο διακοινοτικός διάλογος συντηρούνταν εσκεμμένα από τον Μακάριο σε τέλμα, η ελληνική κυβέρνηση (χούντα) θεώρησε δικαιολογημένα ότι η ε/κ ηγεσία αποσκοπούσε στην ματαίωση οποιασδήποτε συμφωνίας κι επομένως στην υπονόμευση της όποιας προοπτικής προς την «συμπεφωνημένη λύση». Έτσι επιχείρησε να πάρει τον έλεγχο των εξελίξεων, με διπλό στόχο: την επανέναρξη των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων και την ανατροπή της ε/κ ηγεσίας.
Η όξυνση της σύγκρουσης άρχισε τον Αύγουστο του 1968 με την αποτυχημένη απόπειρα του Α. Παναγούλη να δολοφονήσει τον Παπαδόπουλο. Η οργάνωση και προετοιμασία του σχεδίου από τον Παναγούλη στην κύπρο, η επιστροφή του στην ελλάδα με κυπριακό διαβατήριο, η χρήση εκρηκτικών κυπριακής προέλευσης, οδήγησαν την δικτατορία να χρεώσει την ενέργεια στον κύπριο υπουργό εσωτερικών Γιωρκάτζη. (Μια εκτεταμένη παρένθεση: ο πραγματικός ρόλος του συνωμότη και πράκτορα Γιωρκάτζη, οι στόχοι και οι αποδέκτες των υπηρεσιών του και οι σχέσεις του με τον Παναγούλη εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι μια «περίεργη» υπόθεση. Ο ίδιος ο Παναγούλης, στα απομνημονεύματά του, παραδέχεται τις «εγκάρδιες» σχέσεις του με τον κύπριο υπουργό και πώς τον «ενέταξε» ως στρατιωτικό υπεύθυνο και οικονομικό υποστηρικτή στην οργάνωσή του, την «εθνική αντίσταση». Σύμφωνα με στοιχεία του κύπριου δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη, που δημοσιεύτηκαν στην «ελευθεροτυπία» στις 13 και 14/8/2008, ο Γιωρκάτζης ήταν ο «τοποτηρητής» της ελληνικής χούντας στην κύπρο και άνθρωπος της σκληροπυρηνικής φράξιας των Ιωαννίδη-Ασλανίδη που διαφωνούσε με το σχέδιο «πολιτικοποίησης» της χούντας που προωθούσε ο Παπαδόπουλος. Με τη συνδρομή κυπατζήδων, αλλά και εν (πλήρη; μερική;) γνώση του Μακάριου, ο Γιωρκάτζης χειρίστηκε και χρησιμοποίησε τον Παναγούλη προκειμένου να στήσει μια ελεγχόμενη οργάνωση κατά του αρχιδικτάτορα. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, η επιδίωξη του Γιωρκάτζη και των «σκληροπυρηνικών» της Αθήνας, ήταν να βγάλουν από την μέση τον Παπαδόπουλο, στη συνέχεια τον Μακάριο και να προχωρήσουν στην ένωση. Θα συμπληρώναμε όμως ότι ο Γιωρκάτζης θα μπορούσε εξίσου να συνωμοτεί και να δρα υπέρ των ελληνοκυπριακών συμφερόντων και να χρησιμοποιεί σ’ αυτή την κατεύθυνση τις σχέσεις του με στελέχη της ελληνικής δικτατορίας. Μπορεί κιόλας να δούλευε και για οποιαδήποτε άλλη μυστική υπηρεσία είχε λόγους να ενδιαφέρεται για το κυπριακό. Όπως και να ‘χει, ο ίδιος δεν πρόλαβε να πει τίποτε περισσότερο, αφού δολοφονήθηκε τον Μάρτη του 1970).
Η κρίση που ξέσπασε οδήγησε στην παραίτηση Γιωρκάτζη, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι η σύγκρουση Αθήνας-Λευκωσίας απέκτησε πλέον ανοιχτό και δημόσια χαρακτήρα. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1973, η αναμέτρηση εξελίχτηκε με ανελέητο τρόπο κι όλα τα διαθέσιμα μέσα. Από τις απόπειρες δολοφονίας του Μακάριου («επιχείρηση ερμής» 1970, «επιχείρηση απόλλων» 1971, «επιχείρηση αφροδίτη» 1974) και το στήσιμο τρομοκρατικών οργανώσεων στην κύπρο από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, μέχρι τις πιέσεις στον Μακάριο να παραιτηθεί και την απόπειρα από το εσωτερικό να τον ρίξουν, μέχρι την διοργάνωση πραξικοπήματος το 1972, το οποίο αναβλήθηκε την τελευταία στιγμή.
Την περίοδο αυτή, μολονότι η ελληνική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια πολυσχιδή δραστηριότητα αποσταθεροποίησης της μακαριακής ηγεσίας, το ε/κ μέτωπο παρέμεινε αρραγές παρά τους κλονισμούς. Το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικής σημασίας. Η ελληνική στρατηγική στην κύπρο απέτυχε να βρει συμμάχους στο εσωτερικό της ε/κ κοινωνίας κι άρχισε ν’ αποκτάει όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα «ξένης επέμβασης».
Μεταξύ 1968-1970 η αναμέτρηση Αθήνας - Λευκωσίας είχε περισσότερο «συνωμοτικό» χαρακτήρα. Η στρατηγική της δικτατορίας περιλάμβανε από το στήσιμο της τρομοκρατικής οργάνωσης «εθνικό μέτωπο», του οποίου η δράση με βομβιστικές επιθέσεις ξεκίνησε την άνοιξη του 1969 και κορυφώθηκε στις αρχές του 1970, μέχρι την οργάνωση συνωμοσιών ενάντια στον Μακάριο (στις οποίες πρωταγωνιστεί, σύμφωνα με την επίσημη φιλολογία, ο... πολυπράκτορας Γιωρκάτζης). Παράλληλα η ελληνική κυβέρνηση πίεζε όλο αυτό το διάστημα την κυπριακή ηγεσία να μην βάζει διαρκώς προσκόμματα στον διακοινοτικό διάλογο, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν μυστικές επαφές Κληρίδη - Ντεκτάς (κατά την διάρκεια απουσίας του Μακάριου από την κύπρο, εν αγνοία του μάλλον και με την στήριξη της ελλάδας). Τέλος, τον Μάρτη του 1970 έγινε η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Μακάριου και λίγο αργότερα δολοφονήθηκε ο Γιωρκάτζης.
Η φάση αυτή έκλεισε τον Ιούλη του 1970 με τις εκλογές που διενεργήθηκαν στην κύπρο. Τα αποτελέσματα κατέγραψαν την ηγεμονία του Μακάριου στο εσωτερικό μέτωπο κι επομένως την αποτυχία της Αθήνας να υποσκάψει την ε/κ ηγεσία. Η αποτυχία της μέχρι τότε τακτικής οδήγησε την δικτατορία στην χάραξη νέας γραμμής προκειμένου να επιβάλλει στους ε/κ την πολιτική του ελληνικού κέντρου και να ανατρέψει τον Μακάριο.

Τον Σεπτέμβρη του 1971 ο Γρίβας, κατ’ εντολή της ελληνικής κυβέρνησης, επέστρεψε στην κύπρο και έστησε την οργάνωση «εοκα β’», η οποία συγκροτήθηκε κυρίως με έλληνες αξιωματικούς της εθνοφρουράς και ξεκίνησε ένοπλη δράση κατά του Μακάριου. Το πολιτικό σκέλος της επιχείρησης ανέλαβε σε συνεργασία με τον Γρίβα, η νόμιμη «επιτροπή συντονισμού ενωτικού αγώνος» και μαζί με τον αντιμακαριακό τύπο ξεκίνησαν προπαγανδιστική εκστρατεία κατά της ε/κ ηγεσίας. Η «εοκα β’» προχώρησε σε σειρά τρομοκρατικών ενεργειών, με αποκορύφωμα την απαγωγή το 1973, του κύπριου υπουργού δικαιοσύνης, με αιτήματα την διενέργεια εκλογών, την αμνηστία και την παραίτηση του Μακάριου είτε από την προεδρία, είτε από την αρχιεπισκοπή.
Τον Ιούνη του 1971 αναβίωσε ξανά ο απευθείας ελληνοτουρκικός διάλογος, με τη συνάντηση του έλληνα και του τούρκου υπουργού εξωτερικών στην Λισσαβόνα. Τέλος, αποφασίστηκε η έναρξη «ενισχυμένων διακοινοτικών συνομιλιών», υπό την αιγίδα του οηε και με την συμμετοχή ελλήνων και τούρκων εμπειρογνωμόνων, προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί η παρελκυστική πολιτική του Μακάριου.
Παρότι η τακτική της δικτατορίας δεν επέφερε πλήρως τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, είναι σίγουρο ότι ο ελληνικός κλοιός γύρω από τον Μακάριο έσφιξε. Μολονότι εφάρμοσε εξίσου με την δικτατορία δυναμική τακτική ανταπαντήσεων - με τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον των ενωτικών, συνεχόμενες καταγγελίες για σχέδια δολοφονίας του και σχέδια διχοτόμησης που θα ακολουθούσαν μετά τον παραμερισμό του και τη διενέργεια εκλογών που τον έβγαλαν πάλι αδιαμφισβήτητο ηγέτη στο εσωτερικό - η Αθήνα δεν ανέστειλε τις κινήσεις της για να τον βγάλει από την μέση.
Ενδεικτική της έντασης της αναμέτρησης ήταν η δεύτερη απόπειρα που έκανε ο Μακάριος να εξοπλίσει τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις, με όπλα (ξανά) από την τσεχοσλοβακία. Το γεγονός από μόνο του δείχνει ότι οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει κι ο Μακάριος επιδίωκε ν’ αναβαθμιστεί στρατιωτικά ως αντιστάθμισμα στην ελληνική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα το ότι η ελληνική κυβέρνηση πέτυχε τελικά να ακυρωθεί η παραλαβή του οπλισμού, δείχνει επίσης ότι οι ισορροπίες είχαν αρχίσει να μεταβάλλονται σε βάρος της ε/κ ηγεσίας. Επιπλέον, με αφορμή τα τσεχοσλοβακικά όπλα, η δικτατορία απαίτησε τον ανασχηματισμό της κυπριακής κυβέρνησης ώστε «να αντιπροσωπεύει όλον τον εθνικόφρονα κόσμον της νήσου» και τον περιορισμό του Μακάριου στα «αυστηρώς εκκλησιαστικά του καθήκοντα». Η κρίση κορυφώθηκε στις 12 Φλεβάρη 1972 με την άρνηση του Μακάριου να συμμορφωθεί, αλλά και με την επίκληση από την μεριά της δικτατορίας των συνθηκών Ζυρίχης - Λονδίνου και του δικαιώματος επέμβασης που απέρρεε από αυτές. Στις 14 Φλεβάρη ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή ελληνικό πραξικόπημα στην κύπρο και τελικά δύο εβδομάδες αργότερα ο Μακάριος παρέδωσε τα όπλα στις δυνάμεις του οηε. Η τελευταία ενέργεια σ’ αυτήν την διελκυστίνδα ήταν το «εκκλησιαστικό πραξικόπημα» τριών κύπριων μητροπολιτών που επιχείρησαν να ρίξουν τον Μακάριο από την θέση του προέδρου με το επιχείρημα ότι οι «ιεροί κανόνες» δεν του επιτρέπουν να ασκεί «κοσμικά καθήκοντα». Οι μητροπολίτες έφτασαν μέχρι την καθαίρεση του Μακάριου, η οποία φυσικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αντίθετα ήταν ο τελευταίος που πέτυχε λίγους μήνες αργότερα να τους αντικαταστήσει, όταν ακόμη και η δικτατορία έπαψε να τους υποστηρίζει αφού η απήχησή τους στους ε/κ ήταν μηδαμινή, αποδεικνύοντας έτσι για ακόμη μία φορά ότι διατηρούσε την ηγεμονία του στο εσωτερικό της κύπρου.

 

Μια σύντομη ανάπαυλα πριν την τελική σύγκρουση

Το επόμενο διάστημα, στη σύγκρουση Αθήνας - Λευκωσίας επικράτησε ένα είδος βραχείας ανακωχής, με τη δικτατορία να απέχει από νέες αντιμακαριακές πρωτοβουλίες. Σε πρώτο επίπεδο, αυτή η ανάπαυλα είχε σαφώς να κάνει με την αποτυχία της ελληνικής πολιτικής να αποσταθεροποιήσει την ηγεμονία του Μακάριου. Οι βαθύτεροι λόγοι όμως είχαν να κάνουν με την οξεία πολιτική κρίση που αντιμετώπιζε η δικτατορία ήδη από τις αρχές του 1973, με το σχέδιο σταδιακής «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος και τελικά με τον σχηματισμό «πολιτικής» κυβέρνησης στην Αθήνα υπό τον Μαρκεζίνη. Οπωσδήποτε, η συνωμοτική και τρομοκρατική δράση του ελληνικού κράτους στην κύπρο δεν ταίριαζε με το «πολιτικό» προφίλ με το οποίο η δικτατορία επιδίωκε να κερδίσει την διεθνή αναγνώριση.
Με την έναρξη της «ανακωχής» στον πόλεμο εναντίον του Μακάριου, η δικτατορία στράφηκε ξανά προς την επίτευξη μιας συμφωνίας οριστικής επίλυσης του κυπριακού στα πλαίσια της ένωσης και με ανταλλάγματα προς την τουρκία. Τον Αύγουστο του 1973, η ελληνική κυβέρνηση αποκήρυξε την δράση του Γρίβα και της εοκα β’ και δύο μήνες αργότερα ο Μαρκεζίνης επανάφερε προς την τουρκία την πρόταση της «συμπεφωνημένης λύσης». Όμως οι συνθήκες είχαν πια αλλάξει ριζικά, όπως και το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η σύγκρουση Αθήνας - Λευκωσίας με τον δημόσιο χαρακτήρα της, η διακηρυγμένη αντίθεση των ε/κ στην ένωση και η διεθνοπολιτική απομόνωση της δικτατορίας, είχαν σαν αντικειμενικό αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης του τουρκικού κράτους, το οποίο πλέον δεν είχε λόγους να διαπραγματεύεται δευτερεύοντα και μικρής σημασίας ανταλλάγματα, όπως η παραχώρηση της βρετανικής βάσης στη Δεκέλεια. Έτσι, η νέα τουρκική κυβέρνηση υπό τον Ετσεβίτ, πρόσθεσε στα υπό συζήτηση θέματα την υφαλοκρηπίδα και τον εναέριο χώρο στο Αιγαίο, στην κατεύθυνση μιας συνολικότερης διαπραγμάτευσης των ελληνοτουρκικών συσχετισμών, και πρότεινε επίλυση του κυπριακού σε ομοσπονδιακή βάση. Δεν ξέρουμε αν η ελληνική κυβέρνηση είχε επίγνωση των διεθνοπολιτικών αλλαγών στην ελληνοτουρκική ισορροπία που είχε επιφέρει ο ανταγωνισμός ελλάδας - ε/κ, αλλά όπως και να ‘χει η ζωή της ήταν βραχύβια αφού το πείραμα «φιλελευθεροποίησης» τερματίστηκε και η κυβέρνηση ανατράπηκε από την δεύτερη χούντα του Ιωαννίδη.
Πέρα την αναπροσαρμογή της ελληνικής πολιτικής, η άλλη σημαντική εξέλιξη εκείνο το μικρό διάστημα της «ανακωχής» ήταν η επανενεργοποίηση των διακοινοτικών συνομιλιών στην κύπρο, με πρωτοβουλία της ε/κ πλευράς. Με την ελληνική επιθετικότητα σε ύφεση, η ε/κ ηγεσία θεώρησε ότι οι συνθήκες ήταν κατάλληλες για μια οριστική διευθέτηση των διακοινοτικών σχέσεων, στο βαθμό που μια τέτοια διευθέτηση δεν θα αποτελούσε το έναυσμα για την επιβολή της όποιας «συμπεφωνημένης λύσης», ενώ ταυτόχρονα θα ενίσχυε την διεθνοπολιτική θέση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, αποτρέποντας και μελλοντικά τέτοιου είδους «λύσεις».
Η κορύφωση των διακοινοτικών συνομιλιών ήταν το «σεμινάριο της Ρώμης» που οργανώθηκε με την μεσολάβηση των ηπα, μεταξύ 19 και 23 Νοέμβρη 1973. Στο «σεμινάριο», το οποίο είχε άτυπο χαρακτήρα, συμμετείχαν «ειδικοί» (πολιτικοί κι αξιωματούχοι που είχαν στο παρελθόν αναμειχθεί στο κυπριακό) από την ελλάδα, την τουρκία, την βρετανία και τις ηπα, με στόχο να «συνδράμουν» το έργο των δύο εντεταλμένων διαπραγματευτών Κληρίδη και Ντεκτάς, οι οποίοι ήταν οι μόνοι εν ενεργεία αξιωματούχοι που συμμετείχαν.
Όπως είχε φανεί και στο παρελθόν, το «σεμινάριο» έδειξε ότι υπήρχε έδαφος για κατάληξη σε συμφωνία ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα / προτάσεις, θα ήταν εφικτή μία λύση η οποία θα στηριζόταν αφενός στην ενίσχυση των ε/κ στην κεντρική διοίκηση και την κυβέρνηση (μείωση της συμμετοχής των τ/κ από 30 σε 20%, κατάργηση του δικαιώματος βέτο του αντιπροέδρου) κι αφετέρου στην ενίσχυση της αυτονομίας και αυτοδιοίκησης των τ/κ (ξεχωριστές πλειοψηφίες για ζητήματα αυτοδιοίκησης, αυτονομία της αυτοδιοίκησης από την κεντρική κυβέρνηση, δημιουργία νέων κοινοτήτων για τους τ/κ πρόσφυγες, οικονομική κι εκπαιδευτική ενίσχυση των τ/κ). Παρ’ όλη την «παραγωγικότητα» τους όμως, οι διαπραγματεύσεις στάθηκε αδύνατον να επιδείξουν αποτελέσματα. Την τελευταία μέρα του «σεμιναρίου» οι Γκιζίκης-Ιωαννίδης ανέτρεψαν τους Μαρκεζίνη-Παπαδόπουλο και η Αθήνα στράφηκε πάλι στην ανοιχτή υπονόμευση του Μακάριου.

 

Η τελική αναμέτρηση

Με την δικτατορία Γκιζίκη-Ιωαννίδη, η βραχεία εκεχειρία Αθήνας-Λευκωσίας τελείωσε και οι ελληνικές υπηρεσίες συνέχισαν την επιχείρηση υπονόμευσης του Μακάριου από το σημείο που είχε ανακοπεί λίγους μήνες πριν. Η πρώτη ενέργεια ήταν η επαναδραστηριοποίηση της εοκα β’.
Το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του ανισόρροπου Γρίβα, η εοκα β’ δρούσε πλέον ολοφάνερα ως εργαλείο επέμβασης και υπηρεσία του ελληνικού κράτους, σε συνδυασμό με το ότι η Αθήνα ήταν διεθνώς απομονωμένη περισσότερο από ποτέ, έδωσε στον Μακάριο την εντύπωση ότι ήταν σε θέση να απαντήσει αποτελεσματικά στην ελληνική απειλή. Όμως η πραγματικότητα, σε αντίθεση με τις ε/κ φιλοδοξίες, ήταν ότι η δράση της εοκα β’ είχε σημαντικά αποτελέσματα. Μολονότι δεν κατάφερε να ξεφύγει καθόλου από τα όρια της εθνοφρουράς και χωρίς ουσιαστικά ερείσματα στην ε/κ κοινότητα, η εοκα β’ κατάφερε να προσεταιριστεί αρκετούς χαμηλόβαθμους ε/κ αξιωματικούς. Το αποτέλεσμα ήταν να μεταβληθεί η ισορροπία μέσα στις ένοπλες δυνάμεις, αφού το ελληνικό κράτος δεν είχε μόνο τον έλεγχο των ανώτερων αξιωματικών, αλλά κατάφερε να διαβρώσει όλη την ιεραρχία, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να ελέγξει την εθνοφρουρά ακόμη και σε περίπτωση μετωπικής σύγκρουσης με τον Μακάριο.
Μπροστά στο ενδεχόμενο να τεθεί η κύπρος υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο, η ε/κ ηγεσία αποφάσισε ν’ αντιδράσει και με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου απαίτησε από την ελληνική κυβέρνηση να εξαιρέσει από τα υποψήφια στελέχη της εθνοφρουράς δεκάδες έλληνες αξιωματικούς για τους οποίους υπήρχαν υπόνοιες για σχέσεις με την εοκα β’. Η δικτατορία αγνόησε την απαίτηση και τότε ο Μακάριος έκρινε ότι είχε τους συσχετισμούς να αποτρέψει οριστικά την ελληνική επέμβαση στην κύπρο.
Στις 2 Ιούλη 1974, ο Μακάριος έστειλε επιστολή στον Γκιζίκη με την καταγγελία ότι η ελληνική κυβέρνηση ελέγχει την εοκα β’ και επιχειρεί να καταλύσει την κρατική υπόσταση της κύπρου κι ανακοινώνοντας ότι προτίθεται να αναδιαρθρώσει την εθνοφρουρά, με την μείωση της θητείας και την απομάκρυνση των ελλήνων αξιωματικών.
Είναι φανερό ότι αν είχε εφαρμοστεί η απόφαση του Μακάριου για αναδιάρθρωση της εθνοφρουράς, η ελληνική επέμβαση στην κύπρο θα έφτανε στο τέρμα της, αφού η δικτατορία θα έχανε το μοναδικό προγεφύρωμα που διέθετε στο νησί. Η αντίδραση της Αθήνας ήταν άμεση. Στις 2 και 3 Ιούλη οργανώθηκε και οριστικοποιήθηκε σχέδιο πραξικοπήματος κι ανατροπής του Μακάριου από τις δυνάμεις της εθνοφρουράς.
Στις 15 Ιούλη εκδηλώθηκε το ελληνικό πραξικόπημα, το οποίο πέτυχε να ανατρέψει την κυβέρνηση και να θέσει το κυπριακό κράτος υπό ελληνικό έλεγχο. Δεν κατάφερε όμως να εξουδετερώσει τον Μακάριο κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκτήσει το πραξικόπημα χαρακτήρα «ξένης επέμβασης». Η απόδραση του Μακάριου από το βομβαρδιζόμενο προεδρικό μέγαρο, η έκκλησή του μέσω ραδιοφωνικού διαγγέλματος προς τους ε/κ για αντίσταση στην ελληνική χούντα, οι συγκρούσεις μονάδων της εθνοφρουράς με πιστές στον Μακάριο δυνάμεις και ο βομβαρδισμός της Πάφου από ελληνικό πολεμικό πλοίο, μετέτρεψαν το «αστραπιαίο πραξικόπημα» που επιδίωκε ο Ιωαννίδης σε κανονική στρατιωτική επέμβαση του ελληνικού κράτους στην κύπρο. Ο βιαστικός διορισμός από την εθνοφρουρά του Ν. Σαμψών ως νέου προέδρου ήταν αδύνατο να συγκαλύψει την πραγματικότητα της επέμβασης και να την εμφανίσει ως «εσωτερική» κυπριακή υπόθεση.
Στις 16 Ιούλη ο Μακάριος απέδρασε από την κύπρο και την επόμενη συναντήθηκε με τον βρετανό πρωθυπουργό που τον διαβεβαίωσε ότι η μεγάλη βρετανία εξακολουθεί να τον αναγνωρίζει ως τον μοναδικό νόμιμο πρόεδρο του κυπριακού κράτους. Στις 19 Ιούλη απευθύνθηκε στο συμβούλιο ασφαλείας του οηε, όπου κατήγγειλε τα γεγονότα όχι σαν «πραξικόπημα» αλλά σαν ξένη εισβολή:
«Δεν έγινε επανάστασις εις κύπρον, η οποία θα ηδύνατο να θεωρηθή ως μία εσωτερική υπόθεσις. Ήτο μια εισβολή, η οποία παρεβίασε την ανεξαρτησίαν και την κυριαρχίαν της δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται, εφ' όσον υπάρχουν έλληνες αξιωματικοί εις κύπρον... Τα γεγονότα εις κύπρον δεν αποτελούν εσωτερικήν υπόθεσιν των ελλήνων της κύπρου. Οι τούρκοι της κύπρου επηρεάζονται επίσης. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι μια εισβολή, και εκ των συνεπειών της θα υποφέρη όλος ο λαός της κύπρου: αμφότεροι έλληνες και τούρκοι».
Στις 17 Ιούλη ο τούρκος πρωθυπουργός Ετσεβίτ επισκέφτηκε το Λονδίνο και ζήτησε από την βρετανική κυβέρνηση την ανάληψη κοινής στρατιωτικής δράσης, στα πλαίσια της συνθήκης εγγυήσεως, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ελληνική επέμβαση. Μετά την βρετανική άρνηση, η τουρκία ξεκίνησε μόνη της προετοιμασίες για επέμβαση. Στις 20 Ιούλη ξεκίνησε η τουρκική απόβαση, με κατάληψη της Κερύνειας και μιας στενής λωρίδας γης που συνέδεε την Κερύνεια με τον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας.
Στις 20 Ιούλη η χούντα κήρυξε γενική επιστράτευση, αλλά οι εξελίξεις ήταν πλέον καταιγιστικές εναντίον της. Στις 22 Ιούλη, με παρέμβαση του συμβουλίου ασφαλείας, οι εχθροπραξίες στην κύπρο σταμάτησαν. Στην ελλάδα, η επιστράτευση είχε σαν αποτέλεσμα να ανατραπούν οι ισορροπίες στην ιεραρχία των ενόπλων δυνάμεων, ενώ η παρουσία χιλιάδων εφέδρων δημιούργησε εκρηκτική κατάσταση στο στράτευμα. Τελικά, στις 23 Ιούλη η δικτατορία κατάρρευσε και παρέδωσε την κυβέρνηση στον Καραμανλή (τον Α). Την ίδια μέρα παραιτήθηκε ο Σαμψών στην κύπρο και ο Κληρίδης ορκίστηκε πρόεδρος.

 

Eπίλογος

- Από το 1960 και μετά, με σημείο τομής την ίδρυση της ανεξάρτητης «δημοκρατίας της κύπρου», ο ανταγωνισμός της ελληνικής και ελληνοκυπριακής στρατηγικής απέκτησε υλική υπόσταση και πραγματικό έδαφος για να αναπτυχθεί σε όλη της την έκταση. Ο ελληνικός στόχος ήταν η «ένωση», με στοιχειώδη ανταλλάγματα προς την τουρκία, αντίθετα ο ε/κ στόχος ήταν η εμπέδωση και διατήρηση της ε/κ ηγεμονίας σε όλη την κυπριακή επικράτεια, χωρίς παραχωρήσεις και χωρίς απώλειες. Οι δύο στρατηγικές ήταν αντικειμενικά αντίθετες και το «κυπριακό» μπορούσε προοπτικά να «επιλυθεί» μόνο μέσα από τη σύγκρουσή τους, όπως τελικά συνέβη.

- Η καθεστωτική κι απολογητική ιστοριογραφία σε ελλάδα και κύπρο εστιάζει εσκεμμένα την προσοχή της αποκλειστικά στην περίοδο της δικτατορίας για να χτίσει τον μύθο του «κυπριακού δράματος» και της «προδομένης μεγαλονήσου». Σύμφωνα με αυτόν, η διάσταση ανάμεσα στην Αθήνα και την Λευκωσία είναι σύμπτωμα μόνο της μετά το 1967 εποχής, όταν στην ελλάδα επιβλήθηκε δικτατορία και για την κατάληξη του κυπριακού ευθύνονται αποκλειστικά «η προδοσία της χούντας» και η «τουρκική επιθετικότητα». Έχουμε ήδη τεκμηριώσει κι εξηγήσει τον ανυπόστατο χαρακτήρα αυτού του θεμελιώδους εθνικού μύθου.

- Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα δύο κέντρα, την Aθήνα και την Λευκωσία, δεν προέκυψε «ξαφνικά» την 21η Απρίλη 1967, αλλά προϋπήρχε και καθόριζε κεντρικά τις εξελίξεις ήδη από την πρώτη στιγμή της ανεξάρτητης ύπαρξης του κυπριακού κράτους· γεννήθηκε ακόμη νωρίτερα όταν έγινε φανερό σε Αθήνα και Λευκωσία ότι είναι αδύνατη η ενσωμάτωση του συνόλου της κύπρου στον ελληνικό «εθνικό κορμό» κι ότι μια τέτοια ενσωμάτωση ή μια «παραχώρηση» τμήματος του κυπριακού εδάφους θα σήμαινε απώλεια της ηγεμονίας για την ε/κ ελίτ. Η δικτατορία δεν μετακινήθηκε ούτε σπιθαμή από την στρατηγική της «ένωσης» που είχαν ήδη χαράξει οι προηγούμενες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, δεξιές και του κέντρου, στο όνομα των συμφερόντων του ελληνικού καπιταλισμού και των επιδιώξεων του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής είχαν χαραχτεί ήδη πριν το πραξικόπημα οι βασικές κατευθύνσεις εκβιασμού και υπονόμευσης της ε/κ ηγεσίας και επιβολής ελληνικού στρατιωτικού ελέγχου στο νησί. Αυτό που επιδίωξε και έκανε η χούντα δεν ήταν να ανατρέψει την πάγια στρατηγική του ελληνικού κράτους, αλλά να εγγυηθεί την συνέχιση και εφαρμογή της σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, εν μέσω οξυμένης κρίσης του πολιτικού συστήματος και αναζωπύρωσης του εργατικού κινήματος.

- Εξίσου ανυπόστατες είναι οι εκτιμήσεις που εστιάζουν στην «τουρκική επιθετικότητα» για να ερμηνεύσουν τα γεγονότα του 1974. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των εξελίξεων, σε Αθήνα και Λευκωσία, στη βάση του συσχετισμού δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο, δεν την υπολόγιζαν, αφού και στα δύο κέντρα θεωρούσαν δικαιολογημένα απίθανη την περίπτωση τουρκικής επέμβασης. Ο λόγος που το ελληνικό κράτος επιδίωκε μέχρι τέλους την εφαρμογή της «συμπεφωνημένης λύσης» με τις ελάχιστες δυνατές παραχωρήσεις προς την Άγκυρα, ήταν γιατί είχε τους συσχετισμούς υπέρ του και το κύριο εμπόδιο στις φιλοδοξίες του ήταν ο Μακάριος και όχι ο ανταγωνισμός με την Άγκυρα. Από την άλλη, ο λόγος που ο Μακάριος επέμενε να υποδαυλίζει κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν για να εκβιάσει την Αθήνα, υπολογίζοντας ότι σε τελική ανάλυση ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος μπορεί να απειλείται αλλά όχι να συμβεί. Αν υπήρχε πραγματικό ενδεχόμενο τουρκικής επέμβασης, ο Μακάριος θα ήταν οπωσδήποτε πιο συγκρατημένος στις επιθέσεις του εναντίον των τουρκοκυπρίων, γιατί είναι δεδομένο ότι ένας πόλεμος, άσχετα με την κατάληξή του, θα είχε ολέθριες συνέπειες στην ε/κ ηγεμονία. Ακόμη και το 1974, με την αποτυχημένη επέμβαση στην κύπρο, η δικτατορία δεν περίμενε ούτε επιδίωκε μια ελληνοτουρκική αναμέτρηση, αλλά υπολόγιζε οι ενέργειες της να γίνουν αποδεκτές σαν μια «δυναμική» μορφή επιβολής της «συμπεφωνημένης λύσης». Εκείνο που απέτυχαν να αναγνωρίσουν εγκαίρως η Αθήνα και η Λευκωσία ήταν ότι η μεταξύ τους αναμέτρηση είχε προκαλέσει συνολική αναδιάταξη των ισορροπιών· μέσα από την αλληλοϋπονόμευσή τους οι δύο αντίπαλοι οδήγησαν στην γεωπολιτική αναβάθμιση του τουρκικού κράτους. Το 1974, η τουρκική επέμβαση που ακολούθησε την ελληνική, ουσιαστικά επέβαλλε μια μορφή της «συμπεφωνημένης λύσης» που επί δέκα χρόνια η Άγκυρα διαπραγματευόταν από μειονεκτική θέση με το ελληνικό κράτος, φυσικά υπέρ του δικού της «εθνικού» καπιταλιστικού συμφέροντος.

- Συνολικά, η πορεία του κυπριακού μέχρι το 1974 πρέπει να εγγραφεί στα πλαίσια του ελληνικού-ελληνοκυπριακού ανταγωνισμού κι όχι των ελληνοτουρκικών σχέσεων κι οπωσδήποτε όχι των παραμυθιών περί «προαιώνιας έχθρας» των δύο κρατών. Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός στην κύπρο ηττήθηκε επειδή απέτυχε να ενσωματώσει τα ανταγωνιστικά συμφέροντα του ε/κ καπιταλιστικού σχηματισμού.

- Ενώ το συγκεκριμένο σχέδιο της «ένωσης» - δηλαδή της προσάρτησης μέρους ή όλου της κυπριακής επικράτειας - κατέρρευσε απότομα μετά την αποτυχημένη επέμβαση του 1974, παρ’ όλα τα είκοσι χρόνια συστηματικής προετοιμασίας, δεν συνέβη το ίδιο με την πάγια ιμπεριαλιστική στρατηγική του ελληνικού κράτους. Μολονότι οι συνθήκες άλλαξαν δραστικά - τόσο στο εσωτερικό με την πτώση της δικτατορίας και την αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος, όσο και στο εξωτερικό με την μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων στην περιοχή και την ρήξη με την Λευκωσία - οι φιλοδοξίες της Αθήνας για ηγεμονική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο και πρόσδεση της κύπρου, με τον έναν ή άλλο τρόπο, στο άρμα των συμφερόντων του ελληνικού καπιταλισμού, συνέχισαν (και συνεχίζουν!) να τροφοδοτούν την πολιτική της. Κι αν η συνοχή του «εθνικού κορμού» είχε δεχτεί πλήγματα λόγω της επταετίας κι είχε κλονιστεί η «όρεξή» του για επέκταση λόγω της ήττας στην κύπρο, ήταν η αριστερά αυτή που ανέλαβε να τις αναστυλώσει.
Πράγματι, το κυπριακό μετά το 1974 άνοιξε το δρόμο για την πλήρη εθνική αποκατάσταση της αριστεράς και οι οργανώσεις και τα κόμματά της, από το κκε και πέρα, φρόντισαν να το εκμεταλλευτούν στο ακέραιο. Έχουμε ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ήδη απ’ την δεκαετία του ’50, το κυπριακό κατέλαβε κεντρική θέση στην ατζέντα των αριστερών κινητοποιήσεων. Η συντριπτική ήττα στον εμφύλιο· ο σχεδόν ολοκληρωτικός εξοβελισμός από το δημόσιο και νόμιμο πολιτικό προσκήνιο στο «κράτος των εθνικοφρόνων»· η μόνιμη κατηγορία περί «εθνικής προδοσίας» και απόπειρας «διαμελισμού της πατρώας επικράτειας»· η σταδιακή διάρρηξη των σχέσεων με την εργατική τάξη και η εγκατάλειψη των ταξικών αγώνων κι εντέλει η μετάλλαξη σε επιτηρητή και καταστολέα του κινήματος, άφηναν στην αριστερά λίγα περιθώρια προκειμένου να επιβιώσει και να αποδείξει το αναγκαίο της ύπαρξής της. Συγκεκριμένα, να πλειοδοτεί διαρκώς σε πατριωτισμό έναντι των εθνικοφρόνων και της «ξενόδουλης» ντόπιας αστικής τάξης! Να αυτοπροβάλλεται και να πολιτεύεται ως η μόνη «συνεπής πατριωτική δύναμη» που υπερασπίζεται το εθνικό συμφέρον στο όνομα του «λαού», άσχετα αν αυτό το «λαϊκό συμφέρον» κάλυπτε μ’ ευρυχωρία τις ορέξεις μικρών και μεγάλων αφεντικών και στην ούγια του έγραφε ανεξίτηλα «επέκταση». Όσο καιρό αριστερά και δεξιά ταυτίζονταν στον στόχο της εκδίωξης των άγγλων, του αποκλεισμού της τουρκίας και της «ένωσης», η πρώτη φρόντιζε να επενδύει τον ελληνικό επεκτατισμό με τον μανδύα του «αντι-αποικιακού», «αντι-ιμπεριαλιστικού» και «αντι-νατοϊκού αγώνα». Όταν όμως το 1974 η ελληνική στρατηγική απέτυχε να επιβληθεί στην ε/κ ελίτ και ηττήθηκε, ήρθε πλέον η σειρά της αριστεράς να αναλάβει θεματοφύλακας των ελληνικών συμφερόντων στην κύπρο. Με την ήττα του ελληνικού κράτους χρεωμένη στην δεξιά, την  «ξεπουλημένη μπουρζουαζία» και την «αμερικανοκίνητη χούντα», οι αριστεροί ρίχτηκαν με ζήλο να αποδείξουν ότι αν υπάρχουν «εθνικοί προδότες» αυτοί δεν είναι άλλοι από τους εκφραστές της «εξάρτησης» και «υποτέλειας» της πτωχής πλην τίμιας ελλάδας. Χωρίς φυσικά να αμφισβητείται ούτε κατά μία κεραία η νομιμότητα των συμφερόντων του ελληνικού κράτους πάνω σ’ ένα άλλο κράτος, το οποίο μάλιστα είχε επιχειρήσει με κάθε τρόπο να αποτρέψει την ενσωμάτωσή του και να αποσοβήσει την ελληνική ηγεμονία πάνω του.
Χαρακτηριστική και εξαιρετικά επεξηγηματική είναι η περίπτωση του ιστορικού Ψυρούκη, οπαδού των θεωριών περί εξάρτησης, ιδεολόγου του αριστερού εθνικισμού, διανοούμενου αναγνωρισμένου κύρους (απ’ το κκε μέχρι τα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα) του οποίου οι αναλύσεις αποτέλεσαν μέχρι τις μέρες μας τον ιδεολογικό μπούσουλα της αριστερής πολιτικής στο κυπριακό. Πριν ακόμη την ίδρυση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, ο Ψυρούκης διατύπωσε την άποψη (η οποία υιοθετήθηκε κι αποτέλεσε τη βασική θέση της ελληνικής αριστεράς) ότι το κυπριακό είναι ζήτημα αυτοδιάθεσης των ελλήνων στο σύνολό τους, όχι μόνο των κυπρίων, κι εφόσον η ελληνική αστική τάξη αδυνατεί λόγω της υποτέλειάς της να δώσει λύση στο εθνικό ζήτημα, δηλαδή στον ελληνικό «αλυτρωτισμό», θα το λύσει η μόνη τίμια πατριωτική δύναμη, η εργατική τάξη (ασφαλώς μέσω του κόμματος που την εκπροσωπεί, θα συμπληρώναμε). Σύμφωνα με αυτή την «αριστερή» ανάλυση (που, επαναλαμβάνουμε, αποτέλεσε το manual του ελληνικού «αντι-ιμπεριαλιστικού» εθνικισμού) η ουσία του κυπριακού είναι η «εθνική απελευθέρωση» από την «στρατηγική ιμπεριαλιστική αλυσίδα», είναι πρόβλημα της ελλάδας κι όχι της κύπρου, και λύνεται με την ένταξη της κύπρου στον «εθνικό κορμό».

«...το Κυπριακό, το πρόβλημα για την εθνική απελευθέρωση της κύπρου και την απομάκρυνσή της από την αλυσίδα του στρατηγικού συστήματος του αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού είναι ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της ελλάδας, της ανατολικής Μεσογείου και των διεθνών εξελίξεων. Το κυπριακό περικλείει όλες τις βασικές αντιθέσεις που έχουν συσσωρευτεί στον ελληνικό χώρο και που επιζητούν την επίλυσή τους εδώ και χρόνια πολλά. Το  κυπριακό, σήμερα, είναι ο αποφασιστικός συντελεστής για την τύχη του στρατηγικού συστήματος του ιμπεριαλισμού στην ανατολική Μεσόγειο...
...
Το κυπριακό [είναι] το πρόβλημα για την εθνική απελευθέρωση της κύπρου και την απομάκρυνση αυτού από την αλυσίδα του στρατηγικού συστήματος του αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού.
...
Μια και μόνο μια είναι η λύση: αντιμπεριαλιστική ένωση ελλάδας και κύπρου. Είναι η λύση του λυτρωμού, είναι η μόνη ορθή και προοδευτική λύση του κυπριακού...»

Απότοκο της αριστερής πολιτικής εμπνεόμενης από τέτοιου είδους αναλύσεις ήταν σε τελική ανάλυση ο ρατσισμός σε βάρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας, στο όνομα κιόλας μιας φρικιαστικής εκδοχής της λενιστικής αρχής της αυτοδιάθεσης. Ότι δηλαδή το δικαίωμα στην «αυτοδιάθεση» απολαμβάνει μόνον η «πλειοψηφούσα εθνότητα» (και σε καμία περίπτωση η «μειοψηφούσα»!!!) η οποία μάλιστα βρίσκεται στη θέση του καταπιεζόμενου επί τρεις αιώνες. Η ρητορεία βέβαια περί «κοινών αγώνων» των δύο κοινοτήτων δεν λείπει, αλλά στο δια ταύτα η αριστερά δεν δίστασε να αναπαραγάγει την βασική εθνικιστική και ρατσιστική επιχειρηματολογία (ελληνική κι ελληνοκυπριακή) ότι η τ/κ μειοψηφίας αποτελεί μια «ενοχλητική μειονότητα», «κατάλοιπο των οθωμανών κατακτητών» και «ιμπεριαλιστικό δούρειο ίππο».
Tο 1922, μετά την «καταστροφή της Σμύρνης», δηλαδή την ήττα της ελληνικής στρατιωτικής εκστρατείας εναντίον του Kεμάλ και της Άγκυρας, η ελληνική αριστερά ήταν μεν από οργανωτική άποψη πολύ νεαρή· είχε όμως την πολιτική ωριμότητα να διακρίνει έγκαιρα τον ελληνικό ιμπεριαλισμό. Kαι φυσικά ήταν αδιανόητο να γίνει ο αριστερός ψάλτης του. Mισό αιώνα αργότερα, μετά τα γεγονότα του 1974 στην κύπρο, η ελληνική αριστερά, τσακισμένη (όχι τόσο ή όχι μόνο απ’ τις ήττες της αλλά κυρίως απ’ την αποστροφή της σε οποιαδήποτε έννοια αυτοκριτικής) φρόντισε να «κληρονομήσει» επίσημα τον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό και το αστικό όραμα των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και να τα στρέψει εναντίον των αποτυχημένων εκφραστών τους - ώστε να νομιμοποιηθεί όχι απλά ως «μη προδοτική» αλλά ακόμη περισσότερο ως «γνήσια πατριωτική». H καρέκλα που προσέφερε ο Kαραμανλής ο A στην αριστερά το 1974, για να κάθεται κι αυτή νόμιμα στα οικογενειακά δείπνα της εξουσίας, έγραφε στην πλάτη της «πατριωτισμός» - και όλες οι αριστερές εκδοχές έτρεξαν να την πιάσουν. Tο 1974 (και από τότε αδιάλειπτα) η ελληνική αριστερά ταυτίστηκε απόλυτα με την δεξιά του κράτους: «χρέωσε» την στρατιωτική επίθεση κατά της κύπρου στην χούντα (και στους αμερικάνους, yeah!!), πέταξε μαζί με την χούντα και οποιαδήποτε στοιχειώδη κριτική της ιμπεριαλιστικής συνέχειας του ελληνικού κράτους, και φρόντισε να εκτρέπει μόνιμα το ζήτημα εκεί ακριβώς που βόλευε και βολεύει τα ελληνικά αφεντικά: στον τουρκικό ιμπεριαλισμό. Φυσικά ούτε κουβέντα για ορισμένες ενοχλητικές λεπτομέρειες: όπως, για παράδειγμα, πως ήταν ο ίδιος (ο μόλις σωσμένος απ’ την εναντίον του απόπειρα) Mακάριος που ζήτησε επειγόντως την επέμβαση του τουρκικού στρατού στην κύπρο, εναντίον του ελληνικού και των κύπριων συμμάχων του που τον είχαν ανατρέψει, εγκαλώντας την Άγκυρα στις ευθύνες της σαν «εγγυήτριας δύναμης»!!!
Aυτή η στρατηγική υποστήριξη σερβιρίστηκε και σερβίρεται πακέτο, φυσικά, με τις αριστερές «καταγγελίες» και τις «κατάρες» σε βάρος της «υποτελούς» αστικής τάξης, των «εξαρτήσεών» της, κλπ κλπ! E, κάπως πρέπει να ξεχωρίζει ο αριστερός εθνικιστής απ’ τον δεξιό αδελφό του - μπρίκια κολάνε; Tο γεγονός είναι πάντως ότι το ελληνικό κράτος βρήκε στα κόμματα και κομματίδια της αριστεράς έναν συνεπή υπηρέτη της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής του, την ώρα μάλιστα που η παραδοσιακή παράταξη της εθνικοφροσύνης ήταν σε σχετική αδυναμία να είναι πειστική σ’ έναν τέτοιο ρόλο.
Εν τέλει, όταν κατέρρευσε και η τελευταία ιδεολογική αναστολή μαζί με το ανατολικό μπλοκ, η αριστερά δεν είχε καν την ανάγκη να διακοσμεί τον πατριωτισμό της με λενιστικά ξέφτια και θεωρητικολογίες περί «υπανάπτυξης» και «εξάρτησης»· αρκούσε πλέον σκέτος νέτος ο εθνικισμός της προκειμένου να συμπαρατάσσεται στις «εθνικές δυνάμεις» στο πλάι των φασιστών. Όπως συνέβη το 2004 με το κοινό δεξιο-φασιστο-αριστερό «όχι στο σχέδιο Ανάν»... που συνοδευόταν απ’ το σιωπηλό, «στα μουλωχτά», χωρίς πολλά-πολλά «ναι στην ένταξη της (ελεγχόμενης από τους ε/κ) κύπρου στην ε.ε.»... - στην τρισκατάρατη ε.ε.! -  μιας που συμφέρει στο ελληνικό κράτος να υπάρχει μια «δεύτερη μικρότερη ελλάς» στο ευρωπαϊκό κλαμπ. Oι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα σπάνε το κεφάλι τους για να καταλάβουν πόσο διπλοπρόσωποι μπορεί να είναι κάποιοι που λένε «όχι στην ε.ε. και στο νατο» μέσα στο κράτος τους αλλά «ναι στην ε.ε.» όταν πρόκειται για το «αδελφό» κράτος!!!
Διπλοπρόσωποι; Mπορεί να είμαστε και υπερβολικοί. Aπ’ το 1992 μέχρι τις ημέρες μας η ελληνική αριστερά, σα συνεπές εξάρτημα του ελληνικού κράτους, δίπλα δίπλα με τους παπάδες και τις μυστικές υπηρεσίες, έκανε ότι μπορούσε υπέρ των «σέρβων αδελφών», δηλαδή των χασάπηδων της βοσνίας.... Kι όταν λέμε «έκανε ό,τι μπορούσε» εννοούμε τα πάντα.
Έκανε τα πάντα κι αλλού: στην απόκρυψη των δολοφονιών (άγνωστο πόσων) μεταναστών απ’ την αλβανία. Eίδε, άκουσε κανείς την «μπορώ να ξέρω τα πάντα» αριστερά να ξεδιπλώνει, περίπτωση την περίπτωση, με στοιχεία, τις δολοφονίες και τα βασανιστήρια που έγιναν στα ελληνοαλβανικά σύνορα και πιο κάτω; Όχι. Eίδατε μήπως να φτιάχνει κάποιο «λαϊκό δικαστήριο» σαν εκείνα που πετάει στο πατ κιουτ όταν πρόκειται για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό; Όχι. Tην είδατε να κάνει την αυτοκριτική της για την ιδεολογική στήριξη που προσέφερε στα καθάρματα της «μαβη» όταν υποστήριζε πως ποτέ δεν επιτέθηκαν έλληνες παραστρατιωτικοί σε αλβανικό στρατόπεδο και πώς όλα είναι προβοκάτσια του καθεστώτος Mπερίσα; Όχι.
H αλήθεια είναι ότι η αριστερά του ελληνικού κράτους και τα διάφορα ρετάλια της δεν είναι καν και καν διπλοπρόσωπη. Eίναι ταγμένη φανερά και με συνέπεια, απ’ το 1974 και μετά, στο να στηρίζει τον ελληνικό επεκτατισμό. Tελικά «η τραγωδία της κύπρου» ή «η προδοσία της κύπρου», διαλέγετε και παίρνετε τις λέξεις που σας κάνουν, είχε αυτήν την παράπλευρη αλλά όχι ασήμαντη συνέπεια: ενηλικίωσε πολιτικά όλα τα κόμματα των ντόπιων αφεντικών, και ολοκλήρωσε την κοινή τους πορεία - στα σοβαρά και φλέγοντα ζητήματα της θέσης τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εξουσίας... 

 
   
TEΛOΣ
 

Sarajevo 2019