Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καραμνλής, Μεντερές
Ζυρίχη, 6 Φλεβάρη 1959: οι πρωθυπουργοί ελλάδας και τουρκίας Μεντερές και Καραμανλής αλληλοσυγχαίρονται για την επίτευξη συμφωνίας (υπό τα βλέμματα των υπεξ Ζορλού και Αβέρωφ). Λίγα χρόνια αργότερα ο τούρκος θα κρεμαστεί κι ο έλληνας θα «την κάνει» διακριτικά για το Παρίσι περιμένοντας την μεταπολίτευση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελετή ανεξαρτησίας
Λευκωσία, 16 Αυγούστου 1960: σμόκιν, ράσα κι ανεξαρτησία. Η τελετή ανακήρυξης της κυπριακής δημοκρατίας. Κάτω από τα ράσα ο Μακάριος έχει βάλει ήδη τις στρατιωτικές αρβύλες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ομορφίτα
Ομορφίτα, Δεκέμβρης 1963: Ο «κατακτητής της Ομορφίτας» Ν. Σαμψών (με το πιστόλι στο χέρι) φωτογραφίζεται πανηγυρίζοντας, κρατώντας τουρκική σημαία ως λάφυρο. Πίσω του οι αιχμάλωτοι: παιδιά και γυναίκες τουρκοκύπριες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προπύλαια, διαδήλωση για το κυπριακό
Προπύλαια πανεπιστημίου Αθηνών, Μάρτης 1964: φοιτητική συγκέντρωση «υπέρ της κύπρου», δηλαδή υπέρ της ελληνοποίησης της κύπρου. Βεβαίως είναι αριστερή κινητοποίηση.
Mε το «δικαίωμα της αφέλειας» («τόσα καταλαβαίνω - τόσα κάνω») η αριστερά προσπαθεί να υπερφαλαγγίσει σε «πατριωτισμό» την δεξιά - αβαντάροντάς την. Aυτός ο δεσμός, γύρω απ’ το κυπριακό, έχει μείνει ακατάλυτος μέχρι σήμερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καστρί 1964
Αθήνα, Καστρί (πρωθυπουργική κατοικία), Μάρτης 1964. Από αριστερά προς τα δεξιά: Παπανδρέου (ο Α), ο έλληνας υπ.αμ. Π. Γαρουφαλιάς, ο Μακάριος, ο ε/κ υπ.εξ. Σ. Κυπριανού, ο Γρίβας και ο έλληνας υπ.εξ. Σ. Κωστόπουλος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πράσινη γραμμή
Λευκωσία, 1964: Η «πράσινη γραμμή» στην διχοτομημένη πόλη, μετά την ελληνοκυπριακή επίθεση. Οι φαντάροι είναι βρετανοί. Οι μόνοι αμετακίνητοι...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καστρί, 1964
Αθήνα, 20 Αυγούστου 1964: Μια χαρούμενη ατμόσφαιρα... Τα επιτελεία ελλάδας και ελληνοκυπρίων, στο Καστρί, φωτογραφίζονται επ’ αφορμή της απόρριψης του σχεδίου Άτσεσον. Οι υπεξ Κωστόπουλος και Κυπριανού, ο Γεωρκάτζης, ο Παπανδρέου (ο Α), ο Μακάριος κι ο Παπανδρέου (ο Β).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παπανδρέου (Α και Β), Μακάριος
Αθήνα, 6 Μάη 1965: Οι Παπανδρέου (Α και Β) με τον Μακάριο. Λίγες μέρες μετά το ελληνικό σύστημα θα «εισάγει» απ’ την κύπρο τον καταλύτη που θα επιταχύνει την κρίση του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαδήλωση τουρκοκυπρίων
Tουρκοκυπριακή διαδήλωση σ’ έναν απ’ τους θύλακες, εναντίον του αποκλεισμού και των ε/κ εκβιασμών: «καμία πίεση δεν θα μας υποχρεώσει να υποταχτούμε στους έλληνες - Όχι!»

 

Τα μυστικά του βούρκου (ν’ μέρος)
Καλά κρυμμένες ιστορίες του ελληνικού ιμπεριαλισμού

το κυπριακό: από την «ανεξαρτησία» ως την σύγκρουση

Μέχρις ότου εκδιωχθεί η μικρή αυτή τουρκική κοινότητα, ούσα τμήμα της τουρκικής φυλής, του φοβερού αυτού εχθρού του ελληνισμού, το καθήκον των ηρώων της εοκα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περατωθέν...
Μακάριος, Σεπτέμβρης 1962

Πιστεύω ότι η βόμβα έχει ήδη εκραγεί στο Σαράγεβο κι ο αρχιδούκας είναι νεκρός... Οι ελληνοκύπριοι δεν θέλουν καμία ειρηνευτική δύναμη· θέλουν μόνο να τους αφήσουμε μόνους να σκοτώνουν τουρκοκύπριους...
Επιστολή του αμερικανού υφυπουργού εξωτερικών George Ball προς τον πρόεδρο Johnson, Φλεβάρης 1964

Εις περίπτωσιν απρόκλητου τουρκικής επιθέσεως... η Ελλάς... θα συμπαρασταθεί... αι δύο βουλαί θα ανακηρύξουν την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα και εν ονόματι της ενώσεως θα διεξαχθεί ο αγών... Εάν διαφωνήσωμεν θα πρέπει να γίνει δεκτή η  γνώμη των Αθηνών, διότι είναι φορεύς της ευθύνης ολόκληρου του ελληνισμού.
Επιστολή του έλληνα πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου προς τον Μακάριο, Αύγουστος 1964

Τον Δεκέμβρη του 1958 οι δύο υπουργοί εξωτερικών της ελλάδας και της τουρκίας, ξεκίνησαν απευθείας διαπραγματεύσεις για την κύπρο, πρώτα στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του οηε και τον επόμενο μήνα, με εντατικότερους ρυθμούς, στη Ζυρίχη. Η χάραξη της νέας ελληνικής στρατηγικής περί «ανεξαρτησίας», η ένοπλη δράση στην κύπρο, οι αποτυχημένες απόπειρες της βρετανίας να καθορίσει τις εξελίξεις μέσω επαναλαμβανόμενων προτάσεων και η αναποτελεσματική πρώτη απόπειρα μεσολάβησης του νατο, είχαν προκαλέσει μια νέα δυναμική, στην οποία τον πρώτο λόγο και την δυνατότητα να ορίσει το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων είχε πλέον ξεκάθαρα η Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι στον καθορισμό των τελικών ρυθμίσεων η βρετανία, όπως και οι ηπα, δεν έχουν καμία συμμετοχή. Επιπλέον, οι τελευταίες διεθνοπολιτικές εξελίξεις συνηγορούσαν στον αναβαθμισμένο ρόλο της Αθήνας. Ενώ το τουρκικό κράτος έχανε τον σημαντικότερο σύμμαχό του στην Μέση Ανατολή, την περσία μετά τη πτώση του σάχη, κι έμπαινε σε μία φάση σχετικής «απομόνωσης», το ελληνικό προχωρούσε σε άνοιγμα τόσο προς τα Βαλκάνια, ξεκινώντας επαφές με την γιουγκοσλαβία του Τίτο, όσο και προς την Μέση Ανατολή, συνάπτοντας συμμαχία με την αίγυπτο του Νάσερ (τότε «ενωμένη αραβική δημοκρατία» μαζί με τη συρία). Και οι δύο κινήσεις είχαν μια σαφέστατη αντιτουρκική διάσταση και δικαιολογημένα η Άγκυρα είχε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο της περικύκλωσης από αντίπαλες δυνάμεις, κατάσταση που θα γινόταν χειρότερη εάν έχανε κάθε πρόσβαση στην κύπρο. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στη συμφωνία της Ζυρίχης, στις 11 Φλεβάρη 1959, ανάμεσα στη ελλάδα και την τουρκία και συμπληρώθηκαν με τη συμφωνία του Λονδίνου, στις 19 Φλεβάρη 1959, με την συμμετοχή και της βρετανίας, των ελληνοκυπρίων (ε/κ) και των τουρκοκυπρίων (τ/κ).

Οι συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου

Σύμφωνα με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, οι οποίες αποτέλεσαν την βάση του συντάγματος της νεοσύστατης «δημοκρατίας της κύπρου», το καθεστώς του νέου κράτους ορίστηκε ως προεδρευόμενη δημοκρατία με ε/κ πρόεδρο και τ/κ αντιπρόεδρο, εκλεγόμενους από την ε/κ και την τ/κ κοινότητα αντίστοιχα. Και οι δύο είχαν το δικαίωμα του βέτο στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας. Σε γενικές γραμμές, η λογική των συμφωνιών προέβλεπε συμμετοχή ε/κ και τ/κ στον κρατικό μηχανισμό σε αναλογία 70% και 30%. Όμως οι ε/κ αποκτούσαν έτσι τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας (την πλειοψηφία στο υπουργικό συμβούλιο και την πλειοψηφία στους μηχανισμούς διοίκησης και την αστυνομία) ενώ στους τ/κ παρέχονταν μία σειρά από ασφαλιστικές δικλείδες, όπως το δικαίωμα βέτο του αντιπροέδρου και η πρόβλεψη για ξεχωριστές πλειοψηφίες σε θέματα παιδείας ή φορολογίας. Ως διαιτητικό όργανο για τα συνταγματικά ζητήματα και τις διακοινοτικές σχέσεις ορίστηκε ένα ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο, απαρτιζόμενο από έναν ε/κ, έναν τ/κ κι έναν «ουδέτερο» δικαστή. Οι συμφωνίες περιλάμβαναν επίσης την «συνθήκη εγγυήσεως» η οποία υποτίθεται ότι απαγόρευε την ένωση της κύπρου με άλλο κράτος ή την διχοτόμησή της και επέτρεπε στις τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» (ελλάδα, τουρκία και βρετανία) να παρεμβαίνουν - από κοινού ή μονομερώς - σε περίπτωση παραβίασης των συμφωνιών (την συνθήκη αυτή επικαλέστηκε το 1974 η τουρκία για να επέμβει). Η ίδια συνθήκη αναγνώριζε τα κυριαρχικά δικαιώματα της βρετανίας σε δύο βάσεις, των οποίων η έκταση καθορίστηκε στα 99 τετραγωνικά μίλια. Τέλος, συμφωνήθηκε η στάθμευση δύο στρατιωτικών σωμάτων στην κύπρο, ενός ελληνικού (ελδυκ, «ελληνική δύναμη κύπρου») με 950 άντρες κι ενός τουρκικού (τουρδυκ, «τουρκική δύναμη κύπρου») με 650 άντρες.

Οι συμφωνίες καταγγέλθηκαν εξ αρχής από την ελληνική αντιπολίτευση (και μέχρι σήμερα από τους καθεστωτικούς ιστορικούς) ως εκτρωματικές κι ανεφάρμοστες κυρίως εξαιτίας των αυξημένων (σε σχέση με το ποσοστό τους) προνομίων των τ/κ. Η κριτική όμως είναι λανθασμένη γιατί (α) τέτοιου είδους διαρχίες δεν είναι άγνωστες κι ανεφάρμοστες στις κρατικές θεσμίσεις και την διεθνή συνταγματική πρακτική (παράδειγμα η ελβετία και το βέλγιο, τα οποία είναι διεθνικά κράτη και η υπερ-εκπροσώπηση των μειοψηφιών είναι ο απαραίτητος παράγοντας για να διατηρήσουν αυτό το χαρακτήρα)· και (β) η αυξημένη εκπροσώπηση των τ/κ δεν αναιρούσε το κομβικό γεγονός ότι η εκτελεστική εξουσία ήταν στα χέρια των ε/κ, άρα είχαν την δυνατότητα της ερμηνείας και της κατά το δοκούν εφαρμογής του συντάγματος και των νόμων, συνθήκη που εκμεταλλεύτηκαν και με το παραπάνω προκειμένου να στερήσουν από τους τ/κ τα θεσμικά πολιτικά δικαιώματά τους. Το γεγονός ότι τελικά οι συμφωνίες αποδείχτηκαν όντως ανεφάρμοστες, δεν οφείλεται στις «συνταγματικές παραδοξότητες» αλλά στο ότι η ε/κ ηγεσία από την αρχή σαμποτάρισε την συμμετοχή των τ/κ στο κράτος, τους περιθωριοποίησε και τελικά, το 1963, κατήργησε στην πράξη τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.
Μετά τις συμφωνίες, η Αθήνα εξακολουθούσε να προσδοκά την ένωση, όχι βέβαια άμεσα αλλά μέσω του σταδιακού εξελληνισμού του κράτους. Όπως έγραψε χρόνια αργότερα κι ο Ε. Αβέρωφ (πρωταγωνιστής στις διαπραγματεύσεις των συμφωνιών, ως έλληνας υπεξ ):

«Με το 80% του πληθυσμού, με το 96% του πλούτου, με το 90% της εγγείου ιδιοκτησίας, με τα μεταλλεία ελληνικά, με τη μόρφωση 90 προς 10 ελληνική σε σημείο που δυσκολευτήκαμε να βρούμε τούρκους που να πάρουν το 30% των θέσεων των δημοσίων υπαλλήλων, με όλα αυτά τα στοιχεία, είναι βέβαιο ότι η κύπρος σε 30 χρόνια θα ήταν πιο ελληνική απ’ ό,τι ήταν τότε».

Προϋπόθεση για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν φυσικά να μην διαρραγεί το συμβιβαστικό πλαίσιο των συμφωνιών με τέτοιο τρόπο που να προκαλέσει κρίση, ενδεχομένως και πόλεμο, με την τουρκία και αποσταθεροποίηση της ν.α. πτέρυγας του νατο.
Αντίθετα με την Αθήνα, για την εθναρχία η ανεξαρτησία δεν ήταν πλέον ένας μεταβατικός σταθμός προς την ένωση, αλλά ο τελικός προορισμός. Έτσι κινήθηκε άμεσα προς την κατεύθυνσης της σύγκρουσης με την τ/κ κοινότητα με στόχο τη συντριβή της, ώστε, με την παράλληλη εκμετάλλευση της διεθνοπολιτικής συγκυρίας, να οριστικοποιήσει το καθεστώς μιας ανεξάρτητης ελληνικής κυπριακής δημοκρατίας.
Η πρώτη διαφοροποίηση ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και την ε/κ ηγεσία σημειώθηκε ήδη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το καθεστώς του νέου κράτους κι είχε να κάνει με τον τρόπο που η κάθε  πλευρά ερμήνευε τις συμφωνίες κι επιδίωκε να διαμορφώσει το νέο σύνταγμα. Ενώ η ελληνική πλευρά ήθελε ν’ αποφύγει τις ρυθμίσεις διαχωρισμού κι απομόνωσης των δύο κοινοτήτων (για να μην δώσει αφορμές παρέμβασης στην τουρκία), η εθναρχία επιδίωκε ακριβώς το ανάποδο, σε σημείο που να εμφανίζεται ο Μακάριος ως αμετακίνητος υποστηρικτής τ/κ αιτημάτων. Σε γενικές γραμμές, η τακτική του Μακάριου ήταν να προκρίνει χωριστικές ρυθμίσεις, σκοπεύοντας όμως να μην τις εφαρμόσει στη συνέχεια, ώστε να οξύνει τις ε/κ-τ/κ σχέσεις. Ουσιαστικά η εθναρχία δούλευε προς την κατεύθυνση κατασκευής εκείνων των όρων και συνθηκών που θα προκαλούσαν μετωπική σύγκρουση με την τ/κ κοινότητα, μόλις το κράτος θα άρχιζε να λειτουργεί.
Το ζήτημα της ίδρυσης κι οργάνωσης των δήμων, δηλαδή της εξουσίας σε τοπικό επίπεδο, ήταν χαρακτηριστικό της τακτικής που εφάρμοζε η ε/κ ηγεσία. Παρ’ όλη την σκληρή αντιπαράθεση με τους εκπροσώπους του ελληνικού κράτους, ο Μακάριος επέμενε μέχρι τέλους και τελικά πέτυχε να περιληφθεί στο σύνταγμα η πρόβλεψη για χωριστούς δήμους στις πέντε μεγαλύτερες κυπριακές πόλεις. Ήταν μάλιστα τέτοια η αντίθεση ελλήνων και ε/κ, που οι πρώτοι απαίτησαν να γραφτεί επίσημο πρακτικό της διαφωνίας που να σημειώνει ότι την τελική ρύθμιση επέβαλλε ο Μακάριος. Όταν όμως ξεκίνησε και τυπικά η λειτουργία του νέου κράτους, παρ’ όλη την συνταγματική κατοχύρωση, ο Μακάριος αρνήθηκε τη θέσπιση των ξεχωριστών δήμων με την δικαιολογία ότι είναι δυσλειτουργική, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των τ/κ και σοβαρή κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Άρχισαν έτσι να δημιουργούνται από νωρίς, το 1959-1960, οι προϋποθέσεις για τον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ε/κ εναντίον των τ/κ το 1963-1964, που είχε σαν τελικό αποτέλεσμα τον εκτοπισμό των τ/κ σε θύλακες που δεν ξεπερνούσαν σε έκταση το 5% του κυπριακού εδάφους.
Το επόμενο διάστημα μετά τις συμφωνίες, η πρωτοβουλία πέρασε στα χέρια της εθναρχίας, η οποία επιδίωξε καταρχήν να εξασφαλίσει την ενότητα και την συναίνεση των ε/κ προς τις συμφωνίες. Ο Μακάριος, κρατώντας μια δημόσια στάση αμφιθυμίας απέναντι στις συμφωνίες κι εξακολουθώντας να δηλώνει ότι η «ένωση» είναι ο τελικός στόχος, αλλά και η «ανεξαρτησία» ένα απαραίτητο στάδιο, κατάφερε να παρακάμψει τον Γρίβα, να κερδίσει την υποστήριξη των βασικών στελεχών της εοκα, να απομονώσει τους ακροδεξιούς και να εξασφαλίσει έτσι την ενότητα της εθνικόφρονης παράταξης υπό την ηγεσία του. Η ισχύς του Μακάριου εκείνη την εποχή φαίνεται κι από το γεγονός ότι η αντίπαλη παράταξη συγκροτήθηκε μόλις λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές και συσπείρωσε από τους ενωτικούς και ακροδεξιούς μέχρι το ακελ. Η πλήρης επικράτηση της μακαριακής παράταξης ολοκληρώθηκε στα τέλη του 1959, με τις πρώτες προεδρικές και βουλευτικές εκλογές. Ο Μακάριος εκλέχτηκε πρόεδρος με τις ψήφους του 68% των ε/κ, το ακελ αμέσως μετά εγκατέλειψε την ενωτική παράταξη και συντάχτηκε με τον Μακάριο, ενώ στη βουλή, από τις 35 ε/κ θέσεις, οι μακαριακοί κατέλαβαν τις τριάντα και το ακελ τις υπόλοιπες πέντε.

Η ανεξάρτητη κυπριακή δημοκρατία
και τα πραξικοπήματα του Μακάριου

Τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου 1960 έγινε η επίσημη ανακήρυξη της κυπριακής δημοκρατίας. Το επόμενο διάστημα, το νεοσύστατο κράτος άρχισε να εδραιώνει την διεθνοπολιτική του θέση, προσχωρώντας σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς, την βρετανική κοινοπολιτεία, το συμβούλιο της ευρώπης, την διεθνή τράπεζα και, παρά τις τ/κ αντιδράσεις, στο κίνημα των αδεσμεύτων. Την ίδια περίοδο η ε/κ ηγεσία ξεκίνησε να προετοιμάζει συστηματικά τις συνθήκες που θα οδηγούσαν στον πλήρη έλεγχο του κράτους μέσω της ελληνοποίησής του.
Ακολουθώντας την προηγούμενη τακτική ενάντια στην τ/κ μειοψηφία, ο Μακάριος εφάρμοσε μια στρατηγική σαμποταρίσματος της συμμετοχής τους στους κρατικούς μηχανισμούς. Εκμεταλλευόμενος την ηγεμονική θέση των ε/κ στην εκτελεστική εξουσία, εξάντλησε κάθε δυνατότητα παρακώλυσης της συμμετοχής των τ/κ, ώστε να τους υποχρεώσει σε αμυντικές αντιδράσεις και να οξύνει τον διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Στη συνέχεια παρουσίαζε τις κινήσεις αυτοάμυνας των τ/κ (για παράδειγμα την άρνησή τους να εγκρίνουν την τρίμηνη παράταση του φορολογικού κώδικα, τον Απρίλη του ’61, ως διαμαρτυρία για τον αποκλεισμό τους) ως απόδειξη της «συνταγματικής δυσλειτουργίας», προκειμένου να δικαιολογήσει την «ανάγκη» αναθεώρησης των συμφωνιών. Ήδη από τον Γενάρη του ’62, ο Μακάριος είχε ανακοινώσει δημόσια ότι «είμαι υποχρεωμένος να παραγνωρίσω ή να ζητήσω αναθεώρηση εκείνων των διατάξεων που παρακωλύουν την λειτουργία του κρατικού μηχανισμού».
Η πολιτική επίθεση εναντίον των τ/κ συμπληρώθηκε νωρίς από τα κατασκευασμένα σενάρια περί «τ/κ σχεδίων για εξέγερση και διχοτόμηση του νησιού», τα οποία υποτίθεται ότι οι ε/κ «αποκάλυψαν» το 1961. Με πρόσχημα αυτές τις αποκαλύψεις, οι ε/κ άρχισαν να συγκροτούν ένοπλες παρακρατικές ομάδες όλων των αποχρώσεων (πλην του ακελ), με ενορχηστρωτή τον υπουργό εσωτερικών Γεωρκάτζη, οι οποίες στη συνέχεια έπαιξαν τον ρόλο των ομάδων κρούσης της εθναρχίας.
Την ίδια περίοδο, η εθναρχία έκανε συνεχείς προσπάθειες να κερδίσει τη διεθνή στήριξη στο σχέδιο αναθεώρησης των συμφωνιών και του συντάγματος. Αλλά, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες του Μακάριου, οι προτάσεις προσέκρουσαν σε κατηγορηματικές αρνήσεις. Μεταξύ καλοκαιριού - φθινοπώρου 1962, τα ε/κ αιτήματα απορρίφτηκαν κατηγορηματικά, στη σειρά από την Ουάσιγκτον, την Αθήνα και την Άγκυρα. Μάλιστα ο Αβέρωφ (τότε υπουργός εξωτερικών) έφτασε στο σημείο να απειλήσει ότι η «ελληνική κυβέρνηση εν ανάγκη είναι έτοιμη να κατέβει σε εκλογές και να ζητήσει τη ψήφο με μόνο σύνθημα την τήρηση των συμφωνιών».
Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο εκείνης της περιόδου είναι ότι αρχίζει να σχηματοποιείται εξ αντικειμένου μια σύμπλευση του ελληνικού και του τουρκικού κράτους, η οποία δεν βρίσκει ακόμη σημεία ταύτισης ως προς τις οριστικές διευθετήσεις του κυπριακού (εξάλλου και τα δύο κράτη θεωρούσαν τότε ότι το ζήτημα είχε λήξει, έστω προσωρινά, με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου) αλλά καταρχήν μοιράζεται την αντίθεση στις ε/κ πρωτοβουλίες.
Η αποτυχία του Μακάριου να διεθνοποιήσει το θέμα και να κερδίσει τη διεθνή στήριξη, έστρεψε την ε/κ ηγεσία στο εσωτερικό, με στόχο την πρόκληση της μεγαλύτερης δυνατής κρίσης, προκειμένου να «εκβιάσει» την διεθνή συναίνεση στο σχέδιο ανατροπής των συμφωνιών. Έτσι τον Δεκέμβρη του 1962 ο Μακάριος αρνήθηκε να ανανεώσει τον νόμο περί δήμων, φέρνοντας τις δύο κοινότητες στα όρια της ανοιχτής σύγκρουσης. Μπορεί η (αντισυνταγματική και πραξικοπηματική) απόφαση του Μακάριου να ακυρώθηκε στη συνέχεια από το συνταγματικό δικαστήριο, αλλά η κρίση συντηρήθηκε όλο το 1963. Αν σε εκείνη τη φάση, η ε/κ επιθετικότητα δεν εκδηλώθηκε και με βίαια μέσα, οφείλεται αποκλειστικά στις σκληρές αντιδράσεις της Αθήνας και της Άγκυρας.
Η μόνη συμπαράσταση προς τον Μακάριο προήλθε από την ελληνική αντιπολίτευση, την «ένωση κέντρου» του Γ. Παπανδρέου, αλλά ήταν φανερό ότι η στήριξη εξαντλούνταν σε φραστικό επίπεδο και είχε να κάνει περισσότερο με τον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό. Παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τις αναπροσαρμογές τακτικής, ο θεμελιώδης χαρακτήρας της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής του ελληνικού κράτους ξεπερνούσε κατά πολύ τις αντιθέσεις κυβέρνησης - αντιπολίτευσης, για να μπορούν βάσιμα οι ε/κ να υπολογίζουν σε ριζική αλλαγή της ελληνικής στάσης μέσα από την εναλλαγή των κομμάτων στην κυβέρνηση. Εντούτοις, ο Μακάριος διέκρινε μια ευκαιρία στην αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην ελλάδα μετά τις εκλογές του ’63, αφού η απερχόμενη κυβέρνηση Καραμανλή ήταν περισσότερο κάθετη (εξάλλου ήταν αυτή που είχε υπογράψει τις συμφωνίες) από την ετερόκλητη πολιτική συμμαχία που απάρτιζε την «ένωση κέντρου» και η οποία κέρδισε στις εκλογές.
Η κρίση του καλοκαιριού του 1963 στην ελλάδα, που ξεκίνησε με τη δολοφονία Λαμπράκη κι οδήγησε στην σύγκρουση κυβέρνησης - παλατιού για τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, και το τέλος της (πρώτης) εποχής Καραμανλή, αλλά και η ταυτόχρονη κρίση στην τουρκία, με το στρατιωτικό πραξικόπημα και τον απαγχονισμό του πρωθυπουργού Μεντερές, θεωρήθηκε από την ε/κ ηγεσία ως η χρυσή ευκαιρία για να επιχειρήσει την κατάργηση των συμφωνιών, την κυριάρχηση σε βάρος των τ/κ και την ελληνοποίηση του νησιού. Η επιχείρηση των ε/κ οργανώθηκε σε δύο επίπεδα:
Το πρώτο ήταν πολιτικό. Ο Μακάριος επέδωσε στον τ/κ αντιπρόεδρο πρόταση 13 σημείων αναθεώρησης του συντάγματος. Σύμφωνα με τα σημεία αυτά:
- ο τ/κ αντιπρόεδρος έχανε το δικαίωμα βέτο και θα εκλέγονταν από την βουλή (δηλαδή την πλειοψηφία των ε/κ βουλευτών) κι όχι απευθείας από την τ/κ κοινότητα
- καταργούνταν οι προβλέψεις του συντάγματος για ξεχωριστές εθνικές πλειοψηφίες σε κρίσιμα θέματα κάθε κοινότητας
- η διοίκηση γινόταν ενιαία και στελεχωμένη κυρίως από ε/κ κι απλώς με μια «εύλογη» και «λειτουργική» εκπροσώπηση των τ/κ
- ενώ σε τοπικό επίπεδο καταργούνταν κάθε αυτοτέλεια και αυτοδιοίκηση των τ/κ με κατάργηση των χωριστών δήμων.
Ουσιαστικά, τα 13 σημεία του Μακάριου υποβίβαζαν μια συνταγματικά αναγνωρισμένη εθνότητα ενός διεθνικού κράτους σε υπο-εκπροσωπούμενη μειονότητα ενός εθνικά προσδιορισμένου ελληνικού κράτους.
Το δεύτερο επίπεδο ήταν το στρατιωτικό, δηλαδή η βίαιη επιβολή του πιο πάνω σχεδίου στους τ/κ. Η προετοιμασία των ε/κ για ανοιχτό πόλεμο με τους τ/κ ήδη από το ’61, έδειχνε ότι ο στόχος του Μακάριου προφανώς δεν ήταν αυτός των διαπραγματεύσεων και των πολιτικών διευθετήσεων. Τα 13 σημεία δεν ήταν παρά η πρόφαση που θα δικαιολογούσε στη συνέχεια την ένοπλη επίθεση. Οι προτάσεις του Μακάριου ήταν έτσι διαμορφωμένες ώστε να είναι αδύνατη η αποδοχή τους χωρίς να ταπεινωθεί κι εξανδραποδιστεί η τ/κ μειοψηφία. Έτσι, η αναπόφευκτη τ/κ άρνηση θα γινόταν στη συνέχεια η αφορμή της επίθεσης.
Τη στιγμή εκείνη, τον Νοέμβρη του 1963, με τα 13 σημεία, ουσιαστικά τελειώνει η ζωή της ανεξάρτητης κυπριακής δημοκρατίας ως διακοινοτικού κράτους, μόλις δυόμισι χρόνια μετά την ίδρυσή του.

Το αξιοσημείωτο όλης της πρώτης περιόδου, από την ίδρυση του κράτους μέχρι την επίδοση των 13 σημείων, είναι ότι η ε/κ στρατηγική είναι αντιμέτωπη όχι μόνο με τους τ/κ, αλλά και με όλους τους υπόλοιπους πόλους εξουσίας που τους αφορά το κυπριακό: την Αθήνα, την Άγκυρα, την Ουάσιγκτον, το νατο... Οι επίσημοι απολογητές της μακαριακής γραμμής δεν βρίσκουν όλα αυτά τα χρόνια ’60 - ’63 ούτε μία άξια λόγου κίνηση στήριξης των ε/κ σχεδίων, ενώ για να εξηγήσουν τη βία του Μακάριου να προκαλέσει την κρίση του ’63 με τα 13 σημεία, περιορίζονται στο να εφεύρουν την «περίεργη ανοχή του βρετανού αρμοστή».
Το ερώτημα είναι: από αντλούσε η ε/κ ελίτ τη δύναμη για να εφαρμόζει μια πολιτική «μόνης εναντίον όλων»; Το ένα σκέλος της απάντησης βρίσκεται στην παντοδυναμία της εθναρχίας στο εσωτερικό μέτωπο. Η απομόνωση του Γρίβα, ο οποίος είχε εξευτελιστεί πολιτικά μετά την παταγώδη αποτυχία του στις ελληνικές εκλογές του ’61 στις οποίες κατέβηκε με δικό του κόμμα, η πίστη των ενωτικών ότι η ανεξαρτησία είναι ο προθάλαμος της ένωσης, η υπερίσχυση σε βάρος των υπολοίπων διεκδικητών της εξουσίας και φυσικά η ισχυρή υποστήριξη της πλειοψηφίας των ε/κ που επικροτούσε την στρατηγική ανεξαρτησίας του Μακάριου, είχαν δημιουργήσει ένα πλαίσιο ενοποίησης όλου του εθνικού κορμού, από τους εθνικόφρονες μέχρι τους αριστερούς, με συνεκτικό ιστό και σημείο αναφοράς την εθναρχία.
Το άλλο σκέλος της απάντησης βρίσκεται στην αντιφατική πολιτική του ελληνικού κράτους. Από τη μία είναι αντίθετο σε κάθε απόπειρα ακύρωσης των συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου, η οποία θα ανέτρεπε την ελληνοτουρκική ισορροπία δυνάμεων. Από την άλλη είναι υποχρεωμένο να στηρίζει κριτικά τον Μακάριο στη γραμμή της ανεξαρτησίας και να μην εκδηλώνει φανερά τις διαφωνίες του, γιατί αλλιώς η αναβίωση της προηγούμενης μαξιμαλιστικής γραμμής της «ένωσης χωρίς ανταλλάγματα» θα οδηγούσε σε καταστρεπτικά αποτελέσματα, αφού μετά τις συμφωνίες, η κρίση με την τουρκία θα ήταν δεδομένη κι ενδεχομένως ο πόλεμος.
Η ελληνική πολιτική στην κύπρο είναι τρωτή την πρώτη περίοδο της ανεξαρτησίας και για έναν επιπλέον λόγο. Η Αθήνα άργησε πολύ να συνειδητοποιήσει σ’ όλη της την έκταση την ευρύτητα και την πραγματική σκοπιμότητα της επιθετικής ε/κ στρατηγικής: την πλήρη χειραφέτηση του κυπριακού κράτους από το «εθνικό κέντρο». Αντίθετα, για μεγάλο διάστημα η Αθήνα αντιμετώπιζε τους πραγματικούς ε/κ στόχους και τους στρατηγικούς χειρισμούς της Λευκωσίας ως τακτικούς ελιγμούς και την ένωση (την οποία η ε/κ ηγεσία είχε ήδη εγκαταλείψει, αλλά συντηρούσε μόνο για λόγους προπαγάνδας κι ελιγμών) ως το βαθύτερο επιδιωκόμενο. Έτσι τα 13 σημεία αντιμετωπίστηκαν λανθασμένα ως μια πρόωρη κι άκαιρη απόπειρα για την ένωση. Αυτά τα κενά στην ελληνική γραμμή ήταν που άφησαν μεγάλο περιθώριο στην ε/κ ελίτ για να αναλάβει επιθετικές πρωτοβουλίες, ενώ όποτε η ελληνική στρατηγική ήταν σταθερή και συμπαγής λειτουργούσε αποτρεπτικά στις ακραίες ε/κ ενέργειες.
Μέσα στις συνθήκες αυτές, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Αθήνα και τη Λευκωσία εντείνεται, χωρίς όμως να ξεπεράσει το κατώφλι της οριστικής ρήξης και της μετωπικής σύγκρουσης. Αποδεικτικό του ανταγωνιστικού χαρακτήρα των σχέσεων ελλάδας - κύπρου είναι το γεγονός ότι ο Μακάριος συστηματικά επιλέγει να κάνει τις κινήσεις του τις στιγμές που το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι σε κρίση κι επομένως η Αθήνα έχει μικρότερο περιθώριο ελιγμών κι άσκησης πιέσεων.
Στο διεθνές επίπεδο, οι συγκυρίες ήταν εντελώς αρνητικές για τις ε/κ φιλοδοξίες. Η κοινή επιδίωξη των δυτικών κρατών για διατήρηση του status quo στην περιοχή, ώστε να μην διαταραχτεί η ισορροπία δυνάμεων (και θιχτεί το αξιόμαχο της ν.α. πτέρυγας του νατο) είχε δημιουργήσει ένα ενιαίο πλέγμα στρατηγικών αποτρεπτικών στις ε/κ επιδιώξεις. Η απάντηση της ε/κ ηγεσίας ήταν διπλή: αφενός επιχείρησε να διασπάσει αυτό ενιαίο μέτωπο σε όσο το δυνατόν περισσότερους αντιμαχόμενους πόλους εξουσίας, πράγμα που το κατάφερε εν μέρει στην ελληνική περίπτωση, αλλά με βραχύβια αποτελεσματικότητα κι εκρηκτικές συνέπειες, όπως θα δούμε παρακάτω. Αφετέρου άρχισε να αποκτάει ένα όλο και περισσότερο «αντι-ιμπεριαλιστικό» προφίλ, ώστε να εδραιώσει τουλάχιστον την πολιτική του στ’ αριστερά και να διευρύνει την «προοδευτική» συναίνεση στους χειρισμούς της.

Ο πόλεμος και το απαρτχάιντ εναντίον
των τουρκοκυπρίων

Η επίδοση των 13 σημείων έγινε από τον Μακάριο πάνω στην καλύτερη δυνατή συγκυρία για τα ε/κ σχέδια αναφορικά με τις ενδεχόμενες αντιδράσεις του ελληνικού κράτους. Στις αρχές του Νοέμβρη κερδίζει τις εκλογές η «ένωση κέντρου» αλλά χωρίς να εξασφαλίζει αυτοδυναμία, πράγμα που την υποχρέωσε να στηριχτεί στις ψήφους της εδα για να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Παπανδρέου (ο Α) εκμεταλλεύτηκε το αμέσως επόμενο διάστημα προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του και μέσω νέων εκλογών να κερδίσει αυτοδυναμία, ώστε να «ξεφορτωθεί» την επικίνδυνη στήριξη της «ένωσης κέντρου» από τα αριστερά. Ο Μακάριος επέδωσε τα 13 σημεία ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση της ένωσης κέντρου είναι σχετικά αδύναμη για σκληρούς χειρισμούς, λόγω της στήριξης από την εδα και λίγες εβδομάδες πριν την προδιαγεγραμμένη παραίτησή της. Η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και για την έναρξη της ένοπλης επίθεσης εναντίον των τ/κ: σχεδόν ταυτόχρονα με την παραίτηση του Γ. Παπανδρέου, όταν ουσιαστικά στην Αθήνα δεν υπάρχει κυβέρνηση. Επιπλέον, επιδίωξη του Μακάριου ήταν να φέρει την νέα ελληνική κυβέρνηση προ τετελεσμένων.
Παρ’ όλες τις εκτιμήσεις όμως, οι αντιδράσεις στο ε/κ πραξικόπημα ήταν δριμείες και καθολικές. Καμία κυβέρνηση δεν στήριξε τις ενέργειες του Μακάριου, η Άγκυρα ξεκίνησε προετοιμασίες για στρατιωτική επέμβαση, ενώ από την Αθήνα, ο Παπανδρέου απαίτησε από τον Μακάριο να εγκαταλείψει τις «πρωτοβουλίες» και να περιοριστεί σε συνεννόηση με το «εθνικό κέντρο» και έγκριση πριν από κάθε ενέργεια. Η απάντηση του Μακάριου ήταν η όξυνση της κρίσης ακόμη περισσότερο. Όταν οι τ/κ αρνήθηκαν, εντελώς φυσιολογικά κι αναμενόμενα, να αποδεχτούν τις εξωφρενικές ε/κ προτάσεις, η εθναρχία κατήγγειλε «τουρκική ανταρσία εναντίον του κράτους» (μια προπαγανδιστική κατασκευή που ακόμη αναμασούν οι ιστορικοί της εθνικοφροσύνης), προκειμένου να δικαιολογήσει το πραξικόπημά της και να νομιμοποιήσει την ένοπλη επίθεση.
H ε/κ επίθεση ενάντια στους τ/κ ξεκίνησε στις 21 Δεκεμβρίου 1963 όταν η ε/κ αστυνομία οργάνωσε προβοκατόρικη επιχείρηση ελέγχων στον τούρκικο τομέα της Λευκωσίας. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου οι ε/κ πυροβόλησαν και σκότωσαν ένα ζευγάρι τουρκοκυπρίων. Στη συνέχεια ανέλαβαν δράση οι παρακρατικές ένοπλες συμμορίες. Η μεγαλύτερη επίθεση έγινε εναντίον της Ομορφίτας, ενός προαστίου της Λευκωσίας, όπου κατοικούσαν 5.000 τουρκοκύπριοι. Επικεφαλής της επίθεσης των ενόπλων παρακρατικών ήταν ο Νίκος Σαμψών, ο μετέπειτα πραξικοπηματίας, τον οποίον ο ε/κ τύπος αποκαλούσε τότε «κατακτητή της Ομορφίτας». Σύμφωνα με την έκθεση του οηε, οι ε/κ συμμορίες, που χρησιμοποίησαν ακόμη και μπουλντόζες για να ισοπεδώσουν την συνοικία, καταστρέψανε (ολοσχερώς ή μερικώς) περισσότερα από 300 σπίτια. Σχετικά με τις ανθρώπινες απώλειες, από το σύνολο των 5.000 τουρκοκυπρίων της Ομορφίτας, 4.500 εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατόρθωσαν να καταφύγουν στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας, ενώ 500 άτομα κρατήθηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν σε σχολείο του ελληνικού τομέα της Λευκωσίας, όπου και κρατήθηκαν μαζί με άλλους 150 τουρκοκύπριους, προερχόμενους από το χωριό Κουμσάλ. Στις 25 Δεκέμβρη 1963, από τους 700 περίπου αιχμαλώτους επιλέχθηκαν 150, απομακρύνθηκαν βίαια και στην συνέχεια ακολούθησαν πυροβολισμοί. Σύμφωνα με την μοναδική μη ε/κ μαρτυρία (μιας αγγλίδας δασκάλας που ήταν παρούσα) οι 150 αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν, ενώ και οι ίδιες οι ε/κ αρχές ανακοίνωναν επί πολλά χρόνια στις οικογένειες τους ότι πρέπει να τους θεωρούν σαν αγνοούμενους. Μεγάλες επιθέσεις στην περιοχή της Λευκωσίας έγιναν επίσης στα χωριά Μαθιάτι, Άγιος Βασίλειος και Κουμσάλ. Στο τελευταίο χωριό οι ε/κ φασίστες εκτέλεσαν εν ψυχρώ τουλάχιστον 150 τουρκοκύπριους.

«Άρχισαν να ακούγονται πυροβολισμοί. Έσπαγαν τις κλειστές πόρτες με τους υποκόπανους των όπλων κι έσερναν τους ανθρώπους στο δρόμο. Ένας 70χρονος τούρκος ξύπνησε τρομοκρατημένος από το σπάσιμο της ίδιας του της πόρτας. Μια ομάδα ενόπλων τον τράβηξε από το κρεβάτι του και τον ρώτησαν αν έχει παιδιά. Με πλήρη αφέλεια αυτός απάντησε «ναι» και τον διέταξαν να τα φέρει έξω. Δύο γιοί του, 19 και 17 χρονών και η μοναχοκόρη του, 10 χρονών, ντύθηκαν βιαστικά κι ακολούθησαν τους ενόπλους έξω. Τους έστησαν στον μαντρότοιχο και τους εκτέλεσαν με πολυβόλα. Σ’ ένα άλλο σπίτι βρήκαν ένα 13χρονο αγόρι, του έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και τον γονάτισαν. Λεηλάτησαν το σπίτι, έδειραν και βίασαν το παιδί και στο τέλος το πυροβόλησαν στο κεφάλι. Εκείνη τη νύχτα 12 τούρκοι εκτελέστηκαν στον Άγιο Βασίλειο. Άλλοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να καταφύγουν στους τούρκους της Σκύλουρας. Ξυπόλυτοι, με τα νυχτικά τους, υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν στο κρύο. Μες στο σκοτάδι οι ελληνοκύπριοι τους πυροβολούσαν. Οι ένοπλοι προχώρησαν στα τουρκικά σπίτια. Τα λεηλάτησαν, τα καταστρέψανε κι όταν κουράστηκαν τα πυρπόλησαν.»
(H. Scott Gibbons, Peace Without Honor)

«Ένοπλοι άντρες εισέβαλλαν στα τουρκικά σπίτια κλωτσώντας, χτυπώντας και βρίζοντας τους τούρκους. Η εγκατάλειψη του Κουμσάλ είχε ξεκινήσει. Για ακόμη μία φορά... ολόκληρες οικογένειες πετάγονταν στο δρόμο, καταδιωκόμενες υπό την απειλή όπλων. Γλιστρούσαν κι έπεφταν καθώς προσπαθούσαν να τρέξουν μακριά, βοηθώντας ο ένας τον άλλο. Γυναικείες κραυγές αντηχούσαν στους δρόμους. «Θεέ μου, δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήσει;» 159 κάτοικοι του Κουμσάλ δεν κατάφεραν να διαφύγουν εκείνο το βράδυ. Οι εννιά εκτελέστηκαν επιτόπου. Οι υπόλοιποι 150 κρατήθηκαν αιχμάλωτοι. Κανείς ποτέ ξανά, δεν άκουσε για τους αιχμαλώτους.»
(H. Scott Gibbons, Peace Without Honor)

«Αυτή τη στιγμή γινόμαστε μάρτυρες της προσφυγιάς των τούρκων από τα χωριά τους. Η ελληνοκυπριακή τρομοκρατία είναι ανείπωτη. Χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, τα χωράφια τους, τα ζωντανά τους. Τίποτε δεν μπορεί να συγκαλύψει αυτή τη βάρβαρη συμπεριφορά. Η απαγόρευση κυκλοφορίας στα τουρκικά χωριά ξεκινά στις 4 το απόγευμα. Μόλις πέφτει το σκοτάδι, αρχίζουν οι πυροβολισμοί, οι απειλές, οι εμπρησμοί. Κάθε αντίσταση φαίνεται μάταιη μετά την χριστουγεννιάτικη σφαγή απ’ την οποία δεν γλίτωσαν ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά.»
(Μαρτυρία του ιταλού δημοσιογράφου Giorgio Bocca, 14 Γενάρη 1964)

Οι επιθέσεις, στην μεγάλη τους ένταση, κράτησαν σχεδόν δέκα μέρες μέχρι τις 29 Δεκέμβρη 1963. Τότε έγινε φανερό ότι παρ’ όλη την βιαιότητα οι ε/κ συμμορίες δεν ήταν σε θέση να συντρίψουν οριστικά και τελειωτικά την τ/κ κοινότητα. Έτσι ο Μακάριος υποχρεώθηκε να υπογράψει εκεχειρία και να αποδεχτεί τον διαχωρισμό της Λευκωσίας με την «πράσινη γραμμή» σε δύο τομείς, ενώ οι τ/κ κατέφυγαν σε έξι μεγάλους θύλακες που αντιστοιχούσαν μόλις στο 4,86% της κυπριακής επικράτειας. Στους θύλακες αυτούς έζησε η τ/κ κοινότητα για μία ολόκληρη δεκαετία κάτω από άθλιες συνθήκες. Επιπλέον, μέχρι το ’67, εξαιτίας του εμπάργκο που είχε επιβάλλει ο Μακάριος σε βάρος αυτών των ανοικτών στρατοπέδων, ήταν κατόρθωμα ακόμη και η στοιχειώδης επιβίωση. Ο εμπορικός  αποκλεισμός είχε οδηγήσει σε οικονομικό μαρασμό, ενώ η απαγόρευση προμήθειας «στρατηγικών αγαθών» περιλάμβανε μέχρι το τσιμέντο, τα αγροτικά μηχανήματα και τα ρούχα...
Τελικά τα αποτελέσματα της επίθεσης δεν ήταν αυτά που προσδοκούσε η ε/κ ηγεσία. Δεν επιτεύχθηκε η εκβιαστική αναγνώριση της ε/κ διοίκησης ως μοναδικής εξουσίας του νησιού, δεν εξανάγκασε τους τ/κ να αποδεχτούν το ε/κ σχέδιο, έφερε ακόμη κοντύτερα το ενδεχόμενο τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης, ενώ η απόσυρση των τ/κ σε απομονωμένους, γεωγραφικά διαχωρισμένους, θύλακες δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μιας de facto διχοτόμησης. Από την άλλη όμως, η ε/κ στρατηγική πέτυχε κάτι σημαντικό: η απαγόρευση / αποχή των τ/κ  από τη διοίκηση και η απομόνωσή τους, άφησε στα χέρια των ε/κ το 95% της επικράτειας και ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αφενός ανατράπηκαν de facto οι συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου κι αφετέρου επιτεύχθηκε, εν μέρει, η έμπρακτη ελληνοποίηση του κράτους.
Μπαίνοντας στο 1964, ξεκίνησε ένας κύκλος διεθνών παρεμβάσεων και μεσολαβήσεων με κύριο στόχο την εξασφάλιση της σταθερότητας στην ν.α. πτέρυγα του νατο και την αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (που σε συνθήκες παγκόσμιου ψυχρού πολέμου, δεν θα ήταν δύσκολο να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις). Το κρίσιμο στις διαδικασίες αυτές (με σημαντικότερη την διάσκεψη του Λονδίνου τον Γενάρη του ’64) οι οποίες δεν παρήγαγαν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, ήταν ότι άρχισε να κερδίζει έδαφος η προοπτική της διχοτόμησης - για την ακρίβεια, η ένωση με την ελλάδα, με εδαφικά ανταλλάγματα στην τουρκία - ως η μόνη λύση που θα μπορούσε να εγγυηθεί την σταθερότητα μακροπρόθεσμα. Σε εκείνη την φάση, τα δύο κράτη, ελληνικό και τουρκικό ήταν υπέρ μιας τέτοιας λύσης, αλλά η ασυμβίβαστη αντίθεση της ε/κ ηγεσίας που κατήγγελλε τα «νατοϊκά σχέδια διχοτόμησης» δεν άφηναν περιθώρια. Στα πλαίσια αυτά, η Λευκωσία αρνήθηκε κάθετα την αποστολή νατοϊκής ειρηνευτικής δύναμης (μια λύση που αποσκοπούσε στο να κρατήσει το κυπριακό εντός της ατλαντικής συμμαχίας και στηριζόταν από Αθήνα, Άγκυρα, Ουάσιγκτον και Λονδίνο) και προσέφυγε στον οηε, ελπίζοντας να προκαλέσει την ανάμειξη της Μόσχας και την ευνοϊκή στάση της. Η απόφαση του οηε, τον Μάρτη του ’64, ήταν ίσως η μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία της εθναρχίας. Ο οργανισμός αποφάσισε την αποστολή μιας ειρηνευτικής δύναμης (η οποία βρίσκεται ακόμη στο νησί) με ένα σκεπτικό όμως που αναγνώριζε την ε/κ ηγεσία ως την νόμιμη κυβέρνηση της κυπριακής δημοκρατίας κι όχι απλά ως ε/κ διοίκηση όπως πράγματι ήταν.
Το επόμενο διάστημα, κατά το οποίο η ε/κ στρατηγική βρέθηκε αντιμέτωπη με μία ισχυρή ελληνική κυβέρνηση, της ένωσης κέντρου, που προέκυψε από τις εκλογές του Φλεβάρη 1964, ο στόχος του Μακάριου ήταν να εμποδίσει την προσέγγιση Αθήνας - Άγκυρας και την επιβολή λύσης στο κυπριακό, μέσα από την πρόκληση επαναλαμβανόμενων κρίσεων. Πάντως η διάσταση Αθήνας - Λευκωσίας δεν εμπόδισε τα δύο κέντρα να συναντηθούν στις επιδιώξεις τους, έστω και συγκυριακά. Ενώ λοιπόν συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον των τ/κ, ο Μακάριος κι ο Παπανδρέου συμφώνησαν στην μυστική αποστολή μιας μεραρχίας του ελληνικού στρατού στο νησί, μια ενέργεια που συνιστούσε βαρύτατη παραβίαση των διεθνών συμφωνιών και των συμμαχικών δεσμεύσεων της Αθήνας. Βέβαια οι δύο πόλοι είχαν εντελώς διαφορετικούς λόγους για να θέλουν την αποστολή της μεραρχίας. Η Αθήνα ήθελε να ελέγξει την πολιτική γραμμή των ε/κ, ενώ η εθναρχία επιδίωκε να αναβαθμιστεί στρατιωτικά και να χρησιμοποιήσει την μεραρχία ως παράγοντα δύναμης εναντίον των απειλών που συναντούσε η στρατηγική βίαιης ελληνοποίησης της κύπρου. Για τους ίδιους λόγους εξάλλου, στα τέλη Φλεβάρη η ε/κ διοίκηση προχώρησε στη συγκρότηση της «εθνικής φρουράς», συνενώνοντας τα παρακρατικούς συμμορίτες και τους πράκτορες του ελληνικού κράτους σε ένα ενιαίο σώμα.
Την άνοιξη του 1964 η κυπριακή κρίση είχε φτάσει στο ζενίθ της. Οι προβοκάτσιες, οι επιθέσεις, οι απαγωγές και οι εκτελέσεις από τους ε/κ παρακρατικούς αλλά και τους έλληνες αξιωματικούς της ελδυκ σε βάρος των τ/κ συνεχίζονταν με αμείωτο ρυθμό. Στις 11 Μάη τρεις έλληνες αξιωματικοί κι ένας ε/κ αστυνομικός εισέβαλλαν στον τουρκικό τομέα της Αμμοχώστου κάνοντας επίδειξη δύναμης και ξεκίνησαν κανονική μάχη με τους τ/κ, που κατέληξε στον θάνατο των προβοκατόρων και πολλών περαστικών. Δυο μέρες, σε αντίποινα, οι ε/κ συμμορίες απήγαγαν περισσότερους από 50 τ/κ οι οποίοι εξαφανίστηκαν κι εξακολουθούν να είναι καταγεγραμμένοι ως «αγνοούμενοι».
Όταν συγκροτήθηκε η εθνοφρουρά και «διέρρευσε» η είδηση για την μυστική αποστολή ελληνικού στρατιωτικού σώματος, τα φαινόμενα έδειχναν ότι η ελληνική πλευρά ήταν στα πρόθυρα να γίνει κυρίαρχη στρατιωτικά και να ελέγξει υπέρ της την κατάσταση. Τον Μάρτη η τουρκία είχε πάρει πλέον την απόφαση για ένοπλη επέμβαση, μια επιχείρηση που αναβλήθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή μετά από αμερικανικές πιέσεις. Το ίδιο διάστημα, οι ηπα, το νατο και ο οηε είχαν επιδοθεί σε διπλωματικό μαραθώνιο μεταξύ Αθήνας, Άγκυρας και Λευκωσίας επιχειρώντας να αποτρέψουν το καταστροφικό σενάριο του ελληνοτουρκικού πολέμου. Όλες οι απόπειρες όμως προσέκρουαν στο τοίχος της ε/κ αρνητικότητας που έπαιζε συστηματικά το χαρτί της ελληνοτουρκικής κρίσης και της αποσταθεροποίησης του νατο προς όφελος της δικιάς της στρατηγικής. Έτσι, στηριζόμενη στην στρατιωτική υπεροπλία, η εθναρχία προχώρησε σε μία ακόμη απόπειρα βίαιης επιβολής στους τ/κ και στα τέλη Απρίλη 1964 οι ε/κ δυνάμεις ξεκίνησαν επιχείρηση εκκαθάρισης του Πενταδάκτυλου από τους τ/κ και επιτέθηκαν σε οχυρή θέση της τουρδυκ. Ενώ όμως στην αρχή η επιχείρηση προχωρούσε σύμφωνα με το σχέδιο, τελικά κατέληξε στην αποτυχία λόγω στρατιωτικής ανικανότητας των ε/κ. Όμως οι πολιτικές συνέπειες της στρατιωτικής επίθεσης ήταν καταλυτικές. Στο εσωτερικό, οι αποτυχίες της εθναρχίας δημιουργούν τις συνθήκες για ανασύσταση του ρεύματος υπέρ της ένωσης και ο Γρίβας άρχισε ξανά να παίζει κεντρικό ρόλο, σε στενή συνεργασία με την Αθήνα. Στην ελλάδα, οι μονομερείς και προβοκατόρικες ενέργειες του Μακάριου προκαλούν πλέον σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι «ελέγξιμοι» οι ε/κ με πολιτικά μέσα και υποχρεώνουν την Αθήνα να κρατήσει σκληρή στάση απέναντι στην εθναρχία. Τέλος, η τουρκία, μπροστά στο φάσμα να αποσταθεροποιηθεί πλήρως η κατάσταση, ετοιμάζεται δεύτερη φορά για επέμβαση που για δεύτερη φορά αποτρέπεται την τελευταία στιγμή με προσωπική επιστολή του προέδρου Τζόνσον προς τον τούρκο πρωθυπουργό Ινονού, στις 5 Ιούνη 1964. Στα διπλωματικά χρονικά του νατο, η επιστολή εκείνη εξακολουθεί να θεωρείται ως μία από τις πιο ωμές αμερικανικές παρεμβάσεις σε συμμαχική χώρα. Ο αμερικανός πρόεδρος προειδοποιούσε ότι μία τουρκική επέμβαση στην κύπρο θα συνιστούσε παραβίαση των υποχρεώσεων της τουρκίας απέναντι στον οηε, το νατο και τις ηπα και απειλούσε ότι σε περίπτωση που η επέμβαση προκαλέσει επίθεση της εσσδ εναντίον της τουρκίας, η Άγκυρα θα βρεθεί απομονωμένη και χωρίς βοήθεια από το νατο και τις ηπα. Ο αμερικανικός τελεσιγραφικός εκβιασμός τελικά δούλεψε, αλλά η ζημιά στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ήταν τεράστια. Στη συνέχεια δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο να ασκηθούν πιέσεις στην Άγκυρα, οπότε το βάρος έπεφτε πλέον στην Αθήνα.
Πάντως εκείνη η συγκυρία ήταν εξαιρετικά ευνοϊκή για το ελληνικό κράτος, αφού πρώτον, η εθναρχία με τις βίαιες ενέργειές της δεν είχε καταφέρει να επιβληθεί και είχε φτάσει σε αδιέξοδο και δεύτερον, οι ηπα με την πίεση που ασκούσαν στην τουρκία, κρατούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στην ελλάδα. Τους επόμενους μήνες η Αθήνα έθεσε ως στόχο την επιβολή οριστικής λύσης στο κυπριακό, στη λογική της «ένωσης με ανταλλάγματα». Μια λύση, δηλαδή, η οποία είχε ήδη «δουλευτεί» στο παρελθόν αλλά δεν προχώρησε εξαιτίας των ε/κ, είχε στηριχτεί από την Άγκυρα και την Ουάσιγκτον, ικανοποιούσε απόλυτα τις προσδοκίες του ελληνικού ιμπεριαλισμού και είχε κριθεί από όλους τους πόλους - πλην της εθναρχίας - ως η μόνη που μπορούσε να εγγυηθεί την σταθερότητα.

Τα σχέδια Άτσεσον
και η «συμπεφωνημένη λύση»

Τελικά, τον Ιούλη του 1964 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ ελληνικού και τουρκικού κράτους στην Γενεύη, ερήμην του κυπριακού κράτους και της ε/κ ηγεσίας. Τυπικά, την ευθύνη των διαπραγματεύσεων είχε ο οηε, αλλά καταλυτικό ρόλο ως πραγματικός διαμεσολαβητής έπαιξε ο αμερικανός Άτσεσον, πρώην υπουργός εξωτερικών και προσωπικός απεσταλμένος του προέδρου Τζόνσον.
Τους επόμενους μήνες τα σχέδια Άτσεσον κυριάρχησαν στις εξελίξεις γύρω από το κυπριακό. Στις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, η προνομιακή θέση του ελληνικού κράτους ήταν δεδομένη, η ένωση μια κοινά αποδεκτή λύση και η μόνη εκκρεμότητα ήταν ουσιαστικά το είδος και μέγεθος του ανταλλάγματος προς την τουρκία. Τα δύο πρώτα σχέδια Άτσεσον ήταν σε υπερθετικό βαθμό ικανοποιητικά των ελληνικών διεκδικήσεων. Και τα δύο προέβλεπαν ένωση της κύπρου με το ελληνικό κράτος, με τη διαφορά ότι το ένα παραχωρούσε κυριαρχική βάση στην τουρκία, ενώ το άλλο απλά την εκμίσθωνε για πενήντα χρόνια. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Άτσεσον, το σχέδιο εκπλήρωνε το ελληνικό αίτημα της «ένωσης», ενώ παραχωρούσε στην τουρκία μία μίνιμουμ παρουσία, ώστε να μην μετατραπεί η κύπρος σε μόνιμη ελληνική απειλή των νότιων τουρκικών ακτών.
Όπως ήταν φυσικό, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποδεχτεί όλες τις εκδοχές, αλλά το κύριο εμπόδιο εξακολουθούσε να είναι η κάθετη απόρριψή τους από την ε/κ ηγεσία. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα ήταν ότι το ελληνικό κράτος δεν είχε ακόμη διαμορφωμένους τους εσωτερικούς συσχετισμούς που θα του επέτρεπαν να αγνοήσει την άρνηση της εθναρχίας και να επιβληθεί στους ε/κ, χωρίς να διακινδυνεύσει μια κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες. Έτσι, ήταν υποχρεωμένο να «συνδιαλλέγεται» με την Λευκωσία και να προσπαθεί με πολιτικές πιέσεις, παρασκηνιακές δολοπλοκίες και εκβιασμούς να εκμαιεύσει την συναίνεσή της. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να παραχωρήσει το Καστελόριζο στην τουρκία προκειμένου να οριστικοποιηθεί η συμφωνία. Στην εθνικόφρονα φιλολογία, η πρόταση αυτή είναι υπεραρκετή για να καταδείξει τον «ανθελληνικό» και «προδοτικό» χαρακτήρα των διαπραγματεύσεων στην Γενεύη. Η αλήθεια όμως είναι ότι η πρόταση δεν αποσκοπούσε στο «καλόπιασμα» της Άγκυρας, αλλά στον εκβιασμό των ε/κ. Η ελληνική κυβέρνηση προσδοκούσε ότι θα ήταν αδύνατη και αδιανόητη η άρνηση της εθναρχίας στα σχέδια Άτσεσον, μετά από μία τέτοια «θυσία της μητέρας πατρίδας», που εκχωρούσε τμήμα της επικράτειας προκειμένου να «ενωθεί» με την κύπρο.
Παρόλα αυτά όμως η στάση της ε/κ ηγεσίας παρέμενε αμετακίνητη. Πέρα από την πρόωρη δημοσιοποίηση της ε/κ διαφωνίας, η οποία αρκούσε για να αμφισβητήσει την πιθανότητα εφαρμογής της «συμπεφωνημένης λύσης», η εθναρχία κατέφυγε στην δοκιμασμένη τακτική της προβοκατόρικης πρόκλησης κρίσεων, προκειμένου να σαμποτάρει τις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις και την επιβολή της όποιας απόφασης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1964, ενώ συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις και ήταν σε κρίσιμο σημείο, οι ε/κ δυνάμεις ξεκίνησαν μεγάλη επιχείρηση εκκαθάρισης του τ/κ θύλακα Μανσούρας - Κόκκινων. Η επιχείρηση μάλιστα οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλείται η εντύπωση ότι η επιχείρηση  έχει την κάλυψη της ελληνικής κυβέρνησης. Ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την άφιξη του Γρίβα στην κύπρο, ο οποίος όμως είχε σταλθεί με εντολές να συγκροτήσει αντι-μακαριακό πόλο κι επιπλέον ήταν σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τους αμερικανούς πάνω σε ένα δικό του σχέδιο ανατροπής του Μακάριου. Τελικά, το αποτέλεσμα της νέας ελληνικής επίθεσης ήταν στις 8 Αυγούστου η τουρκική πολεμική αεροπορία να προχωρήσει σε βομβαρδισμούς στην περιοχή της Τηλλυρίας. Η τουρκική αντίδραση ήταν το λιγότερο αναμενόμενη, αν όχι περιορισμένη με βάση τα δεδομένα: την ώρα που η Άγκυρα διαπραγματευόταν στην Γενεύη την ένωση της κύπρου με την ελλάδα, το να χτυπιέται ο τ/κ πληθυσμός χωρίς αντίδραση εκ μέρους της, θα ήταν το λιγότερο ταπεινωτικό. Εξάλλου, σε αυτή ακριβώς την αντίδραση είχε υπολογίσει η ε/κ ηγεσία, ξεκινώντας την επίθεση στη Μανσούρα.
Η κρίση οξύνθηκε ακόμη περισσότερο όταν η Μόσχα, προκειμένου να εγγράψει την δική της «συμμετοχή» στην επίλυση του κυπριακού, ανακοίνωσε στις 15 Αυγούστου ότι ο Μακάριος είχε ζητήσει επίσημα την στρατιωτική συνδρομή της εσσδ. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση της επιβολής της «συμπεφωνημένης λύσης» κι έτσι στις 20 Αυγούστου πρότεινε στον Μακάριο την «αυτόματη μονομερή ένωση» και την εκ των υστέρων διαπραγμάτευση με την τουρκία για ανταλλάγματα. Την ίδια μέρα, οι ηπα, που επείγονταν πλέον να απαντήσουν στην σοβιετική ανάμειξη, πρότειναν στον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου μια νέα εκδοχή του σχεδίου Άτσεσον, η οποία ήταν επίσης στην λογική της μονομερούς ένωσης και της εκ των υστέρων παραχώρησης βάσης στην τουρκία, την οποία η ελληνική κυβέρνηση φυσικά αποδέχτηκε, αλλά χωρίς αντίκρισμα. Η δυναμική των εξελίξεων είχε πλέον ριζικά αντιστραφεί: η επίθεση στην Μανσούρα είχε φανερώσει την ανικανότητα της Αθήνας να ελέγξει την ε/κ ηγεσία, ελλάδα και ηπα έδειχναν αδύναμες να επιβάλλουν την «συμπεφωνημένη λύση», η τουρκία διαπίστωνε ότι οι διαπραγματεύσεις στην Γενεύη κατέληγαν σε ένα μεγάλο φιάσκο σε βάρος της, αλλά το βασικότερο ήταν ότι δεν διαφαινόταν κανένας μα κανένας τρόπος να αποδεχτούν χωρίς βία οι ε/κ οποιαδήποτε εκδοχή του σχεδίου Άτσεσον. Τελικά, οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη θα ναυαγήσουν οριστικά στις 22 Αυγούστου 1964 όταν ο Γ. Παπανδρέου με επιστολή του στον Άτσεσον δήλωνε ρητά την αδυναμία της Αθήνας να συμφωνήσει.
Συνοψίζοντας, το σχέδιο Άτσεσον στις διάφορες εκδοχές του αντιπροσωπεύει το υψηλότερο επίπεδο συμφωνίας ανάμεσα στο ελληνικό και το τουρκικό κράτος για την οριστική επίλυση του κυπριακού. Η «συμπεφωνημένη λύση» όπως διαμορφώθηκε στην Γενεύη ήταν η τελευταία μεγάλη ευκαιρία της ελληνικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής να διαχειριστεί την κυπριακή κρίση προς δικό της όφελος και να βγει από αυτή κερδισμένη σε διπλό επίπεδο: επεκτείνοντας την ελληνική επικράτεια στην ανατολική Μεσόγεια κι αναβαθμίζοντας τη θέση του ελληνικού κράτους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα των δυτικών κρατών. Όμως το ε/κ σχέδιο για πραγματική χειραφέτηση από το «εθνικό κέντρο» και ηγεμονία πάνω στο σύνολο της κύπρου, ήταν ο παράγοντας που η Αθήνα απέτυχε να αντιμετωπίσει. Eνδεχομένως να έπαιξε τον ρόλο του και κάτι ακόμα: η «κρυφή» βρετανική ατζέντα σε ότι αφορούσε την τύχη των αγγλικών βάσεων στο νησί... [1]
Με τις διαπραγματεύσεις νεκρές, η διάσωση της «συμπεφωνημένης λύσης» μπορούσε να επιτευχθεί εξ αντικειμένου με έναν τρόπο μόνο: να επιβληθεί στην ε/κ κοινότητα η ελληνοτουρκική συμφωνία στη βάση του σχεδίου Άτσεσον, χωρίς να περιμένουν Αθήνα, Άγκυρα κι Ουάσιγκτον την συγκατάβαση της εθναρχίας. Η προοπτική αυτή άρχισε ήδη να μελετάται σαν ενδεχόμενο κατευθείαν μετά το τέλος των διαπραγματεύσεων και μάλιστα με συγκεκριμένη μορφή. Ο Παπανδρέου την πρότεινε έμμεσα στον Μακάριο, τον Αύγουστο του ’64 («σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης... οι δύο βουλές θα ανακηρύξουν την ένωση... εάν διαφωνήσουμε θα πρέπει να γίνει δεκτή η γνώμη των Αθηνών...») ενώ ο Άτσεσον την πρότεινε ρητά, αλλά απορρίφθηκε από τον αμερικανό πρόεδρο: η τουρκία να καταλάβει το ποσοστό του εδάφους που προέβλεπε η «συμπεφωνημένη λύση» και στη συνέχεια η Αθήνα να κηρύξει την ένωση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι το επόμενο διάστημα, το ελληνικό κράτος, με διαδοχικές κυβερνήσεις της ένωσης κέντρου, της δεξιάς, των αποστατών και της χούντας, δούλεψε συστηματικά στην κατεύθυνση της βίαιης ανατροπής του Μακάριου ώστε η «ένωση» να επιβληθεί στους ε/κ ως τετελεσμένο.

Η πορεία προς την σύγκρουση

Μόλις έκλεισε ο κύκλος του σχεδίου Άτσεσον, οι βασικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους ήταν, πρώτον, να ελεγχθούν και περιοριστούν οι πρωτοβουλίες του Μακάριου και, δεύτερον, να κρατηθούν τα κεντρικά ζητήματα του κυπριακού ανοιχτά ώστε να υπάρχει δυνατότητα μελλοντικής διευθέτησης στα πλαίσια της «συμπεφωνημένης λύσης». Η πίεση προς την εθναρχία ασκήθηκε είτε μέσω των δυνάμεων της εθνοφρουράς, είτε μέσω συντονισμένης βοήθειας προς τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες. Στόχος της Αθήνας ήταν να διασπαστεί το αρραγές ε/κ μέτωπο και να αυτονομηθούν κάποιες δυνάμεις που θα ήταν διατεθειμένες να στηρίξουν την «ένωση με ανταλλάγματα».
Ενάντια στις ελληνικές μεθοδεύσεις, η ε/κ ηγεσία κατάφερε μια σειρά από αντιπερισπασμούς, προκειμένου να μειώσει την ελληνική πίεση. Έτσι πέτυχε την ανάκληση από την κύπρο του προσωπικού απεσταλμένου του Γ. Παπανδρέου, ώστε να περιοριστεί η ελληνική ανάμειξη στην κυπριακή πολιτική. Κατήγγειλε τις ομάδες των ενωτικών γύρω από το Γρίβα ως παρακρατικές, αντεθνικές κι επικίνδυνες προκειμένου να τις απομονώσει πολιτικά. Κράτησε στη ζωή τη μεσολάβηση του οηε, η οποία όμως ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα κι αδύναμη να ανατρέψει το status quo. Έθεσε σε εφαρμογή την σοβιετο-κυπριακή στρατιωτική συμφωνία και η βοήθεια άρχισε να διοχετεύεται μέσω Καΐρου (μέχρι να γίνει γνωστή και να αναβληθεί εξαιτίας των αντιδράσεων). Όμως η σημαντικότερη επιτυχία της εθναρχίας ήταν ότι κατάφερε να μεταφέρει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην ε/κ και την ελληνική στρατηγική, στο εσωτερικό του ίδιου του «εθνικού κέντρου». Αντί να καταφέρει η Αθήνα να διασπάσει το ε/κ μέτωπο, ήταν τελικά η πολιτική του Μακάριου που προκάλεσε διάσπαση των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων.
Μέχρι το 1964 ο απευθείας δίαυλος του Μακάριου με τον ελληνικό πολιτικό κόσμο ήταν περιορισμένος σε ένα μικρό κύκλο ακροδεξιών χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις και μεγάλη βαρύτητα. Όμως η τακτική του Μακάριου τα προηγούμενα χρόνια είχε καταγράψει την ε/κ στρατηγική ως αντι-νατοϊκή και «αντι-ιμπεριαλιστική», εικόνα που ενίσχυε η απόρριψη των σχεδίων Άτσεσον και οι στρατιωτικές συμφωνίες με την σοβιετική ένωση. Το αποτέλεσμα ήταν η ε/κ στρατηγική να «κερδίζει» συναίνεση στα αριστερά του ελληνικού κοινωνικο-πολιτικού φάσματος. Επιπλέον, η αυτοτελής πολιτική της Λευκωσίας έθετε πλέον στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και τα κέντρα εξουσίας, ένα οριακό δίλημα: είτε θα έπρεπε να υπαχθεί πάση θυσία η ε/κ στρατηγική στο εθνικό κέντρο, είτε θα έπρεπε να «ενσωματωθεί» σε μια νέα εθνική στρατηγική αναβάθμισης κι επέκτασης του ελληνικού καπιταλισμού. Την επόμενη περίοδο, από το ’65 και μετά, η ελληνική στρατηγική οργανώθηκε γύρω από την πρώτη κατεύθυνση, αλλά αυτό δεν συνέβη χωρίς συγκρούσεις. Η υπαρκτή κι ουσιαστική βάση του διλήματος οδήγησε σε ανακατάξεις στο εσωτερικό της ελλάδας με εκρηκτικές συνέπειες που θα συντελέσουν στην επιβολή της δικτατορίας δυο χρόνια αργότερα.
Ενώ λοιπόν η Αθήνα επιχειρούσε να πριονίσει την ε/κ ενότητα πίσω από την εθναρχία, τελικά ο Μακάριος με την πολιτική του ήταν αυτός που κατάφερε να προσεταιριστεί την αριστερά πτέρυγα του κυβερνώντος κόμματος, της οποίας ηγέτης ήταν ο Αντρέας Παπανδρέου. Ο Παπανδρέου (ο Β) ήταν ο μόνος έλληνας πολιτικός που συντάχτηκε ανοιχτά με τις επιλογές του Μακάριου κι επιπλέον ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε την αυτοτέλεια της ε/κ πολιτικής κι απέρριψε εντελώς την θεωρία του «εθνικού κέντρου», την θεωρία δηλαδή που επέβαλλε η Αθήνα να αποφασίζει και η Λευκωσία να ακολουθεί, στο όνομα των συμφερόντων του «ελληνισμού».

«Ο Μακάριος δεν είναι απομονωμένος. Είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος του λαού του και η πολιτική του εκφράζει κατά ένα μέγιστο μέρος τη θέληση των κυπρίων. Είναι λοιπόν μάταιο κι επικίνδυνο να στρεφόμαστε κατά του Μακάριου... Μια συμφωνία που θα προέβλεπε την ένωση με παράλληλη εγκατάσταση τουρκικής βάσης στην κύπρο, κάτω από την αιγίδα του νατο, θα πρέπει να αποκλεισθεί, εφ’ όσον αντιτίθεται η κυπριακή κυβέρνηση.»

Αυτή η καινοφανής για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα «φιλομακαριακή» φράξια που συγκροτήθηκε μέσα στην ένωση κέντρου δεν συντάχτηκε μόνο με την αυτοτέλεια των ε/κ, αλλά εξίσου αναγνώρισε την οριστική κι ανεξάρτητη κρατική ύπαρξη της κύπρου, αφού απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο ένωσης ή διχοτόμησης. Φυσικά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική γραμμή «εγκατάλειψης» των ελληνικών συμφερόντων στην κύπρο, αλλά με μία «νεωτερική» και ρεαλιστική προσέγγιση του κυπριακού, η οποία μ’ όλο το «αντι-ιμπεριαλιστικό» προφίλ της, δούλευε προς όφελος της ελληνικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Ο Παπανδρέου δεν αμφισβητούσε την βίαιη ελληνοποίηση της κύπρου, δεν αμφισβητούσε τον εξοβελισμό των τ/κ, δεν αμφισβητούσε τον αποκλεισμό του τουρκικού κράτους· επέλεγε όμως αντί της μετωπικής σύγκρουσης με την ε/κ ηγεσία (σύγκρουση που θα μπορούσε να καταλήξει στον αποκλεισμό του ελληνικού κράτους από την κύπρο) την συμμαχία, με στόχο την ηγεμονική ελληνική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο, με αντίτιμο την αναβαθμισμένη θέση της Λευκωσίας και του ε/κ καπιταλισμού. Τελικά, αντί να διασπαστεί το ε/κ μέτωπο σε ενωτικούς κι ανθενωτικούς, διασπάστηκε η ελληνική κυβερνητική παράταξη σε μακαριακούς κι αντι-μακαριακούς. Οι πρώτες συνέπειες αυτής της διάσπασης, που αργότερα θα πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, ήταν η παραίτηση του Α. Παπανδρέου από τη θέση του υπουργού στις 15/11/1964, η επίσκεψή του στην κύπρο ευθύς αμέσως και η έναρξη των σκληρών επιθέσεων μέσω του τύπου της φράξιας Μητσοτάκη εναντίον του «ανεύθυνου της Λευκωσίας και του ανευθυνο-υπεύθυνου των Αθηνών».
Η κρίση κορυφώθηκε τελικά με το ξέσπασμα της υπόθεσης «ασπίδα». Τον Μάη του 1965, ο Γρίβας ο οποίος είχε τότε τη θέση του διοικητή της ελδυκ, έστειλε καταγγελία στον έλληνα υπουργό άμυνας ότι αμέσως μετά την επίσκεψη Παπανδρέου στην κύπρο σημειώθηκαν συνωμοτικές κινήσεις από έλληνες αξιωματικούς οι οποίοι είχαν συγκροτήσει παράνομη οργάνωση με την επωνυμία «ασπίδα». Υποτίθεται ότι στόχος της οργάνωσης ήταν η ανατροπή του καθεστώτος, αλλά τα στοιχεία που προέκυψαν από τις ανακρίσεις δεν έδειξαν τίποτε αξιοσημείωτο, ενώ το τελικό πόρισμα ήταν απαλλακτικό για τον Παπανδρέου. Παρόλα αυτά, ο βασιλιάς απέρριψε το πόρισμα κι απαίτησε από τον Παπανδρέου (τον Α) να παραπέμψει την υπόθεση στο στρατοδικείο... Aκολούθησε η σύγκρουση του βασιλιά με τον πρωθυπουργό (με επίκεντρο τον έλεγχο του στρατεύματος), η πτώση της κυβέρνησης της ένωσης κέντρου, τα ιουλιανά, οι κυβερνήσεις των αποστατών και τελικά η δικτατορία (γεγονότα με τα οποία θα ασχοληθούμε στον επόμενο «βούρκο»).
Κρίνοντας από τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, η τακτική του Μακάριου να «συμμαχήσει» με την παπανδρεϊκή αριστερά, μπορεί να έφερε πρόσκαιρα αποτελέσματα, με την έννοια ότι η πίεση μεταφέρθηκε από την Λευκωσία στην Αθήνα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε πως είναι η ε/κ στρατηγική αυτή που καταφέρνει να «διεμβολίσει» τον ελληνικό πολιτικό κόσμο, να ανατρέψει τις ισορροπίες και να τις ανασυνθέσει προς όφελός της. Η κρίση στην ελλάδα είχε να κάνει με ενδογενείς παράγοντες, την εκ νέου ανάδυση του ταξικού κινήματος, την προετοιμασία του δεξιού καθεστώτος για επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης και την κοινωνική έκρηξη του 1965 κι όχι με ευκαιριακούς ανταγωνισμούς των πολιτικών φατριών. Βραχυπρόθεσμα, η ε/κ στρατηγική επωφελήθηκε από την αποσταθεροποίηση στην Αθήνα, αλλά μεσοπρόθεσμα η κρίση που προκλήθηκε - πέρα από το ότι ήταν προανάκρουσμα σημαντικότερων εξελίξεων που κατέληξαν στην απριλιανή χούντα - οδήγησαν στον επαναπροσδιορισμό (μάλλον στην σκλήρυνση) της ελληνικής στρατηγικής στην κύπρο και στην ανάληψη νέων πρωτοβουλιών εναντίον του Μακάριου.

Οι επόμενοι μήνες είναι για το κυπριακό μια περίοδο καμπής. Η εποχή της σύμπλευσης, έστω και επιφανειακής, ανάμεσα στα δύο κέντρα τελείωσε οριστικά, η διάσπαση επικυρώθηκε αμετάκλητα και η ανοιχτή σύγκρουση έγινε μονόδρομος. Στις 7 Μάη 1965, στο «συμβούλιο του στέμματος», ένα άτυπο αλλά ισχυρό όργανο στο οποίο συμμετείχαν όλες οι «κεφαλές» του ελληνικού κράτους υπό την προεδρία του βασιλιά, όλοι οι συμμετέχοντες χρέωσαν τον Μακάριο ως αποκλειστικό υπεύθυνο της κρίσης, όλοι συμφώνησαν ότι οι συσχετισμοί δύναμης είναι πλέον αποτρεπτικοί για την εφαρμογή της «συμπεφωνημένης λύσης», όλοι επέρριψαν ευθύνες στους ε/κ για την ματαίωση της ένωσης, όλοι συμφώνησαν για την αναγκαιότητα ανταλλαγμάτων και παραχωρήσεων προς την τουρκία και όλοι αναγνώρισαν την αδυναμία της Αθήνας να επιβληθεί στους ε/κ. Σε εκείνο το συμβούλιο είναι που μπήκε τυπικά η ταφόπλακα στην «συμπεφωνημένη λύση» και οι δύο στρατηγικές αλληλο-προσδιορίστηκαν κυρίως μέσω του μεταξύ τους ανταγωνισμού.
Έκτοτε, το ελληνικό κράτος οργάνωσε την στρατηγική του στη βάση ότι η επίλυση του κυπριακού προς όφελός του είχε ν’ αντιμετωπίσει - πολύ περισσότερο από τις τουρκικές διεκδικήσεις - την ανυποχώρητη αντίδραση της ε/κ ηγεσίας σε κάθε ρύθμιση που θα μείωνε έστω στο ελάχιστο την κυριαρχία της πάνω στο σύνολο της κυπριακής επικράτειας. Στα πλαίσια αυτά, μόλις πέντε μέρες μετά το συμβούλιο του στέμματος, η ελληνική κυβέρνηση πήρε την πρωτοβουλία για απευθείας διαπραγματεύσεις με την τουρκία, εν αγνοία κι ερήμην της Λευκωσίας. Την ίδια τακτική ακολούθησαν το επόμενο διάστημα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, πολιτικές και στρατιωτικές. Το γεγονός ότι η κεντρική σύγκρουση στο κυπριακό είναι πλέον ανάμεσα στην ελλάδα και τους ε/κ, κι ότι αναγνωρίζεται σαν τέτοια από τους δύο πόλους, επιβεβαιώνεται εξίσου από τον τρόπο που ανταπάντησε ο Μακάριος στις ελληνικές ενέργειες. Αφού πρώτα ανακοίνωσε ότι «οποιαδήποτε σχετική διευθέτηση ή συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών [ελλάδας και τουρκίας] δεν μπορεί για κανένα λόγο να δεσμεύει την δημοκρατία της κύπρου», στη συνέχεια κάλεσε τον οηε να οργανώσει υπό την αιγίδα του «διάλογο» ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού, ως αντίβαρο στις ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Βάση αυτού του διαλόγου, σύμφωνα με τον Μακάριο, θα έπρεπε να είναι ένα προηγούμενο σχέδιο του οηε, το οποίο αναγνώριζε την ηγεμονία των ε/κ και το μειονοτικό καθεστώς των τ/κ και θεωρούσε ως βασική αρχή για επίτευξη συμφωνίας την οριστική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της κύπρου. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο στρατηγικές ήταν τέτοιος, ώστε να υποχρεώνει τον Μακάριο να κάνει το αδιανόητο μέχρι πριν, να «συνδιαλλαγεί» με τους τ/κ, έστω με όρους υποτίμησης των τελευταίων.
Για το κατεστημένο της Αθήνας, μ’ όλα τα κέντρα και παράκεντρα εξουσίας, ήταν πλέον φανερό ότι οποιαδήποτε λύση μόνο βίαια θα μπορούσε να επιβληθεί στην ε/κ ηγεσία.

ΣHMEIΩΣH
1 - Tο καθεστώς των αγγλικών βάσεων στην κύπρο έχει ρυθμιστεί απ’ τις συμφωνίες Zυρίχης και Λονδίνου. Eίναι κάτι που γενικά δεν αναφέρεται: χάρη στις συμφωνίες εκείνες αυτές οι βάσεις είναι αμιγώς αγγλικές και όχι νατοϊκές. Πρόκειται για το μοναδικό, μετά τον β παγκόσμιο, αγγλικό «προγεφύρωμα» στην περιοχή, περιοχή όπου άλλοτε το στέμμα είχε ισχυρή ηγεμονία. Συνεπώς η ύπαρξή τους έχει αποτελέσει στοιχείο του υπόγειου πολέμου ανάμεσα στο Λονδίνο και την Oυάσιγκτον στη μέση ανατολή: για παράδειγμα, σ’ όλες τις παραλλαγές των (αμερικανικών) σχεδίων Άτσενσον, η βάση που θα δινόταν στην τουρκία ήταν ... η αγγλική, της Kυρήνειας!
Aυτό σημαίνει πως όσο οι μεθοδεύσεις του Mακάριου άφηναν στις αγγλικές βάσεις στην ησυχία τους και όσο οποιαδήποτε άλλη λύση (εντός ή εκτός εισαγωγικών) θα αναθεωρούσε εκ των πραγμάτων το καθεστώς τους, το Λονδίνο αντικειμενικά είχε συμφέρον να στηρίζει (υπόγεια και διακριτικά) τον «εθνάρχη»...
Tηρουμένων των αναλογιών το ίδιο ακριβώς συνέβη μερικές δεκαετίες αργότερα, με το «σχέδιο Aνάν»... Aλλά αυτό είναι μακριά απ’ την εποχή της τωρινής εξιστόρησης.
[ επιστροφή ]

 
     

Sarajevo 2019