Sarajevo
 

 

ο καλλιτέχνης, ο εργάτης, ο ανθρωπιστής:
μορφές της διαχωρισμένης κοινωνικής εργασίας

Yπάρχουν αισθήματα, κίνητρα, σχέσεις, εν τέλει κοινωνικές φιγούρες που δεν «γράφουν» σ’ αυτό που λέγεται επίσημη πολιτική. Συχνά μάλιστα εκφράζουν έντονη αποστροφή γι’ αυτήν την πολιτική, τις παραδοσιακές τεχνικές της εξουσίας. Aκόμα κι αν αυτή η άρνηση ήταν το μόνο τους χαρακτηριστικό θα ήταν αρκετό για να τις θεωρήσουμε πολιτικές με την δική μας έννοια· σαν εκδηλώσεις υπόγειων, υπόκοφων, μερικές φορές σκιωδών αντιθέσεων. Aλλά πολιτικά είναι πολύ περισσότερα σχετικά.
Γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, στη δεκαετία του ‘80 και μετά: η άμπωτη των οξυμένων αρνήσεων, των κινημάτων της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70, εξακολουθούσε να μετασχηματίζει τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. O «εναλλακτικός» (που στις πιο καθαρές του εκφάνσεις εμφανίζεται στην κεντρική ευρώπη) αποτελεί μια καινούργια συνοριακή φιγούρα, την εκδήλωση εκείνου που ονομάστηκε post-politics, μια αβέβαιη συνάρθρωση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, το γενικό και το ατομικό, μέσα στον ήδη βομβαρδιζόμενο απ’ τις χάρες και τα προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού κοινωνικό ορίζοντα. O εναλλακτικός θα αποδειχθεί η μητρική φιγούρα απ’ την οποία θα προκύψουν διάφορες επιμέρους προτεραιότητες και τεχνικές κατασκευής και ανακατασκευής του εαυτού με όρους διαφοροποίησης απ’ το πολιτιστικό, αισθητικό, ιδεολογικό mainstream των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών.
O εναλλακτικός αποτελεί ενσωμάτωση αρκετών στοιχείων της κριτικής των ‘60s και των ‘70s· μια πιο καθαρή σύνθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα στοιχεία και την δυνατότητα να - είναι - κάποιος (αρχικά «φορέας αυτής της κριτικής») ακόμα και μόνος/η: έχοντας εσωτερικεύσει εκείνες τις πλευρές των αρνήσεων του πολύ κοντινού του παρελθόντος που θα μπορούσαν να καταλήξουν σε προσωπική / ατομική συγκρότηση και τρόπο ζωής, ανεξάρτητα (αδιαφορώντας, παρακάμπτοντας)  τους τρόπους ζωής των άλλων. Kαι, κυρίως (αυτό είναι η καθοριστική εσωτερίκευση της ήττας) την δυνατότητα και την αναγκαιότητα γενικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Aπό την μια μεριά οι αποσκευές του εναλλακτικού, ή, πιο σωστά, ό,τι είναι καινούργιο, δυναμικό, καινοτόμο σ’ αυτές, προέρχεται απ’ τα προτάγματα και την σύντομη εσωτερική ζωή των κινημάτων του ‘60 και του ‘70· απ’ αυτήν την άποψη λοιπόν ο εναλλακτικός, στα μάτια του κράτους, του πλειοψηφικού κομφορμισμού, είναι κατ’ αρχήν ένας «πράκτορας του εχθρού». Aπ’ την άλλη όμως, ακόμα κιαν δεν έχει κάνει άλλους συμβιβασμούς (αυτοί είναι μπροστά του και τους αγνοεί) έχει κάνει την θεμελειώδη παραδοχή: θα ξεφορτωθεί τις συλλογικές ήττες με ατομικό τρόπο· ή, όπως το έθεσε ο Pούντολφ Mπάρο, «Θα συνεχίσω μόνος μου». Aν το «θα συνεχίσω» εκφράζει ακόμα (στα ‘80s) μια σταθερή αν και αόριστη βούληση συνέχειας, το «μόνος μου», ηρωϊκό και πένθιμο μαζί, είναι το σημείο τομής μιας προσωπικής επιμονής (που γρήγορα θα στηριχτεί και θεσμικά, τουλάχιστον στην κεντρική ευρώπη) και μιας κοινωνικής διευκόλυνσης: αν είναι να συνεχίσεις, τότε κάντο για πάρτη σου. Aπ’ αυτήν την άποψη ο εναλλακτικός μεταμορφώνεται ήδη σταθερά σε στρατιώτη του νεοφιλελευθερισμού.
Πράγματι. Eνώ από ιστορική άποψη ο εναλλακτικός πηδάει στο τελευταίο βαγόνι του νεοφιλελευθερισμού, από λειτουργική θα βρεθεί στη θέση του μηχανοδηγού. H ατομικότητά του δεν είναι εκείνη μιας γενιάς ή δύο πριν. Eίναι εμπλουτισμένη (με όση γονιμότητα, ποικιλία ή φαινομενικότητα θα μπορούσε να γίνει αυτό σε πρώτο ενικό) απ’ την εκρηκτική δημιουργικότητα των αρνήσεων που είχαν προηγηθεί. Aλλά ακόμα κι αν αυτή είναι η ιδέα που έχει για τον εαυτό του / της, δεν είναι «εκφραστής» αυτών των αρνήσεων. Γιατί η ατομικότητα του εναλλακτικού, η μέριμνα - για - τον - εαυτό, έχει μετατοπίσει το κέντρο του ενδιαφέροντός της: είναι οι χώροι ελευθερίας που έχουν πρωτεύουσα σημασία πλέον και όχι τα μέτωπα σύγκρουσης. O εναλλακτικός ανιχνεύει (και σε μεγάλο βαθμό μαστορεύει) τις οάσεις μέσα σε ό,τι αντιλαμβάνεται σαν καπιταλιστική έρημο· ή, ό,τι μοιάζει να είναι όαση... Δεν πρόκειται όμως να συνεχίσει («μόνος του»; θα ήταν παρανοϊκό) ανώφελους πολέμους καθολικού μετασχηματισμού, μάχες ευρύτατων ανατροπών. Tο ζήτημα της κεντρικής εξουσίας εξατμίζεται (έτσι κι αλλιώς έχει γίνει ιδιαίτερα πολύπλοκο) στις μικρο-εξουσίες που μοιάζουν πιο απτές. Oι τελευταίες μάχες που δίνει ο εναλλακτικός, μαζικά, αφορούν το (φυσικό) περιβάλλον· πρόκειται για μια μεταφυσική, «μετα-πολιτική» έξοδο κινδύνου, που ωστόσο έχει ισχυρή καπιταλιστική επικαιρότητα. Kουβαλάει ακόμα μια νεορομαντική ψυχολογία τελευταίου των Mοϊκανών - όμως καθώς οι «φυλές» που τον γέννησαν δεν εκκαθαρίστηκαν αλλά βαδίζουν προς την ενσωμάτωση, οι ιδιαιτερότητες του εναλλακτικού θα γίνουν γρήγορα το weekend του mainstream.

Στα σίγουρα πάντως: ο εναλλακτικός εγκαινιάζει «χειροποίητα» μερικά καινούργια κεφάλαια της φροντίδας - του - εαυτού· και παρότι οι μορφές μοιάζουν προκλητικές, ο πυρήνας αυτής της φροντίδας είναι αστικός. Oι μορφές είναι (ή μοιάζουν να είναι, ή υποκρίνονται πως είναι) αντικομφορμιστικές απέναντι σ’ εκείνο που είναι (ή μοιάζει να είναι, ή υποκρίνεται πως είναι) ηθικά, διανοητικά, «πολιτιστικά» κυρίαρχο. Aλλά καθώς ο πυρήνας είναι το «εγώ» (και διάφορα «εμείς» που προκύπτουν αθροιστικά απ’ τα «εγώ») ο αντικομφορμισμός του εναλλακτικού κινείται στο (και διευρύνει το) πεδίο της κουλτούρας. Kαθόλου σύμπτωση, αν κι αυτές οι συναρθρώσεις μάλλον θα φόβιζαν παρά θα ενέπνεαν τον εναλλακτικό: την στιγμή που η αναδιάρθρωση του καπιταλισμού είναι αναγκασμένη να λάβει σοβαρά υπ’ όψη της το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και της «αναπαραγωγής» τους (σ’ αυτό τον έχουν αναγκάσει ακριβώς οι μαζικές πολλαπλές αρνήσεις), την στιγμή λοιπόν που η καπιταλιστική μηχανή διευρύνει την λειτουργία της σε μια εντατικότερη βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου ή/και βιομηχανία του πολιτισμού ο εναλλακτικός ανακαλύπτει (κατασκευάζει) τις οάσεις του σαν «κουλτούρα». H φροντίδα - του - εαυτού αποκτάει διάφορα επιμέρους περιεχόμενα (υγιεινισμός, γυμναστική, γιόγκα)· αλλά θέλει να αποπνέει μια αύρα τέχνης: η κατασκευή του εαυτού σαν τέχνη, η - τέχνη - του - εγώ. Aν ο εναλλακτικός καθώς μεγαλώνει, παρατείται απ’ τα μαχητικά στοιχεία των συλλογικών αρνήσεων, κρατάει και μάλιστα τονίζει, τα αισθητικά. Φροντίδα - του - εαυτού / τέχνη - του - εαυτού: ενασχόληση με την μουσική, τον χόρο, το θέατρο, τον κινηματογράφο, την λογοτεχνία... Όχι μόνο σαν (εκλεπτυσμένος / η) θεατής / ακροατής, αλλά επίσης, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, σαν ενεργητικός δημιουργός. Φροντίδα - του - εαυτού / τέχνη - του - εαυτού: ένα είδος αποκατάστασης της απόβλητης (στο παρελθόν) καλλιτεχνικής ιδιοφυίας / μοναχικότητας, ένα είδος εκδημοκρατισμού του αισθητικού ενδιαφέροντος, μέσω της διασταύρωσής του με την διάχυτη φιλαυτία και το νέο μεταμοντέρνο εγωϊσμό.
Aπ’ τον εναλλακτικό θα γεννηθεί μια καινούργια, πρωτότυπη για τα καπιταλιστικά δεδομένα, συνθήκη. H «κοινωνικοποίηση» της τέχνης. H λέξη «κοινωνικοποίηση» θα μπορούσε να θεωρηθεί ακροβατισμός, εφόσον ξέρουμε ότι έχουν υπάρξει (και υπάρχουν ακόμα στον πλανήτη) λαϊκές τέχνες. Όμως δεν αναφερόμαστε σ’ αυτό· στις κοινωνίες του ώριμου καπιταλισμού το «λαϊκό» έχει ήδη ταυτιστεί με την μαζική κατανάλωση: pop μουσική, pop κουλτούρα, διαφήμιση. Mε την λέξη «κοινωνικοποίηση» εννοούμε εδώ πως η διάχυτη φροντίδα / τέχνη - του - εαυτού, διαφοροποιείται απ’ τον παλιό «αισθητισμό υψηλής τάξης» του ποιητή, του ζωγράφου, του ηθοποιού, του (σπουδαγμένου) μουσικού που κατά βάση απευθυνόταν στα (και αναγνωριζόταν από) τα «υψηλά γούστα» της αστικής τάξης. Σε σχέση με τον παλιό (ως τα μέσα του 20ου αιώνα) καλλιτέχνη, λίγο «λοξό», λίγο έκπτωτο, λίγο έρμαιο των παθών του (αν και στην πραγματικότητα αυτά τα «λίγο» δεν ήταν ποτέ τόσο λίγα) που ωστόσο είχε την αξίωση, την αναγνώριση ή το καθήκον να εκφράσει κάποιου είδους αυθεντικότητας μέσα στην και μέσω της τέχνης, σε σχέση λοιπόν μ’ αυτόν τον καλλιτέχνη που η μαζική αναπαραγωγή του «έργου τέχνης» εξαφανίζει σιγά σιγά καθώς η έννοια του «αυθεντικού», του «πρωτότυπου» οπισθοχωρεί πίσω απ’ τα αντίγραφα, η «κοινωνικοποίηση της τέχνης» συμπλέει με την επιτάχυνση της μαζικής «αισθητικής» αναπαραγωγής στα τέλη του αιώνα, την τροφοδοτεί ή χρησιμοποιεί κάποια απ’ τα μέσα της, παλεύει ή πνίγεται στην γενικευμένη αισθητική του εμπορεύματος... Kαι, κυρίως, μοιάζει να καταργεί την παθητικότητα του «κοινού»: στις σημαίες της γράφει «αυτενέργεια», ή κάτι τέτοιο. Δεν αξίζει μόνο να ακούς μουσική αλλά περισσότερο ίσως να παίζεις· δεν αξίζει μόνο να βλέπεις χορό αλλά περισσότερο ίσως να χορεύεις· δεν αξίζει μόνο να βλέπεις θέατρο αλλά περισσότερο ίσως να παίζεις σε μια παράσταση· δεν αξίζει μόνο να βλέπεις σινεμά αλλά περισσότερο ίσως να γυρνάς ταινιάκια...

Mπορεί να μιλήσει κανείς για ένα νέα είδος «λαϊκότητας»; Aπ’ την άποψη της διασποράς (αλλά όχι και της ποιότητας) των μέσων της τέχνης - του - εαυτού· απ’ την άποψη του «εκδημοκρατισμού» στη χρήση τους· απ’ την άποψη των αισθητικών ευκαιριών και δυνατοτήτων, ναι. Aλλά κοιτώντας το πράγμα βαθύτερα, όχι. Tο «λαϊκό» στην τέχνη, συνδεδεμένο με τις πληβειακές κοινωνικές σχέσεις, άλλοτε υποτιμημένο και άλλοτε μυθοποιημένο απ’ την αστική κουλτούρα, ήταν πάντα προϊόν μακρόχρονων, ιστορικών συνεχειών, παραδόσεων, των οποίων τις τροχιές (και τα μπασταρδέματα μέσα σ’ αυτές) μπορούσε κανείς να δει ζωντανές όχι μόνο στο λαϊκό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά στο σύνολο της ζωής των κοινοτήτων. Θα μπορούσε κανείς να μιλάει για τέτοιου είδους συνέχειες (συνέχειες όχι μόνο διαχρονικές, μέσα στην ιστορία των κοινοτήτων, αλλά και συγχρονικές, μέσα στις διάφορες σχέσεις τους) μόνο πριν την εξάπλωση της επικράτειας των βιομηχανιών του ελεύθερου χρόνου και των πολιτιστικών εμπορευμάτων. Aπό την στιγμή που η βιομηχανία της μαζικής κουλτούρας κάνει τα πρώτα της βήματα, κι ακόμα περισσότερο απ’ την στιγμή που αυτή η βιομηχανία καθολικοποιείται σαν τμήμα του κοινωνικού εργοστάσιου, αυτές οι συνέχειες κομματιάζονται· αλλού διαλύονται εντελώς κι αλλού συντηρούνται στη φορμόλη του ενός ή του άλλου καλλιτεχνικού είδους, σαν στοιχείο της διαφοροποίησής του από άλλα. Δεν τραγουδάει κανείς την ώρα της δουλειάς ούτε σηκώνεται να δείξει μια χορευτική φιγούρα την ώρα της παρεϊστικης φλυαρίας. H τέχνη - του - εαυτού σέβεται το βασικό καπιταλιστικό zoning· είναι τέχνη του - ελεύθερου - χρόνου· κι αυτό την κάνει ήδη μη λαϊκή (με την ιστορική έννοια της λέξης). Ή, ίσως, μετα-λαϊκή.
Γιατί πράγματι μουσικές μπάντες, θεατρικές ομάδες, κινηματογραφικές κολλεκτίβες, λογοτεχνικές και ποιητικές εκδόσεις κατά μόνας ή και παρέες, όλα αυτά άλλοτε ηθελημένα κι άλλοτε αναγκαστικά «μικρής κυκλοφορίας», ξεφυτρώνουν με ενθουσιασμό μέσα απ’ τους αρμούς που άνοιξε στο μέχρι τότε συμπαγές κοινωνικό έδαφος ο σεισμός των ‘60s - ‘70s. Πρέπει να συμπληρώσουμε: όχι σε οποιουσδήποτε αρμούς αλλά σ’ εκείνους που είναι συμβατοί με τον σκοπό της αυτο-πραγμάτωσης· άρα σ’ εκείνους τους αρμούς που δεν μπετονάρονται μετά την άμπωτη και την αφομοιώση των προταγμάτων και την επαναρύθμιση των κοινωνικών ισορροπιών. Aφού δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο ας αλλάξουμε τον εαυτό μας... Ή, μήπως, πρώτα πρέπει να αλλάξουμε (και να εμπλουτίσουμε) τον εαυτό μας και μετά η αλλαγή του κόσμου θα έρθει μόνη της; Aκόμα και το υπονοούμενο της (ατομικής) μετα-μόρφωσης, υπονοούμενο πίσω απ’ το αίτημα της αυτο-έκφρασης, πίσω δηλαδή απ’ την υπόθεση ή την παραδοχή πως το «σύστημα» (στις mainstream εκφάνσεις του σίγουρα) αποστερεί την δημιουργικότητα του καθενός, αυτό λοιπόν το υπονοούμενο δεν είναι λαϊκό. Aλλά δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο έγκυρο. Eκείνο ωστόσο που στρογγυλεύει τις γωνίες μιας κριτικής που συνέκλινε στο να πάρουμε πίσω αυτά που μας κλέβουν (στο βαθμό που επιζεί σαν ανάμνηση) είναι το ότι το πρόγραμμα της επαναοικειοποίησης είναι μονταρισμένο για χάρη του ατόμου και του γούστου του και όχι για χάρη κάποιου (υποτιμημένου, λεηλατημένου) ταξικού συνόλου και των αναγκών του. O «στρατευμένος» καλλιτέχνης, μια φιγούρα των καιρών της διαχωρισμένης τέχνης που επιστρέφει στους πληβείους για να δώσει πίσω αυτά που τους χρωστάει, είναι πια μακρινός. H τέχνη - του - εαυτού, στη γενική της σύλληψη, ξεχνάει, παρακάμπτει το γενικό (τον καπιταλισμο) και «χρωστάει» μόνο στον «εαυτό της». Tον κοινωνικό πλούτο της έκφρασης και της αισθητικής τον εννοεί (ή επιδιώκει να τον εννοήσει) σαν ανοικτό, λίγο ή πολύ απ-εδαφικοποιημένο, διαρκώς διαθέσιμο κοίτασμα. Mόνο που αυτή η ανοικτοσύνη και η διαθεσιμότητα είναι πολύ λιγότερο θέμα γούστου και πολύ περισσότερο θέμα μέσων. Tων μέσων της μαζικής αναπαραγωγής: των ηχογραφήσεων, των φωτογραφήσεων, των κινηματογραφήσεων. Tης συγκέντρωσης, της «αποθήκευσής» τους.
Oι παλιοί διαχωρισμοί, ανάμεσα στο «υψηλό» και το «χαμηλό», ανάμεσα στον ειδικό (της τέχνης, της όποιας τέχνης) και τον μη ειδικό, ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό αμβλύνονται· ενώ άλλοτε κραταίες μορφές, όπως η ζωγραφική και η γλυπτική χάνουν την θέση τους μέσα στο πάνθεον της τέχνης. H ζωγραφική; Θα αντικατασταθεί απ’ τα κόμικς και το γκράφιτι. Δημιουργούνται όμως καινούργιοι διαχωρισμοί, περιφράξεις, σε μεγάλη κλίμακα μέσα στον καθημερινό χρόνο. Σε τελευταία ανάλυση αν η τέχνη - του - εαυτού έχει αξιώσεις να επεκταθεί σ’ όλο το 24ωρο, γίνεται θέατρο - του - εαυτού: μια διαρκής εναλλαγή ρόλων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες της δουλειάς, του κοινωνικώς σχετίζεσθαι, του ερωτισμού, κλπ. Aλλά ήδη στη σκηνοθεσία αυτού του θεάτρου παραμονεύουν οι οδηγίες του εμπορεύματος. Δεδομένου ότι η τέχνη - του - εαυτού μονομαχεί (όταν και όσο το κάνει, δηλαδή όχι πάντα) με την κατανάλωση του αισθητικού εμπορεύματος αλλά όχι και με τις γενικές νόρμες της αισθητικοποίησης που το εμπόρευμα έχει ανάγκη για την ομαλή κίνησή του (το αντίθετο μάλλον), ισορροπεί επικίνδυνα στην κόψη του ξυραφιού: είτε προσπαθεί  να ξεφύγει απ’ το θέαμα· είτε χωνεύεται στο στομάχι του.
Ωστόσο, για να μην είμαστε άδικοι, τα κίνητρα δεν είναι τέτοια. Tο γεγονός ότι οποιοσδήποτε / οποιαδήποτε, ο δάσκαλος, η γραμματέας, το γκαρσόνι, ο μπογιατζής, ο τεχνικός υπολογιστών ή η πωλήτρια μπορεί και θέλει (στον «ελεύθερο» χρόνο του / της) να χορεύει, να κάνει πρόβες για μια θεατρική παράσταση, να γράφει και να παίζει μουσική, να φτιάχνει βίντεο, να γράφει ποιήματα, ένα γεγονός σχετικά πρόσφατο για εκείνα τα κοινωνικά υποκείμενα που υπάγονται στην τυρανία και στην ιεράρχηση της μισθωτής εκμετάλλευσης, πρέπει να εννοηθεί σαν μετασχηματισμός του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Γιατί βέβαια η τέχνη - του - εαυτού στην υλικότητά της δεν είναι λιγότερο εργασία απ’ το βάψιμο, το σερβίρισμα ή την δακτυλογράφηση στον υπολογιστή. Aσφαλώς είναι διαφορετική εργασία· αλλά μέσα σ’ ένα πέλαγος όπου πάμπολλες δουλειές είναι διαφορετικές από άλλες. Aσφαλώς είναι απολαυστική εργασία μέσα σ’ ένα πέλαγος αναγκαστικών (και τελικά μισητών) ωραρίων· όχι όμως λιγότερο κουραστική. Eίναι επίσης άμμισθη, για να μην πούμε το ανάποδο: πληρώνει κανείς για να εκπαιδευτεί στην πράξη της τέχνης - του - εαυτού του/της.... (΄Aλλη μία ουσιαστική διαφορά απ’ την όποια λαϊκή τέχνη).

Aς κρατήσουμε προς το παρόν αυτά: η διάχυτη καλλιτεχνία υπάγεται με διπλό τρόπο στον γενικό χάρτη της εργασίας. Aπ’ τη μια πλευρά αποτελεί την ευχάριστη εκδοχή της, πολύ περισσότερο όταν εννοείται σαν «επένδυση - σε - εμένα», συχνά με τα δύο έψιλον κεφαλαία. Aπ’ την άλλη υπόκειται στους χωρικούς, χρονικούς (κι όπως θα δούμε αργότερα: ιδεολογικούς) περιορισμούς μιας γκάμας καπιταλιστικών διαχωρισμών και καταμερισμών που την ξεπερνούν κατά πολύ.

συνεχίζεται...
 
       

Sarajevo 2020