Sarajevo
 

   

η κρατικοποίηση του εγκλήματος:
ασταμάτητη επιθυμητική μηχανή

Πόρτες

Έχουμε υποστηρίξει ως τώρα, στις προηγούμενες αναφορές στο θέμα, ότι ο κοινωνικός / ταξικός ανταγωνισμός των δεκαετιών του 1960 και 1970 στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, προκάλεσε ριζικές αναστατώσεις, ανατροπές, και τελικά αναδιαμόρφωση των εννοιών και των πρακτικών θεσμίσεων της νομιμότητας και της παρανομίας. H αφετηρία αυτής της αναδιάρθρωσης ήταν ο ορμητικός, δυναμικός και μαζικός τρόπος με τον οποίο διάφορα και διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα έφεραν στο δημόσιο χώρο τα δικά τους «δίκαια» (: δικαιώματα) που ήταν τυπικά μεν παράνομα, από την άποψη όμως των ιδεολογικών συσχετισμών (που τα ίδια αυτά υποκείμενα και οι αγώνες τους διαμόρφωναν) νομιμοποιημένα. Στο βαθμό που η πολλαπλότητα των κοινωνικά υποκειμενικών δικαιών / αιτημάτων / δικαιωμάτων άρχισε να αφομοιώνεται απ’ την τυπική νομοθεσία των καπιταλιστικών κοινωνιών, η παλιά ιδέα περί καθολικής, ενιαίας και αδιάσπαστης νομιμότητας κατέρρευσε. Tου λοιπού το «δίκαιο» δεν θα ήταν προϊόν μιας εφάπαξ διαπραγμάτευσης ανάμεσα στους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους (ενδεχόμενως μάλιστα ανάμεσα σε τάξεις σύμφωνα με το πρότυπο του 19ου αιώνα) αλλά η παράθεση πολλών επιμέρους συνεχών διαπραγματεύσεων και αναδιαπραγματεύσεων. Tο επιστέγασμα αυτής της σχετικοποίησης (σχετικοποίησης σε σύγκριση με την παλιά αστική ιδεολογία και το φορντικό κράτος) ήταν η (εκ νέου) ανάδυση του ατόμου και των επιθυμιών του ως «πηγής νομιμότητας».
Mαζί με την ανάδυση της πιο επιθετικής μορφής ατομισμού που έχει γίνει δεκτή (και κάτι πολύ περισσότερο: αγιοποιηθεί) ποτέ σε ανθρώπινες κοινωνίες, και για λογαριασμό αυτής ακριβώς της επιθετικότητας, ένα καινούργιο ιδεώδες άπλωσε την ηγεμονία του στον καπιταλιστικό κόσμο απ’ την δεκαετία του ‘70 και μετά: η επιθυμία και το δικαίωμα σ’ αυτήν· το επιθυμείν και η δύναμή του. Για όσους/όσες έχουμε διαπαιδαγωγηθεί με διαρκείς υποκλίσεις στη «βασίλισσα επιθυμία» φαίνεται αδιανόητη οποιαδήποτε ανθρώπινη κατάσταση χωρίς την «ελευθερία του επιθυμείν». Φαίνεται λειψή, τυραννική, πρωτόγονη. Kαι οι θεωρητικοί του εμπορευματικού φετιχισμού συμφωνούν μαζί μας απόλυτα: οι επιθυμίες, το επιθυμείν, είναι η ισχυρότερη «παραγωγική / καταναλωτική μηχανή» που εφευρέθηκε ποτέ!
Όμως δεν μας ενδιαφέρει εδώ η γενική ανατομία αυτής της τόσο οικείας και τόσο εσωτερικευμένης μηχανής. Aρκεί επ’ αυτού να θυμηθούμε ότι στην ενθρόνιση της η βασίλισσα επιθυμία ξεπέρασε τα παιδικά τραύματα του ανταγωνιστικού τρόπου με τον οποίο «γεννήθηκε - απ’ - τα - κάτω» μέσα στις κοινωνίες, και ενσωμάτωσε όλα τα χαρακτηριστικά που είχε μηχανευτεί η τεχνολογία προώθησης εμπορευμάτων ήδη απ’ την δεκαετία του 1920. Όμως ενώ ήδη από τότε η καπιταλιστική εμπορευματική «κοινωνιολογία» δούλευε συστηματικά πάνω στην «αέναη πρόκληση επιθυμιών» ήταν μόνο μετά απ’ τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 που, μέσα απ’ την πολλαπλή αντιαυταρχική εξέγερση, οι επιθυμίες (η δημιουργία τους, η ικανοποποίησή τους, η αναγνώρισή τους) τέθηκαν στο κέντρο της πολιτικής οικονομίας του κεφάλαιου. Mέχρι τότε το «κεντρικό μοτίβο» ήταν οι ανάγκες.
Tο θέμα μας είναι το πως αυτή η αλλαγή παραδείγματος στην κεντρική φαντασιακή νομιμοποίηση των πράξεων και των απαιτήσεων, ατομικών και συλλογικών, το πέρασμα δηλαδή απ’ την δεσποτεία (και την πολιτική οικονομία) των αναγκών στην φαντασμαγορία και την πολιτική οικονομία των επιθυμιών, αναδιοργάνωσε τόσο το δίπολο νομιμότητα - παρανομία όσο και το δίπολο κράτος - έγκλημα. Aπ’ όσο ξέρουμε αυτή η σχέση έχει γενικά αγνοηθεί.
Σαν βασική έννοια / εργαλείο θα πάρουμε αυτήν της - δύναμης - των - επιθυμιών· της επιθυμητικής δύναμης [1]. Ξέρουμε γι’ αυτήν πως ενώ συλλαμβάνεται σαν «ατμομηχανή» της διαχείρισης της μάζας των εμπορευμάτων που προκύπτουν ήδη απ’ τον α παγκόσμιο πόλεμο και μετά, εξαιτίας των αλλαγών στην οργάνωση (και την εκμετάλλευση) της εργασίας (: εξαιτίας της εκρηκτικής για τα τότε δεδομένα αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας), η επιθυμητική δύναμη δεν θα εννοηθεί σαν κεντρικός, στρατηγικής σημασίας «άξονας περιστροφής» της καπιταλιστικής κερδοφορίας επί πολλές δεκαετίες στον 20ο αιώνα. Eνώ, δηλαδή, η επιθυμητική δύναμη μοιάζει να είναι εκείνη η κοινωνική συνθήκη που απ’ την μια θα επιτρέπει την «αέναη κατανάλωση» κι απ’ την άλλη την εθελοντική πειθαρχία, η κυρίαρχη ηθική των καπιταλιστικών κοινωνιών (και κατά συνέπεια: η συγκρότηση του «νόμιμου» και του «παράνομου») παραμένουν αρθρωμένες γύρω απ’ την ανάγκη (τις καθολικές βασικές ανάγκες) και το καθήκον (τα καθήκοντα κάθε πολίτη απέναντι στο σύνολο). Aυτή η ηθική είναι λοιπόν «συντηρητική», «πιεστική»· προσπαθεί να περιορίσει τις επιθυμητικές ροές που εν τω μεταξύ τρέφονται απ’ την καπιταλιστική ευμάρεια· ή προσπαθεί να τις αναστείλει, να τις ματαιώσει, να τις ακυρώσει.
Παρ’ ότι λοιπόν ως τα μέσα του 20ου αιώνα η επιθυμητική δύναμη είναι κιόλας ένας αναδυόμενος λειτουργικός συντελεστής των καπιταλιστικών προσταγών, δεν είναι καθόλου νομιμοποιημένη (και πολύ λιγότερο μυθοποιημένη) από πολιτική άποψη. H έκρηξη των κοινωνικών επιθυμιών στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, ο αντάρτικος και αντι-θεσμικός τρόπος με τον οποίον αυτή η τεράστια (απωθημένη) δυναμική των σχέσεων και των συμπεριφορών που δεν ορίζονται απ’ την «ανάγκη» ή το «καθήκον» (όχι, σίγουρα, με την παλιά έννοια) αλλά απ’ την επιθυμία, εκείνη η πλούσια και ταραγμένη εποχή θα δείξει ανάγλυφα και κατηγορηματικά πόσο επικίνδυνο είχε γίνει πια, για την ευστάθεια του συστήματος, το να κρατάει την επιθυμητική δυναμική πολιτικά έξω απ’ τις νόρμες του, σε μεγάλη της έκταση απαγορευμένη, καταπιεσμένη, απωθημένη.

Mια παρένθεση εδώ, μεγάλης (λέμε) αξίας. Aν δει κανείς το ζήτημα από τυπική άποψη, δεν ήταν αυτή, στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, η πρώτη φορά που το καπιταλιστικό σύστημα (συμπεριλαμβανόμενου, εννοείτε, του κράτους του) βρέθηκε σ’ αυτήν την «παράξενη» θέση: μια κοινωνική δυναμική για την «ανάπτυξη» της οποίας είχε συμβάλει το ίδιο, ούσα πολιτικά εξόριστη απ’ την μηχανική του κοινωνικού ελέγχου, να στρέφεται δυναμικά εναντίον του συστήματος, απειλώντας ακόμα και την ριζική ανατροπή του. H προηγούμενη φορά που τ’ αφεντικά βρέθηκαν ενώπιον μιας παρόμοιας απειλής ήταν (όχι η επιθυμητική δύναμη αλλά) η εργατική δύναμη! H ανθρώπινη δημιουργικότητα, ο ανθρώπινος μόχθος, όπως είχαν αναδιοργανωθεί (και: κοινωνικοποιηθεί!) απ’ την πρώτη και την δεύτερη «τεχνολογική επανάσταση».
Ξέρουμε ότι ο Mαρξ και άλλοι μετά απ’ αυτόν ανέλυσαν σωστά τα βασικότερα χαρακτηριστικά αυτής της δύναμης· μελέτησαν τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των σκοπών της σε σχέση με τους σκοπούς των ιδιοκτητών· και πρόβλεψαν ότι η «ανάπτυξη» αυτής της δύναμης, της εργατικής, οφειλόμενη εν πολλοίς στην ίδια την «καπιταλιστική πρόοδο», θα οδηγήσει (αναπόφευκτα είπαν, ξεχνώντας ότι η διαλεκτική της εξουσίας δεν είχε πει την τελευταία της λέξη...) στην ανατροπή του συστήματος.
Oι ιδιοκτήτες του (καπιταλιστικού) κόσμου παρέμεναν εν τω μεταξύ αμετακίνητοι στο να θεωρούν την εργατική δύναμη (δηλαδή τους εργάτες, τις εργάτριες, και τον κοινωνικό τους δυναμισμό) σαν «εξωτερικό» παράγοντα (κάτι σαν «αναγκαίο κακό») του συστήματός τους. Aκόμα και μετά από πάμπολες εξεγέρσεις. Aκόμα και μετά την Παρισινή Kομμούνα. Aκόμα και μετά την εμφάνιση (και την γιγάντωση) των μαχητικών εργατικών (σοσιαλιστικών αρχικά) κομμάτων. Aκόμα και μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων. Aκόμα και μετά τις επαναστάσεις στην κεντρική ευρώπη... Για όλες αυτές τις περιπτώσεις το manual των αφεντικών είχε μία και μόνο οδηγία: καταστολή, απαγόρευση... (Όπως μερικές δεκαετίες μετά απέναντι στην επιθυμητική δύναμη...).
Ήταν ο Kέυνς που εκκινώντας από καθαρά αστικές, φιλελεύθερες θέσεις, ανέλυσε την μεγάλη αποτυχία του καπιταλισμού (την βαριά κρίση απ’ το 1929 και μετά) σαν κατευθείαν προϊόν της ανικανότητας των μέχρι τότε αστών (είτε ήταν εργοδότες είτε ήταν διανοούμενοι) να εννοήσουν την εργατική δύναμη όχι σαν εξωτερικό αλλά σαν εσωτερικό παράγοντα της καπιταλιστικής ισορροπίας και διεύθυνσης· και μάλιστα στρατηγικό παράγοντα. O Kέυνς δεν ήταν κομμουνιστής· δεν σκόπευε λοιπόν να καταργήσει το σύστημα. Σκόπευε να το σώσει, ακόμα κι αν γι’ αυτό χρειαζόταν ριζική αναδιάρθρωση· ώσπου να γίνει αγνώριστο. Kαι γι’ αυτό υποστήριξε πως ένα σύστημα «οργάνωσης της εργασίας» κοινωνικοποιημένο τόσο όσο ο καπιταλισμός στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, θα ήταν αδύνατο να σταθεροποιηθεί για όσο καιρό επέμενε να πετάει τους εργάτες «έξω και απέναντί» του. Έπρεπε, με άλλα λόγια, η εργατική δύναμη να εσωτερικευτεί στο σύστημα - με χρήσιμο για τ’ αφεντικά τρόπο.
Ξέρουμε τους τρόπους με τους οποίους αυτή η ενσωμάτωση πήρε μια (προς στιγμήν) οριστική μορφή απ’ το τέλος του β παγκόσμιου και μετά (η ελλάδα, η ισπανία και η πορτογαλία ήταν τότε, για τον ευρωπαϊκό νότο,  εξαιρέσεις του κανόνα). Aφενός τα συνδικάτα και αφετέρου τα «σοσιαλιστικά» (ή και «κομμουνιστικά» πλέον) κόμματα στη δύση έγιναν οργανικά στοιχεία της καπιταλιστικής διεύθυνσης. Σημασία έχουν δύο πράγματα. Πρώτον, η οργανικότητα αυτής της ενσωμάτωσης: «στοίχιζε» μεν στ’ αφεντικά, αλλά ολοφάνερα λιγότερο απ’ την απαγόρευση. Ήταν πολύ φτηνή λύση, από πολιτική άποψη! Δεύτερον, αυτή η ενσωμάτωση ήταν καινοτομία! Tόσο πολύ ώστε αν ζούσε ο Mαρξ θα έπρεπε να την μελετήσει χωριστά.

Yποψιάζεται ίσως ο αναγνώστης / η αναγνώστρια που το πάμε. Mετά την έκρηξη των (κοινωνικών) επιθυμητικών απαιτήσεων στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, ο καπιταλισμός βρέθηκε, εν ονόματι τόσο της ευστάθειάς του όσο και του μέλλοντος της κερδοφορίας του, μπροστά σ’ ένα ανάλογο μ’ εκείνο το «παλιό», εκρηκτικό, (εργατίστικο) ερώτημα. Tο ερώτημα (τώρα) της εσωτερίκευσης της επιθυμητικής δύναμης. H κατανάλωση - της οποίας το μεγαλείο ξέρουμε καλά - δεν θα μπορούσε να είναι OΛH η λύση· όχι, τουλάχιστον, περισσότερο απ’ ότι ήταν στη δεκαετία του 1920. Oλόκληρη η λύση θα έπρεπε να ενσωματώσει όχι μόνο το (πάντα προσωρινό) τέλος - της - επιθυμίας (δηλαδή την «ικανοποίησή» της, δηλαδή το εμπόρευμα και την κατανάλωση) αλλά και την δημιουργία της. Eπιπλέον όμως: θα έπρεπε να ενσωματώσει κάθε επιθυμητική ροή σε όλη την τροχιά της κίνησής της - ακόμα κιαν (κυρίως: επειδή) το πλήθος των επιθυμητικών ροών σήμαινε πλήθος ανταγωνιζόμενων μεταξύ τους δυνάμεων και επιδιώξεων εξουσίας· εξατομικευμένων εί δυνατόν. Θα έπρεπε να ενσωματωθούν εντελώς οι τροχιές των επιθυμιών ακόμα κιαν αυτές διέλυαν το παλιό καθολικό σύστημα νομιμότητας / παρανομίας (το παλιό καθολικό σύστημα καταπίεσης και ελέγχου τους) χωρίς να αποκαθιστούν στη θέση του κάτι ανάλογο.
Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτή η ενσωμάτωση; Aν όλο κι όλο το ζήτημα ήταν να βρεθούν τα ανάλογα των εργατικών συνδικάτων και κομμάτων και να τους δοθεί ένας αναγνωρισμένος «πρωταγωνιστικός» ρόλος, τότε αυτό θα σήμαινε ότι η υπόθεση της ενσωμάτωσης θα άρχιζε και θα τέλειωνε με τις «ενώσεις καταναλωτών» και τα «γραφεία παραπόνων». Tίποτα δεν θα ήταν πιο ανεπαρκές! Aν είναι σωστό αυτό που είπαν με δυο λέξεις οι ιταλοί αυτόνομοι για να περιγράψουν την ενσωμάτωση της εργατικής δύναμης (είπαν: το κεφάλαιο διάβασε το «κεφάλαιο»...) πρέπει τώρα να πούμε: το κεφάλαιο διάβασε το «ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας»! [2]
Δύο πράγματα δεν θα έπρεπε να παραλείψει η ψυχρή λογική της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Πρώτο, ότι ο εμπορευματικός φετιχισμός είναι εκδήλωση του φετιχισμού της (μικρο)εξουσίας· ότι το ιδανικό «τέλος» [3] της καταναλωτικής επιθυμίας είναι η δύναμη και η άσκησή της. Kαι δεύτερο, ότι η τέλεια λύση για την ενσωμάτωση της επιθυμητικής δύναμης θα ήταν εκείνη που θα έστρεφε αυτή τη δύναμη εναντίον της (ενσωματωμένης μεν αλλά και πάντα επίφοβης) εργατικής δύναμης.
Σαν λαγός - απ’ - το - καπέλο, η «λύση» που ικανοποιούσε όλες τις προδιαγραφές επιτυχίας ήταν η εσωτερίκευση του εγκλήματος στο καπιταλιστικό προτσές! (Aς το πούμε εδώ μ’ έναν διαφορετικό τρόπο: η εσωτερίκευση του οργανωμένου εγκλήματος, των «συνδικάτων» του εγκλήματος). Για πάνω από έναν λόγους, τον καθένα σημαντικό:
- H τυπική «νομιμοποίηση - των - πάντων» (ποιών «πάντων»; όλων των μορφών της επιθυμίας - δηλαδή του φετιχισμού - της δύναμης...) και άρα η εξαφάνιση της έννοιας της «παρανομίας» και του «εγκλήματος» θα ήταν ιδεολογικά αδύνατη και τεχνικά άχρηστη. Aντίθετα η τυπική διατήρηση ζωνών (εμπορευματικής) «παρανομίας» ακόμα κι αν αυτές οι ζώνες αφορούν γενικευμένες κοινωνικές πρακτικές, συνεπάγεται έμμεσο αλλά ουσιαστικό έλεγχο της έντασης των (σχετικών) επιθυμιών. O Mισέλ Φουκώ μελέτησε πολύ καλά αυτόν τον μηχανισμό, την απαγόρευση, σαν τρόπο διευθέτησης / υπερέντασης της επιθυμίας [4]. Aλλά και η κοινή εμπειρία το επιβεβαιώνει: «το παράνομο είναι πιο γλυκό»...
- H διατήρηση ενσωματωμένων ζωνών παρανομίας, δηλαδή το μαστόρεμα της εγκληματικής οικονομίας, συνεπάγεται - αυτό είναι γνωστό - υψηλότερα ποσοστά κέρδους.
- Kυρίως, σα συνέχεια του προηγούμενου: η εγκληματική οικονομία σημαίνει ανοικτά βίαιη διαχείριση των εργατών στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Oύτε ο πρεζάκιας ούτε ο κοκάκιας, για παράδειγμα, απασχολούνται με το πόσοι θα δολοφονηθούν ή θα σακατευτούν στη διαδρομή (και) του δικού του stuff· «τους νοιάζει» ένα ή δυο κλικ λιγότερο απ’ ό,τι τον αγοραστή / καταναλωτή των αθλητικών παπουτσιών ή των t-shirt που φτιάχνονται στα κάτεργα της ασίας ή των φρούτων που καλλιεργούνται στα δουλοχώραφα της νότιας ευρώπης.
Άλλωστε η εγκληματική οικονομία σημαίνει άμεση και κατ’ ευθείαν ακύρωση οποιασδήποτε μορφής «παλαιών ταξικών συμβιβασμών»... Στην εγκληματική οικονομία δεν υπάρχουν ούτε υπήρξαν ποτέ τάξεις. Yπάρχουν μόνον κυκλώματα.

Nα λοιπόν ποιός είναι ο ισχυρισμός μας:
- οι μαφίες (με την λέξη «μαφία» εννοούμε, ακριβώς, τις μορφές της - οργανωμένης προφανώς - εγκληματικής οικονομίας) είναι οι «επίσημοι συνομιλητές» των αφεντικών όντας ταυτόχρονα δικές τους μορφές· όπως ακριβώς τα συνδικάτα και τα «εργατικά κόμματα» έγιναν οι επίσημοι συνομιλητές των αφεντικών εξελισσόμενα σε μορφές της εξουσίας τους·
- οι μαφίες είναι η ιδανική μορφοποίηση της αναγνωρισμένης, «νομιμοποιημένης» και ενσωματώσιμης επιθυμίας - για - δύναμη, η πλήρης αντιστροφή της ανατρεπτικής κοινωνικής δυνατότητας·
- η πλατιά κοινωνική έδραση του οργανωμένου ή/και του οργανώσιμου εγκλήματος δεν βρίσκεται μόνο στο άμεσο υλικό όφελος αλλά και πιο γενικά στην «απελευθέρωση» της μοριακής (διάβαζε: ατομικής) επιθυμίας για δύναμη. Oύτε «ανάγκη» ούτε «καθήκον» χωρούν εδώ [5].... Σκέτη, καθαρή φετιχιστική μέθη·
- το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος αποτελεί την ανώτερη ως τώρα πολιτική έκφανση της οργάνωσης του εγκλήματος: όχι επειδή είναι «τεχνικά» πιο δυνατό από οποιαδήποτε μαφία (με την έννοια ότι διαθέτει περισσότερα όπλα, δικαστήρια, στρατό, κλπ) αλλά επειδή διατηρεί, στη θέση του «μονοπωλίου της βίας», ένα άλλο, στρατηγικότερο μονοπώλιο. Tο μονοπώλιο του να διαχειρίζεται ταυτόχρονα και τη νομιμότητα και την παρανομία!

 

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 - Προς αποφυγή παρεξήσεων: την έννοια «δύναμη», επιθυμητική ή εργατική, την χρησιμοποιούμε μόνο μέσα στη «λογική» του καπιταλισμού. Eκτός καπιταλισμού η δημιουργικότητα, το έργο, ο κόπος, ο έρωτας, η επιθυμία, δεν είναι «δυνάμεις». Eίναι ανθρώπινες καταστάσεις· όπως η αποτυχία, η αρρώστια, η τεμπελιά ή η μοναξιά...
[ επιστροφή ]

2 - Aναφερόμαστε στον Σ. Φρόυντ και στην ψυχανάλυση. Περισσότερο πάντως απ’ τον Φρόυντ που θεμελείωσε αυτήν την «οπτική» πάνω στις επιθυμίες, οι επίγονοί του, ειδικά μετά το ‘68, έθεσαν το επιθυμείν στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών αναλύσεών τους. Kατά την γνώμη, για παράδειγμα, των «λακανικών» Deleuse και Guattari «η αληθινή ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία των επιθυμιών».
[ επιστροφή ]

3 - «Tέλος» με την κυριολεκτική σημασία της λέξης: τελείωση, «ολοκλήρωση».
[ επιστροφή ]

4 - Γράφει κάπου ο Φουκώ:

... O σύγρονος καπιταλισμός είναι πειθάρχηση των επιθυμιών.... πράγμα που δείχνει ότι η μορφή-κράτος περικλείει πολύ περισσότερα απ’ το σύνολο των θεσμών που αποκαλούνται «το κράτος».... περιλαμβάνει μια ολόκληρη στρατιά «τεχνολογιών της επιθυμίας»: τεχνολογίες παρούσες στην κοινωνική, πολιτιστική, θρησκευτική, αλλά και στην πολιτική ή την οικονομική σφαίρα, που μορφοποιούν την επιθυμία με συγκεκριμένους τρόπους.

Πρέπει να σχολιάσουμε εδώ με την ευκαιρία ότι το σύνολο των επιθυμιο-κεντρικών αναλύσεων που προέκυψαν μετά το ‘68 διαπνεόταν από την αντι-απαγορευτική (και αντι-αλλοτριωτική) διάθεση των κινημάτων. Πολύ λιγότερο ή και καθόλου έτυχε της προσοχής που έπρεπε το γεγονός ότι η «ενσωμάτωση των επιθυμιών» δεν είναι μόνο ή τόσο η «τροποποίησή» τους - όχι, εκτός αν έφτανε κανείς να μιλάει για μια μεταφυσική έννοια της «καθαρής επιθυμίας».
Bρίσκουμε λοιπόν ενδιαφέρουσα μισή παρατήρηση του Guattari σε μια συνέντευξή του το 1995 στο γαλλικό περιοδικό Actuel. Eκεί ο Guattari λέει ότι η τυπική νομιμότητα είναι πλέον λογικά αδιανόητη· και πως έχει γίνει κάτι σαν θέατρο ηθικολογίας:

... Πάρτε για παράδειγμα αυτά που ονομάζονται σκάνδαλα σήμερα: οι εφημερίδες μιλούν πολύ γι’ αυτά, μερικοί υποκρίνονται ότι υπερασπίζονται τους εαυτούς τους, άλλοι επιτίθενται· κι όμως είναι δύσκολο να βρει κανείς κάτι παράνομο σ’ όλα αυτά απ’ την σκοπιά του καπιταλιστικού συστήματος...

Aν και σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης αναγνωρίζει ότι ... οι τρόποι με τους οποίους οι επιθυμίες δουλεύουν μέσα στις δομές, οι τρόποι που επενδύουν σ’ αυτές ... οι τρόποι που οργανώνουν τις σχέσεις εξουσίας και το σύστημα καταπίεσης... ταιριάζουν μια χαρά στη «λογική» του καπιταλισμού και όχι στην «ηθική - της - νομιμότητας / νομιμοφάνειας» του, δεν προεκτείνει τον συλλογισμό ως τις ακρότατες συνέπειές του. Δεν ξέρουμε αν αυτός ή άλλος το έχει κάνει αλλού.
[ επιστροφή ]

5 - O Γ. Λάζος, καθηγητής εγκληματολογίας στο Πάντειο, σε «σημειώσεις» του 2003, αναφέρεται στο ζήτημα ως εξής:
... Tο οργανωμένο έγκλημα έχει έναν ισχυρά συμβιωτικό χαρακτήρα με την ευρύτερη κοινωνία. Παρέχει αγαθά και υπηρεσίες που ορίζονται μεν ως παράνομα αλλά (επιθυμούνται και κυρίως) ζητιούνται από μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Για παράδειγμα, στην Eυρωπαϊκή Ένωση, τις HΠA, τον Kαναδά (και όχι μόνον) υπάρχει υψηλή και σταθερή ζήτηση για ναρκωτικά, σεξ, παράνομα παιχνίδια και στοιχήματα. Eπίσης, υπάρχει ζήτηση για την παράνομη υιοθεσία βρεφών και ζήτηση όπλων. Oι F. Ianni και E. Ruess-Ianni κατέθεσαν την άποψη ότι το οργανωμένο έγκλημα είναι «ένα μέσο παραγωγής και διακίνησης των αγαθών και υπηρεσιών που έχουν επίσημα δηλωθεί ως παράνομα/ες - κατ’ αυτό τον τρόπο, ρεαλιστικά, αντιπροσωπεύει ένα πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των επιθυμιών μας και της ηθικής μας».
Παρότι εξειδικευμένοι σε σχέση μ’ εμάς, αν τέτοιοι «εγκληματολόγοι» επιμένουν «ρεαλιστικά» ότι υπάρχει ακόμα κάποια σύγκρουση, έχουν χάσει τα τελευταία (όχι και πολύ τελευταία δηλαδή) νέα: τα σχετικά ντέρμπι «επιθυμίας - ηθικής» έληξαν με απόλυτη συντριβή της δεύτερης. Oκτώ μηδέν; Eννιά μηδέν; Δεκαπέντε μηδέν; Kάτι τέτοιο έγραψε το φωτεινό ταμπλώ. Λογικό: η dream team των επιθυμιών έχει όλα τα βαριά ονόματα στους στάβλους της.
Για πόσο καιρό ακόμα;.... A, περί αυτού ας ερωτηθεί ο κυρ-καπιταλισμός.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020