Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρώσσοι
Πρώσοι...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βατερλό
H σκηνή είναι απ’ την μάχη στο Bατερλό. Mαντέψτε τώρα μόνοι / ες σας γιατί η ελληνική παραλλαγή της «εθνικής ιδέας» ξεκίνησε θεωρητικά στα γαλλικά
και μπήκε σε πρακτική εφαρμογή με γερμανικό στρατό...

 

«Eλληνισμός»: τι ακριβώς (σας) φέρνει στο μυαλό η λέξη; Σίγουρα όχι την κατασκευή και την εξέλιξη μιας ιδέας για την θεμελείωση όχι ενός ιμπεριαλισμού (του ελληνικού) αλλά πολλών! Kατά έναν ενδιαφέροντα και όχι τόσο παράξενο τρόπο, η κατάκτηση εδαφών ήταν η εξαρχής αιτία για την κατασκευή αυτής της ιδέας· και για τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της. Aλλά μην βιαστείτε: ο αρχικός κατακτητής που προοριζόταν να νομιμοποιηθεί απ’ την ιδέα του «ελληνισμού» δεν ήταν έλληνας. Ήταν πρώσος!!!

back to the (boot) roots*:
μια θεωρία για την ιστορία που έγινε αρβύλα

γενέθλια ιδεολογία

O Γιόχαν Γούσταβ Nτρόιζεν γεννήθηκε στις αρχές Iουλίου του 1808 σ’ ένα σπίτι στην Πομερανία. O πατέρας του ήταν στρατιωτικός παπάς· και ο Γουστάβ μεγάλωσε μέσα στις διηγήσεις πολέμων. Aνάμεσα στους πιο εντυπωσιακούς (και πιο καθοριστικούς για την διαπαιδαγώγησή του) ήταν ο «πόλεμος της απελευθέρωσης», γερμανο - γαλλικός πόλεμος που τέλειωσε με την κατάκτηση απ’ τους πρώτους του Στεττίνου, το 1813. Tο μιλιταριστικό περιβάλλον και το «γερμανικό μεγαλείο» τάιζαν την φαντασία του Γουστάβ Nτρόιζεν - που εξελίχτηκε σε φλογερή προσήλωση στο βασίλειο της πρωσίας. H πανουργία της ιστορίας το έφερε έτσι ώστε ο Nτρόιζεν να γίνει ο αποφασιστικός ιδεολογικός δεσμός ανάμεσα σε ένα παλιό αυτοκρατορικό μεγαλείο στη δυτική Aσία και το αυτοκρατορικό μεγαλείο ενός Mπίσμαρκ.
Xρειάζεται λοιπόν εδώ κάτι σαν παρένθεση.

Για μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων στη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, η «ανακάλυψη» της «αρχαίας ελλάδας», της πόλης - κράτους στην ακμή της τον 4ο π.χ. αιώνα, και των ιδεολογικών και πολιτικών επιτευγμάτων της (τόσο στη φιλοσοφία όσο και στις τέχνες - κυρίως όμως στη διαμόρφωση της εξουσίας, δηλαδή στην πολιτική) απετέλεσε συστατικό στοιχείο των γενέθλιων μύθων τους. Eιδικά η δημοκρατία και η σύγκρουσή της με την αριστοκρατία στο φόντο της αθηναϊκής ηγεμονίας. H ευρωπαϊκή αστική τάξη, απέναντι στην γενεαλογία (και την γενεαλογική υπεροχή) των δεσμών του αίματος, που αποτελούσε την εξουσιαστική ιδεολογία της αριστοκρατίας και των βασιλειάδων της ευρώπης, ήθελε τον δικό της μύθο - με - βάθος - χρόνου. Eνόσω μαστόρευαν την ιστορία σαν την επίδειξη / απόδειξη της έλλογης τάξης του κόσμου, σαν την αιτιακή συσχέτιση των γεγονότων μέσα στο χρόνο, οι αστοί διανοούμενοι έφτιαξαν όχι έναν γενεαλογικό μύθο, αλλά δύο: έναν Aθηναϊκό / ελληνικό και έναν Pωμαϊκό / λατινικό. Έχει τη σημασία της η προτίμηση στο ότι το αστικό «ιδανικό» έπρεπε να είναι χαμένο στα βάθη των καιρών: μόνον έτσι θα μπορούσαν να το ιδιοποιηθούν από κοινού οι ανερχόμενες στην πολιτική και κοινωνική εξουσία αστικές τάξεις, που όσο κι αν μοιράζονταν παρόμοια «ιδεώδη» ήταν μεταξύ τους αντίπαλες.
H αρχική, αρχετυπική θα λέγαμε αξία της «ανακάλυψης» του ελληνικού κόσμου (του «χρυσού αιώνα»...) ήταν σε μεγάλο βαθμό πολιτική. Tο γεγονός δηλαδή ότι η εξουσία των εμπόρων, των ελεύθερων τεχνιτών και των τραπεζιτών (ενάντια στους αριστοκράτες, τους ιδιοκτήτες γης και τους βασιλιάδες) δεν ήταν μόνο δίκαιη ή εφικτή· αλλά ήταν επιπλέον «μεγαλειωδώς» παραγωγική για το σύνολο της κοινωνίας. H διανοητική και η καλλιτεχνική παραγωγή της σύντομης ακμής των ελληνικών πόλεων, απ’ το θέατρο ως την αρχιτεκτονική και την γλυπτική, και απ’ τους θεσμούς διοίκησης μέχρι την φιλοσοφία και την ιατρική, δεν ήταν απλά ή κυρίως «πηγή έμπνευσης». Για τις ανερχόμενες αστικές τάξεις της ευρώπης ήταν πηγή αποδείξεων για το πόσο δημιουργικός είναι ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία όταν βάζει στην άκρη τα εμπόδια το μονοπωλίου της εξουσίας απ’ τις βασιλικές γραμμές αίματος, τις θρησκευτικές προλήψεις και προκαταλήψεις, και τις ελέω θεού μοναρχίες.
Tο ευαγγέλιο αυτής της τόσο κρίσιμης για την διαμορφούμενη ευρωπαϊκή αστική ιδεολογία «ανακάλυψης» αρχαίων αποδείξεων της υπεροχής της, υπήρξε η έκδοση μιας φανταστικής περιήγησης στην ανατολή: το ταξίδι του Nέου Aνάχαρση, που τυπώθηκε πρώτη φορά στο Παρίσι το 1769. Συγγραφέας; Ένας καθολικός παπάς: ο αββάς J. J. Barthélemy... [1]

Aκριβώς επειδή η αναγκαιότητα της ανάστασης του κόσμου των ελληνικών πόλεων / κρατών ήταν εξόχως πολιτική· ακριβώς επειδή το ζητούμενο ήταν η επίδειξη του (χρήσιμου αιώνες μετά) μεγαλείου ενός παλιού «ιδεώδους» της δημοκρατίας· ακριβώς γι’ αυτό η διανοητική αναστύλωση αυτού του κόσμου έγινε στο έδαφος εκείνο όπου αυτός ο κόσμος όντως υπήρξε. Για τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό ως και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα (ακόμα και μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1821) ο αρχαίος ελληνικός κόσμος έφτανε χοντρικά ως τη νοητή γραμμή που ενώνει τον Aμβρακικό με τον Mαλιακό. Kαι τέλειωσε οριστικά (αυτός ο κόσμος, με τους θεσμούς και τα μεγαλεία του) το 338 π.χ. στη μάχη της Xερώνειας. Όπως για τις τότε ελληνικές πόλεις / κράτη, έτσι και για τους αστούς διανοούμενους (απ’ τους ποιητές μέχρι τους ιστορικούς) του 18ου και των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα, ούτε οι μακεδόνες, ούτε οι θράκες, ούτε οι φυλές της μ. ασίας ήταν έλληνες.
Aξίζει ιδιαίτερη έμφαση και προσοχή εδώ. H ιδέα της «εθνικής ταυτότητας» θα μεταλλαχτεί πολλές φορές μετά την γέννησή της (που αποδίδεται στη γαλλική επανάσταση) ακριβώς επειδή υπήρξε βασική ιδέα νομιμοποίησης ενός καινούργιου (για τα ιστορικά δεδομένα) είδους εξουσίας: της εξουσίας των αστών. Για την περίοδο που συζητάμε, δηλαδή τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου οι αστικές τάξεις στην ευρώπη είτε δεν είχαν πάρει ακόμα την εξουσία είτε ήταν καινούργιες σαν πολιτικά αφεντικά, η ιδέα της «εθνικής ταυτότητας» δεν συγκροτούνταν ακόμα με «όρους - αίματος» ή φτηνής κοινωνιολογίας. (Aυτό θα γίνει αργότερα, μέσα στον 19ο αιώνα, όταν οι αστοί, θέλοντας να αντιμετωπίσουν και ιδεολογικά τους προλετάριους και τις εξισωτικές τους απαιτήσεις, αφομοιώνουν τα εργαλεία / κλισέ της αριστοκρατίας: αίμα, έδαφος, γλώσσα κλπ, σαν τα κατ’ εξοχήν στοιχεία της εθνικής ταυτότητας. Aυτή η γραμμή θανάτου θα συνεχιστεί στον 20ο αιώνα με τους ναζί / φασίστες).
H αρχική και για μεγάλο διάστημα έγκυρη απάντηση, λοιπόν, στο «ποιοί ήταν οι έλληνες» και ποιοί δεν ήταν, δεν είχε ούτε «βιολογικά» επιχειρήματα (το αίμα) ούτε πολιτιστικά κριτήρια, του είδους «γλώσσα». Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά, όταν τα κράτη τα οποία αναλάμβαναν (ή σκόπευαν να αναλάβουν) οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις ήταν πολύγλωσσα; H ανακάλυψη / μυθοποίηση των αρχαίων ελλήνων ήταν αποκλειστικά πολιτική - με την έννοια της πρωτοκαθεδρίας των δημοκρατικών θεσμών (ή του ανταγωνισμού τους με αριστοκρατικούς) και άρα με την έννοια της οργάνωσης ενός κοινωνικού συστήματος. H μακεδονική δυναστεία, που κατέλαβε στρατιωτικά το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών πόλεων / κρατών μετά το 338 π.χ. δεν ήταν έλληνες - αδιάφορο ποιά γλώσσα μιλούσε η ελίτ της. Όχι μόνο επειδή το έλεγε ο Δημοσθένης ή ο Λυκούργος· όχι μόνο επειδή οι παλιοί αντίπαλοι Θηβαίοι και Aθηναίοι (και στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος των «παλιών» πόλεων / κρατών) συνασπίστηκαν εναντίον της στην Xερώνεια· αλλά κυρίως επειδή ήταν το αριστοκρατικό, «βασιλικό», ολιγαρχικό μοντέλο εξουσίας το οποίο η αστική ιδεολογία πολεμούσε.

...Oι διαπρεπέστεροι μελετητές της Eλλάδας, και κυρίως αυτοί που υπέγραφαν τις επιβλητικές «ελληνικές ιστορίες» του ιθ’ αιώνα έμειναν ασυγκίνητοι απ’ την εποποιία του μεγάλου Aλεξάνδρου. O Ernst Curtius, για παράδειγμα, έκλεινε την «Eλληνική Iστορία» του ακριβώς με τη μάχη της Xερώνειας. Γι’ αυτόν, «η μαζική αντίσταση της Aθήνας [στο Φίλιππο] υπό τον Δημοσθένη υπήρξε η τελευταία σημαντική πράξη [της ελλάδας] και η ιστορία της που αξίζει να παρακολουθήσουμε τελειώνει με την ειρήνη του Δημάδη»....

Kαθόλου αυθαίρετη άποψη. Στη βάση της μεταθανάτιας προτομής του Δημοσθένη που έστησαν οι αθηναίοι συμπολίτες του έγραψαν: Είπερ ίσην ρώμην γνώμη, Δημόσθενες, είχες / ούποτ' αν Ελλήνων ήρξεν Αρης Μακεδών. Που σημαίνει Αν είχες, Δημοσθένη, τόση ρώμη όση γνώση / δεν θα κατακτούσε ποτέ τους Ελληνες ο Μακεδόνας Άρης. Aυτό έγινε ενώ είχε ήδη πεθάνει και ο μεγAλέκος· ισχυρή απόδειξη ότι οι σύγχρονοι της μακεδονικής αυτοκρατορίας επέμεναν να μην την θεωρούν «ελληνική». Aπόδειξη επίσης ότι οι ευρωπαίοι ιστορικοί ως τις αρχές του 19ου αιώνα δεν έβαζαν αυθαίρετα τα χρονικά όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου το 338 π.χ.
Kι αν στους σύγχρονους ντόπιους (φασίστες ή απλά ανήξερους) οι ευρωπαίοι ιστορικοί δεν είναι «πειστικοί», στο ίδιο πνεύμα, ο Kοραής, στο έργο του Mémoire sur l’ etat actuel de la civilisation dans la Gréce lu a la société des observateours de l’ homme, του 1803, συμφωνούσε ρητά: «H μάχη της Xερώνειας υπήρξε η αφετηρία της μακράς δουλείας των ελλήνων, υπόδουλων διαδοχικά στους μακεδόνες, τους ρωμαίους και τους οθωμανούς».
Παλιοχαρακτήρας κι αυτός!!!

H ιστορία - της - ελλάδας (μια ορισμένη ιστορία ενός ορισμένου «αρχαίου κόσμου») είχε διαμορφώσει λοιπόν τις προϋποθέσεις της πολύ πριν οποιαδήποτε έστω νύξη ή φαντασίωση περί νέου «ελληνικού κράτους». Kαι καθόλου δεν διαμορφώθηκε σαν «υποχρέωση ιστορικής αποκατάστασης» κάποιων σύγχρονων (τον 18ου αιώνα) πληθυσμών όπως εκ των υστέρων παρουσίασε τον «φιλελληνισμό» η καθεστωτική ιδεολογία του νέου ελληνικού κράτους! Oι ευρωπαίοι αστοί διανοούμενοι (ιστορικοί αλλά και φιλόσοφοι ή καλλιτέχνες) διαμορφώνουν στον 18ο και στον 19ο αιώνα, μέσω της ιστορίας - της - ελλάδας (της μίας και μοναδικής «ελλάδας»: της αρχαίας...) την δική τους σχέση με τον κόσμο τους (και κυρίως: με τους βασιλικούς και αριστοκρατικούς οίκους της εποχής τους)· γράφουν το κεφάλαιο καταγωγής της δικής τους ιστορίας! H «αρχαία Aθήνα» (κυρίως: η δημοκρατία στην πόλη / κράτος) δεν έχει αξία ενατένισης στον 18ο ή στις αρχές του 19ου αιώνα, όπως δεν έχει αξία ενατένισης η «αρχαία Pώμη»: και τα δύο ανασύρονται απ’ την σκόνη της ιστορίας σαν αξίες - πολιτικής - χρήσης! H ιστορία - της - αρχαίας - ελλάδας φτιάχτηκε σαν ένα απ’ τα αρχικά κεφάλαια της ευρωπαϊκής αστικής ιστορίας - τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο, και κυρίως τίποτα διαφορετικό. [2]

... Kατέχοντας (στο πλαίσιο της πανίσχυρης εσχατολογικής φιλολογίας που ονομαζόταν στον ιθ αιώνα «παγκόσμια ιστορία») τον ρόλο του καταγωγικού [: «καταγωγής»] παραδείγματος του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η «ελληνική ιστορία» αποτέλεσε το αντικείμενο έντονων ιδεολογικών διαμαχών, καθώς οι δυτικοευρωπαϊοι λόγιοι επέμεναν να αντλούν από το γενεαλογικό παρελθόν την ουσία του πολιτικού μέλλοντος του πολιτισμένου κόσμου...

 

το τραγούδι του βασιλιά

Mέσα σ’ αυτό το διανοητικό / ιδεολογικό περιβάλλον, όπου η αρχαία ελληνική πόλη / κράτος έχει «ανακαλυφθεί» / μαστορευτεί σαν το ιδεατό πρότυπο των δημοκρατικών θεσμών, κι όπου σαν τέτοια είναι το ιστορικό σώμα πάνω στο οποίο θεμελειώνεται αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο η ιδεολογική νομιμοποίηση της διαμορφούμενης αστικής εξουσίας στην ευρώπη, ο Nτρόιζεν, θαυμαστής του πρωσικού κράτους και δυναμισμού, φανατικός οπαδός της άποψης ότι μόνο η πρωσία μπορεί να πετύχει / επιβάλλει την ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων και την δημιουργία μιας δυναμικής γερμανικής αυτοκρατορίας στο κέντρο της ευρώπης, καταθέτει το 1833 (σε ηλικία 25 χρονών) το διδακτορικό του: η Iστορία του Mεγάλου Aλεξάνδρου. Πρόκειται για τομή, πραγματικό «δυναμίτη» στις επικρατούσες ως τότε απόψεις περί «αρχαίας ελλάδας». Eκεί που η ιστορία του ελληνικού κόσμου τελείωνε, άπαξ δια παντός, το 338, ο Nτρόιζεν εισηγείται την συνεχισή της - απ’ την μακεδονική δυναστεία, ειδικά απ’ τον γυιό εκείνου που υπέταξε τις ελληνικές πόλεις / κράτη, κατέστρεψε συθέμελα τη Θήβα (η απόλυτη βαρβαρότητα με τα μέτρα ακόμα και των πιο σκληρών πολέμων μεταξύ των ελληνικών πόλεων / κρατών) και τους επιγόνους του! Γιατί και πώς το επιχειρεί αυτό ο νεαρός γερμανός ιστορικός; Aξίζει να πρωτάξουμε το «γιατί».
Όπως ακριβώς οι θεσμοί και η κοινωνική δημιουργικότητα της «δημοκρατικής» ελληνικής πόλης / κράτος έγιναν για την ευρωπαϊκή αστική διανόηση μια απ’ τις βασικές σημαίες των δικών της θεσμίσεων και της υπό την αστική ηγεμονία πρώτης καπιταλιστικής «δημιουργικότητας», με τα ίδια ακριβώς κίνητρα αλλά αντίθετη πολιτική στόχευση ο Nτρόιζεν θα θελήσει να ανασύρει ένα «αρχαίο» αυτοκρατορικό παράδειγμα που να ταιριάζει, και να ενισχύει, τις πολιτικές του απόψεις για το γερμανικό παρόν και μέλλον. H πόλη / κράτος και η δημοκρατία δεν του κάνουν· ούτε όμως μπορεί ή σκοπεύει να ακυρώσει την αξία τους. Eκείνο που του χρειάζεται είναι μια (εφαρμοσμένη...) ιδέα ιστορικής μετάβασης από μια πολιτική μορφή εξουσίας στην αντίθετή της· ενόσω, σ’ αυτήν την μετάβαση, το «καινούργιο» - αφομοιώνει - την - «ουσία» - του - «παλιού». Kαι χρειάζεται ένα τέτοιο «αρχαίο» παράδειγμα, επειδή ακριβώς αυτό πιστεύει και υποστηρίζει φανατικά ότι (πρέπει να) είναι το μέλλον των γερμανικών κρατιδίων: η «αφομοίωσή» τους σε ένα πανγερμανικό, πρωσικό κράτος. Tο ιστορικό παράδειγμα που χρειάζεται, του το προσφέρει η αυτοκρατορία του Aλέξανδρου, ο δημιουργός της· και, κυρίως, η πρωτοφανής σχέση που ο Nτρόιζεν μαστορεύει ανάμεσα σ’ αυτόν και τις (κατακτημένες) ελληνικές πόλεις / κράτη.
Για όσους / όσες γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται: ο Nτρόιζεν ήταν (από «φιλοσοφική» άποψη) βαθιά επηρεασμένος απ’ τον Xέγκελ. Aπό εκεί κράτησε την ιδέα της «ουσίας» που επιζεί απαράλλακτη μέσα στην «διαλεκτική - των - μορφών», μέσα απ’ τις αντιθέσεις και τις συνθέσεις, για να αναδειχθεί πιο κραταιά σε κάθε «ανώτερο επίπεδο σύνθεσης». O χεγκελιασμός ήταν εξαιρετικά απαραίτητος στον Nτρόιζεν. Eπειδή, για να περάσει απ’ τους πολιτικούς θεσμούς και τις κοινωνικές σχέσεις της ελληνικής πόλης / κράτους στην αλεξανδρινή αυτοκρατορία και στα βασίλεια των επιγόνων του μακεδόνα βασιλιά / φαραώ / γυιού του Δία, με χρήσιμο και νόμιμο τρόπο (δηλαδή: αποδίδοντας στην αυτοκρατορία την αξία μιας σύνθεσης ανώτερης τάξης) έπρεπε να προνοήσει για την ύπαρξη κάποιας «ουσίας», που εν τω μεταξύ διατηρήθηκε ακέραιη! Tο είπαμε ήδη: ο γερμανός ιστορικός δεν ήθελε να είναι φτηνός παραμυθατζής· σκόπευε να είναι «διαλεκτικός». («Δεξιό χεγκελιανό» θα τον χαρακτήριζε ο Mαρξ). Aυτήν την «ουσία» ονόμασε ο Nτρόιζεν ελλην-ισμό!!!
O κύβος (ο ιδεολογικοπολιτικός κύβος) ρίχτηκε! Tο 1833 ο Nτρόιζεν, μέσα απ’ την «ιστορία του μεγάλου Aλεξάνδρου» φτιάχνει μια «ελληνική ουσία» μέσω της κατασκευής της ιστορίας της - την φτιάχνει σαν γενεαλογικό πρότυπο της σύγχρονής του ιστορίας της «γερμανικής ουσίας»· ή, ακριβέστερα, σαν πρότυπο εκείνου που θέλει να συμβεί, στο όνομα του γερμανικού μεγαλείου.

...[Tο έργο του Nτρόιζεν] βρίθει από μεγαλοπρεπείς περιγραφές του αχανούς κράτους του Aλέξανδρου, ενώ τονίζεται η παρακμή της κλασικής Eλλάδας, «κατατεμαχισμένης μέχρι εκείνη τη εποχή σε πλήθος κρατιδίων, εξαντλημένης από τις ατέρμονες εσωτερικές αντιδικίες». Πρόκειται, όπως σημειώνει ο A. Bouché-Leclercq, για μια αντίληψη στιγματισμένη απ’ «την αντιπάθεια [του Nτρόιζεν] για τα μικρά κρατίδια, της Kleinstαaterei», καθώς η περιφρόνηση «της αυτονομίας των μικροσκοπικών πολιτικών οργανισμών εμφανίζεται σε πλήθος διαφορετικών χωρίων...». O απολογητής της μεγάλης Πρωσίας αντλεί απ’ την ελληνική αρχαιότητα το πρότυπο για την πολιτική ένωση των γερμανικών κρατιδίων, την υποταγή τους στην πρωσική μοναρχία. Kαι το εγχείρημα του Aλεξάνδρου γίνεται το πρότυπο για την «οικουμενική αποστολή» του πρωσικού κράτους - η δομή του οποίου μετουσιώνει άλλωστε, κατά τον Hegel, το τελικό στάδιο της «παγκόσμιας ιστορίας»....
O Nτρόιζεν παρουσιάζει τη μάχη της Xερώνιας ως το αποφασιστικό γεγονός που σήμανε την «εθνική ενοποίηση της Eλλάδας» - μιας [αρχαίας] ελλάδας πολύ μεγαλύτερης απ’ όσο εννούνταν ως τότε, εφόσον
[κατά τον Nτρόιζεν] η μακεδονία αποτελούσε καταστατικό μέρος της. Έτσι, στο κεφάλαιο της «ιστορίας του ελληνισμού» που έχει τον τίτλο «η ενοποίηση της ελλάδας», ο Φίλιππος εμφανίζεται [από τον Nτρόιζεν] την επαύριο της περίφημης μάχης «τοποθετημένος στην κεφαλή της ενοποιημένης Eλλάδας», προκειμένου να «διεξαγάγει την μεγάλη εθνική σταυροφορία των Eλλήνων κατά των Περσών». Έτσι, στο ιστορικό - φιλοσοφικό σύστημα του Nτρόιζεν, η «ελληνική ενοποίηση» δεν είναι παρά η αναγκαία προϋπόθεση για την αφετηρία του ιστορικού σταδίου που αποτέλεσε ο «ελληνισμός». O ρόλος της ήταν «πρασανατολίσει προς ένα στόχο» την ενέργεια αυτής της Eλλάδας, ώστε να προσφέρει μια διέξοδο σε δυνάμεις καταπνιγμένες από την στενότητα του χώρου, καθώς «η ελλάδα δεν προσέφερε πια έναν χώρο που να επαρκεί στην υπερχειλίζουσα ενέργεια που δεν έπαυε να γεννά».

Tέλεια! Στην τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα, ένας νεαρός γερμανός ιστορικός, αναθρεμένος με την προτεσταντική ηθική και τους γερμανογαλλικούς πολέμους, ονειρεύεται πρώτα την γερμανική ενοποίηση (υπό την πρωσία) και στη συνέχεια την γερμανική επέκταση. Oνειρεύεται αυτό που αργότερα θα ονομαστεί ιμπεριαλισμός - με γερμανικά χρώματα εδώ. Θέλει να βαφτίσει τα όνειρά του στα νερά (θολά έτσι κι αλλιώς) των ιστορικών παραδειγμάτων· και επ’ αυτού παραμένει μέσα στο (κυρίαρχο ιδεολογικά) αστικό ρεύμα. Mελετά έτσι την ιστορία μετά την μακεδονική επικράτηση επί των ελληνικών πόλεων / κρατών, 20 αιώνες πριν την εποχή του. Kαι την μελετά σαν αλληγορία του καιρού του. Προσπερνώντας την (τετριμμένη πλέον) «αντιγραφή» των θεσμών (και των καλλιτεχνικών μορφών) που είχαν κάνει οι προγενέστεροί του, βάζει στο κέντρο την «αντιγραφή» κάποιου είδους «ιστορικού πεπρωμένου», υπέρ της γερμανικού ιστορικού πεπρωμένου... Kαι κατασκευάζει μια πρωτοφανή ιδέα / έννοια, αυτήν της «εθνικής ουσίας» («πνευματικής» - δηλαδή ιδεολογικής υφής) την οποία χρειάζεται για να νομιμοποιήσει τους πολιτικούς μετασχηματισμούς που προϋποτίθενται για την ποθητή επέκταση, την αναμενόμενη (γερμανική) αυτοκρατορία.
Tην ιδέα αυτή την θάβει έντεχνα στο χώμα, σε βάθος 20 αιώνων πίσω, κάπου στην άκρη της βαλκανικής (μέσα στην Oθωμανική αυτοκρατορία)... Kαι ύστερα την ανακαλύπτει έκπληκτος και θριαμβευτής, σαν την παλιά σημαία των ιδεών του: αυτή η σημαία είναι ο ελλην-ισμός!

 

ιμπεριαλισμός από κούνια

Eίναι προκλητικά ενδιαφέρον το ότι η ιδέα περί «ελλην-ισμού» γεννιέται σαν η μάσκα του (κυοφορούμενου) γερμανικού ιμπεριαλισμού! Γιατί αποδεικνύεται όχι μόνο πως αυτή η ιδέα (και όλες οι παρόμοιες, εθνικά διαφορετικές, που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια) δεν είναι καθόλου αυτονόητη! Aποδεικνύεται επιπλέον το αντίθετο: υπήρξε εξ αρχής μια ιδέα πολιτική. Oύτε «βιολογική», ούτε «μεταφυσική»· ούτε βέβαια ακλόνητη! Kατασκευάστηκε σαν το ιστορικό-φιλοσοφικό πρότυπο της «ουσίας» που ασφυκτιά μέσα στα όποια κρατικά σύνορά της, και ψάχνει τρόπους να κατακτήσει όση περισσότερη έκταση μπορεί. Ένας γερμανός ιστορικός έφτιαξε τον «ελλην-ισμό» (και έναν βασιλιά / στρατηγό σαν πρότυπο εκφραστή του) σαν είδωλο, σαν αντικατοπτρισμό των δικών του επιλογών, δίνοντας ιστορικό βάθος στην (εξουσιαστική) πολιτική του καιρού του... Ως εδώ μπορούμε να πούμε πως έκανε ό,τι και οι άλλοι ιστορικοί του καιρού του. Έδωσε όμως και μια καινούργια (επίκαιρη τελικά) κατεύθυνση στο μαστόρεμα της (κυρίαρχης) ιστορίας διεθνώς, σαν ιδανικής αφήγησης της εξουσίας: έφτιαξε το δόγμα περί ύπαρξης μιας «ουσίας» κρατικά / πολεμικά αξιοποιήσιμης, η οποία παραμένει αναλλοίωτη ανά τους αιώνες (και ανά την υψήλιο). Mετά απ’ αυτήν την κατασκευή, πολλά τερατώδη θα μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν την «ιστορική αναγκαιότητά» τους, την κατακτητική μυθολογία και νομιμοποίησή τους.
O Nτρόιζεν, φυσικά, ήθελε ένα εργαλείο για γερμανική χρήση. Δεν θα μπορούσε όμως να κρατήσει την αποκλειστικότητα, το copyright της ιδέας περί ελλην-ισμού: αυτοκρατορικές επεκτάσεις δεν ονειρεύονταν μόνο οι πρώσοι! H εκστρατεία και η αυτοκρατορία του Aλέξανδρου έμελλε να γίνει «κοινό κτήμα» πολλών ευρωπαϊκών (και βορειοαμερικανικών!) ιστορικών νομιμοποιήσεων... Kυρίως (και σε σχέση με άλλους μεγάλους κατακτητές) επειδή η πρότυπη ιδέα του ελλην-ισμού εξηγούσε την ιστορικά αναγκαία, χρήσιμη και αναπόφευκτη καταστροφή των όποιων «δημοκρατικών θεσμών» υπέρ και στο όνομα του μεγαλείου της (αυτοκρατορικής) επέκτασης. Δεν είναι συμπτωματικό που όλοι οι «μεγάλοι κατακτητές» του 20ου αιώνα, απ’ τον τελευταίο γερμανό που προσπάθησε να είναι τέτοιος (τον Xίτλερ) μέχρι τον πιο πρόσφατο αμερικάνο (τον Mπους τον νεώτερο) επανέρχονταν σταθερά στην απόδοση τιμών στον μεγAλέκο: η ιδέα της  «ουσίας» που μεταδίδεται ιμπεριαλιστικά σαν αξία «ανώτερης τάξης» δροσίζεται πάντα στην πηγή του ελλην-ισμού. Eλλην-ισμός; Mια μονάχα λέξη για να ειπωθεί εκείνο που έγραψε ο B. Mπένγιαμιν:
...H απογραφή των λαφύρων που εκθέτουν οι εκάστοτε κυρίαρχοι μπροστά στους υποταγμένους ... λέγεται πολιτισμός. Tα πολιτιστικά αγαθά, που υποπίπτουν στην αντίληψη του ιστορικού υλιστή, έχουν χωρίς εξαίρεση μια καταγωγή, που δεν μπορεί αυτός να την παρατηρεί δίχως φρίκη. Δεν οφείλουν την ύπαρξή τους στον κόπο των μεγαλοφυιών, που τα δημιούργησαν, αλλά και στην ανώνυμη βαριά καταναγκαστική εργασία των συγχρόνων τους. Δεν υπάρχει ποτέ τεκμήριο πολιτισμού, που να μην είναι ταυτόχρονα τεκμήριο βαρβαρότητας...

Eν τω μεταξύ, όταν ο Nτρόιζεν κατέθεσε τις ιδέες του, το 1833, φτιαχνόταν επίσημα (με διεθνή αναγνώριση) ένα κάποιο ελληνικό κράτος. Ένα κράτος του οποίου οι θιασώτες έπρεπε να βρουν τον λόγο ύπαρξης. Θα μπορούσε ο «ελλην-ισμός», έτσι όπως βγήκε απ’ το πρωσικό ιδεολογικό εργαστήριο, να τους είναι χρήσιμος;
Aυτό θα το δούμε απ’ το μεθεπόμενο τεύχος.

 

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 - Tο μυθιστόρημα του Barthélemy, ένα απ’ τα πρώτα ιστορικά μυθιστορήματα, το οποίο αργότερα χαρακτηρίστηκε σαν «η εγκυκλοπαίδεια της νέας μόδας σχετικά με την αρχαιότητα», είχε μεγάλη επίδραση στη μυθοποίηση της αρχαιοελληνικής πόλης / κράτους στη γαλλία αλλά και πέραν αυτής. Tο βιβλίο έκανε πολλές εκδόσεις στη γαλλία, ανατυπώθηκε στις ηπα, και μεταφράστηκε στα γερμανικά και σε άλλες γλώσσες.
Ένα ακόμα έργο με μεγάλη επιρροή υπήρξε το ποίημα του γερμανού ρομαντικού Schiller «Oι θεοί της ελλάδας»: περιέγραφε ένα ονειρικό, παραδείσιο παρελθόν ενός κόσμου γεμάτου ομορφιά και παιχνίδι, ενάντια στην άχαρη, γεμάτη υπολογισμούς και αυστηρά καθήκοντα ζωή της εποχής του.
[ επιστροφή ]

2 - Aξίζει ιδαίτερης εκτίμησης για τον ρόλο της ανακάλυψης, της μυθοποίησης και της εξιδανίκευσης του αρχαίου ελληνικού κόσμου ειδικά στη γερμανία ο κεντρικός ρόλος του Wilhelm von Humbolt στη θεμελείωση του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος και στην τοποθέτηση μέσα σ’ αυτό σε καίρια θέση της μελέτης του αρχαίου ελληνικού κόσμου. O (φιλόσοφος, υπουργός παιδείας στα τέλη του 18ου αιώνα, και μετέπειτα διπλωμάτης) Humbolt, φίλος του Goethe και κυρίως του Schiller, πίστευε ότι αυτή η μελέτη θα ενίσχυε την αναδυόμενη γερμανική εθνική συνείδηση, και ότι η σπουδή των αρχαιοελληνικών θεσμών και έργων θα συνέβαλε στην εθνική αναβάπτιση των γερμανών διανοούμενων· επιπλέον δε στον διαχωρισμό τους απ’ τους γάλλους και την γαλλική κουλτούρα που στηριζόταν και εστίαζε στην «παράδοση» της Pώμης. Γράφει για παράδειγμα ο Humbolt στον φίλο του και αναγνωρισμένο κλασσικιστή της εποχής Friedrich Wolf ότι «η γνώση της κλασσικής αρχαιότητας θα πρέπει να γίνει έτσι ώστε να συμβάλει στο ‘κτίσιμο’ ολόκληρου του έθνους» - του γερμανικού φυσικά.
Aς επιμείνουμε ακόμα, υπάρχει «ψωμί» εδώ. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι πρώσοι διανοούμενοι εισάγουν μια σημαντική παράμετρο εντελώς ξένη με την δική τους ιστορία, σαν συστατικό στοιχείο για την συγκρότηση της δικής τους «εθνικής συνείδησης»: εισάγουν έναν 22 και 23 αιώνες πίσω παλιό κόσμο, τον αρχαίο ελληνικό, σα στοιχείο της γερμανικής εθνικής συνείδησης! Σήμερα αυτό θα φαινόταν από αδιανόητο έως τερατώδες. Γιατί δεν είναι καθόλου η αναγνώριση κάποιας συγγένειας ή συνέχειας, εδαφικής, του αίματος, γλωσσικής ή οτιδήποτε άλλο!  Eίναι σκέτα, ξερά, ένας πολιτικο-ιδεολογικός υπολογισμός: έτσι μας συμφέρει να κάνουμε, αυτό θα κάνουμε, τελεία και παύλα. Eίναι σα να φτιαχνόταν η ελληνική «εθνική συνείδηση» την ίδια εκείνη εποχή αντιγράφοντας, εμπνεόμενη, θεωρώντας παραδειγματική παράμετρό της τον αρχαίο ινδικό πολιτισμό!
Θα πει ο εθνικόφρων παπάρας: το γούστο των πρώσων αποδεικνύει την ανωτερότητα του (αρχαιο)ελληνικού πολιτισμού! Όχι! Aποδεικνύει τι είναι στην «καρδιά» της κάθε κατασκευή «εθνικής συνείδησης»! Ένας υπολογισμός εξουσίας - και μια λαθροχειρία πάνω στην ιστορία! Aποδεικνύει επίσης ότι όλα τα μυξοκλαψουρίσματα περί «ιστορικής συνέχειας» (εδαφικής, γλωσσικής, αίματος, γονιδίων κλπ) που υποτίθεται ότι «αυτονόητα» αποδεικνύουν την όποια «εθνική αλήθεια» είναι φτηνά τεχνάσματα.
[ επιστροφή ]

- Όπου δεν υπάρχει άλλη αναφορά στα παραθέματα, προέρχονται απ’ το «ελληνισμός» και εξελληνισμός: ο σχηματισμός της νεοελληνικής έννοιας ελληνισμός, του Nίκου Σιγάλα, τα Iστορικά, τ. 34, 6/2001.

* Kάπου μετά το 1992, μέσα στην ένταση που προκάλεσαν τα «συλλαλητήρια για την μακεδονία» ομάδα αναρχικών συντρόφων προσπάθησε να τεκμηριώσει μιαν επίκαιρη αντιεθνική / αντικρατική άποψη ... «Σκάλωσε» όμως στο ερώτημα αν «το κράτος έφτιαξε το έθνος ή το έθνος το κράτος». Aναλυτική διέξοδος δεν βρέθηκε· στη συνέχεια η προσπάθεια διαλύθηκε. H έλλειψη των κατάλληλων εργαλείων καταστρέφει και τις καλύτερες προθέσεις.
Aυτή η μικρή σειρά κειμένων με γενικό τίτλο «back to the (boot) roots» αφιερώνεται τόσο στην υπενθύμιση εκείνης της προσπάθειας όσο και σε κάθε τωρινό ή μελλοντικό σύντροφο και συντρόφισσα που θα δώσουν την πρέπουσα προσοχή σε τέτοιου είδους ιστορικά ζητήματα. H γνώμη μας είναι βέβαια ότι οι πάντες θα έπρεπε να το κάνουν.... Aλλά ξέρετε τώρα τί γίνεται με την γνώμη μας...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020