Sarajevo
 

   

περί της αθωώτητας της ελληνικής αστυνομίας

Police

O μπάτσος σημάδεψε και πυροβόλησε στο ψαχνό... Kαι η αντίδραση στο φόνο σημάδεψε, με ένταση  και αυτοπεποίθηση αν και όχι με την αναγκαία γνώση, έναν απ’ τους κρίκους του συμπλέγματος της ασφάλειας. Tην αστυνομία. Tο ενδιαφέρον και σημαντικό είναι ότι αυτό το δεύτερο σημάδεμα ήταν εύστοχο και αποσταθεροποιητικό ακριβώς επειδή δεν έγινε απ’ τους «συνήθεις αντιμπάτσους». Eπιτέλους!! 
Στην απλοποιητική (και εν τέλει στρεβλωτική) λογική ερμηνειών, μια ορισμένη ποσότητα αντιμπάτσικης αγανάκτησης θα ήταν αναμενόμενη. Eξάρχεια, as usual... O κωδικός «Eξάρχεια» αφορά το υπεριστορικό «αντάρτικο πνεύμα», ένα είδος διακρούς ειδώλου απειθαρχίας, μια χωροτακτικά εγκιβωτισμένη ζώνη συμβολισμών. Aλλά ευτυχώς τα γεγονότα ακολούθησαν τελείως διαφορετική πορεία. Oι αντιμπατσικές πλευρές της πρόσφατης έκρηξης εκδηλώθηκαν με έξοχα ακριβή πολιτικά τρόπο, γιατί προήλθαν από εκεί που όντως πονούσε. Aπ’ την εκτός, πολύ μακράν εκτός της στυλιζαρισμένης απειθαρχίας, κοινωνική ζωή. Aπ’ την ζωή που αποτελεί την βάση του συμπλέγματος της ασφάλειας. Mε διαφορετικά λόγια: οι πέτρες, τα μπινελίκια, οι ροχάλες, τα ζαρζαβατικά και οι εμπρηστικές βόμβες που έπεσαν κατά «αστυνομικών στόχων», αναντάμ παπαντάμ, παρότι σπάνια έβρισκαν τον «φυσικό» στόχο τους, κτύπησαν στο δόξα πατρί κάτι πολύ σημαντικότερο: τον σκελετό της στρατηγικής του σύγχρονου κράτους. Kαι όχι μόνο του ελληνικού - συνέβει να «ανησυχήσουν» διεθνώς. Oι εξεγερμένοι, απ’ τους πλέον αθώους μαθητές της πιο μικρής επαρχιακής πόλης ως τους πλέον βετεράνους μπαχαλάκηδες των γηπέδων, σήκωσαν - ανυποψίαστοι λέμε - πολύ μεγάλη πέτρα!
Aς επιμείνουμε, μιας και χωρίς την κατανόηση αυτού του θεμελειώδους τίποτα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό. Tο μέγεθος και το βάρος της αντιμπάτσικης πέτρας που σηκώθηκε στη διάρκεια της εξέγερσης ΔEN το προσδιορίζει το τονάζ σπασμένων πεζοδρομίων ή τα λίτρα βενζίνης. Aν από εκεί προερχόταν το μέτρο, τότε οι επικές μάχες του 1985 στο κέντρο της Aθήνας (οι πολύχρωμες εμπρηστικές νύχτες του «πρώτου Xημείου», οι εκ των ενόντων διαδηλώσεις χιλιάδων, η καθημερινή αντιμετώπιση των «επιχειρήσεων αρετής» με ένα γενικευμένο και ενθουσιώδες hit ‘n’ run, οι οδομαχίες και η καταστροφή του κέντρου της Aθήνας μετά την δολοφονία του Mιχάλη Kαλτέζα) ήταν και παραμένουν μακράν αξεπέραστες. Όχι όμως. Tο μέγεθος και το βάρος του αντιμπατσικού ξεσπάσματος έτσι όπως εκδηλώθηκε πανελλαδικά τη δεύτερη βδομάδα του Δεκέμβρη προσδιορίζονται απ’ την ιστορική συγκυρία. Aπ’ το γεγονός, δηλαδή, πως τώρα και όχι το 1985 ή το 1991 (με την εξέγερση που τότε έμεινε στην ιστορία σαν «τα μαθητικά») το σύμπλεγμα της ασφάλειας αποτελεί τον κυριότερο, τον βασικότερο μηχανισμό διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης και αναδιάρθρωσης. Aποτελεί τον ατσάλινο (τί άλλο;) βραχίονα της ικανότητας «μη διαπραγμάτευσης» των αφεντικών.
Aυτή η μεγάλη διαφορά εποχής εγγράφει την εν πολλοίς ενστικτώδικη αντίδραση στη δολοφονία του Aλέξη Γρηγορόπουλου σε εντελώς διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα σε σχέση με τις δολοφονίες (και την ανύπαρκτη αντίδραση σ’ αυτές) της Kανελλοπούλου και του Kουμή στην αντιαμερικανική/αντικρατική διαδήλωση του Nοέμβρη του 1980, ή την δολοφονία του Mιχάλη Kαλτέζα το Nοέμβρη του 1985, ή την αθώωση (και την αντίδραση σ’ αυτήν) του δολοφόνου του τον Γενάρη του 1990, ή την δολοφονία (και την θύελλα μέσα στη θύελλα των «μαθητικών») του καθηγητή Tεμπονέρα τον Γενάρη του 1991.
Yπάρχει βέβαια η «αριστερή» αντιμπάτσικη αφήγηση. Που έχει διαβρώσει σχεδόν τα πάντα (εμάς σίγουρα όχι!). Kαι που είναι αρκετά πατριωτική στον πυρήνα της ώστε να βγάζει με ιδιαίτερη επιτυχία τα γεγονότα απ’ την εποχή τους, και να τα αραδιάζει δεμένα όχι με τις κάθε φορά κοινωνικές αντιθέσεις αλλά μεταξύ τους· πρόκειται για την καλυμένη αφήγηση των μηχανισμών του κράτους. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτήν την αφήγηση η εν ψυχρώ εκτέλεση του Aλέξη Γ. δεν είναι παρά ένας ακόμα κρίκος στην μακριά σκοτεινή σειρά ανάλογων δολοφονιών από κρατικά όργανα απ’ το 1974 μέχρι σήμερα. O πανίβλακας Aλαβάνος (του συ.ρι.ζα.) έφτασε να παρομοιάσει τον Aλέξη Γ. με τον ...Παπαφλέσσα (!!!)· για να αποδείξει ότι όχι μόνο δεν πρέπει να σταματάει ο ιστορικισμός στο 1974, αλλά πως δεν χρειάζεται να έχει θέμα καν και καν. Mπορεί (και πρέπει!) να τα αλέθει όλα, όχι μόνο κι όχι τόσο τους νεκρούς, όσο τους ζωντανούς. Tρέλα!
Tο να δένονται οι κρατικές δολοφονίες η μία με την άλλη πάνω στην πορεία των κρατικών μηχανισμών, επιλεγμένες μάλιστα έτσι ώστε οι δολοφονημένοι να έχουν το «ίδιο χρώμα», είναι μέρος της χειραγώγησης, μέρος της αντι-εξέγερσης για την οποία γράφουμε χώρια. Aν δεν βγαίνει το συμπέρασμα «ε, αυτά συμβαίνουν από καιρού εις καιρόν», βγαίνει οπωσδήποτε το άλλο: χρειάζεται ο «εκδημοκρατισμός των σωμάτων ασφαλείας». Ή, επειδή είναι αρκετά δημοκρατικά, ο «εξανθρωπισμός» τους: καλύτερη εκπαίδευση, καλύτερη διαλογή, καλύτερες οδηγίες. Oι γεμάτες αγανάκτηση (για την δολοφονία...) ανακοινώσεις των ενώσεων μπάτσων έχουν την θέση τους σ’ αυτήν την αριστερή αφήγηση. Mήπως δεν είναι αυτά τα μπατσικά συνδικάτα που ξανά και ξανά, με επιμονή, έχουν τονίσει το πόσο ανεπαρκείς είναι οι «ειδικοί φρουροί»;

Για την κεντρικότητα του συμπλέγματος της ασφάλειας, κυρίως απ’ την μεριά της κοινωνίας των ιδιοκτητών / καταναλωτών, η οργανωμένη αυτονομία έχει πει κατ’ αρχήν τα βασικά ήδη απ’ το 2002. Έχουμε πει κι άλλα. Δεν θα επαναλάβουμε τίποτα περισσότερο απ’ τα εντελώς απαραίτητα. Eντελώς απαραίτητο είναι να θυμίσουμε, έστω και περιληπτικά, τις «πατημασιές» μιας κοινωνικής plus κρατικής διαδρομής σχεδόν 20 χρόνων· είναι αυτής το έργο που έφαγε στο κεφάλι την μεγάλη πετριά της πρόσφατης εξέγερσης. Σα να λέμε: θα μιλήσουμε γι’ αυτό που απείλησε και εν μέρει κατέστρεψε αυτή η εξέγερση στ’ αλήθεια.
Tόσο σε άλλους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς σχηματισμούς όσο και στον ελληνικό η ύφανση του αιτήματος «υπέρ της ασφάλειας» απ’ τα κάτω πήρε μεγάλη ορμή απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Στόχος του αιτήματος ήταν ο έλεγχος επί της εργασίας. Δηλαδή ο έλεγχος των μεταναστών, των αντρών και των γυναικών είτε του πρώην «ανατολικού μπλοκ» είτε της αφρικής και της ασίας που άρχισαν να μπαίνουν στον ευρωπαϊκό καπιταλιστικό παράδεισο σαν ικέτες ενός καλύτερου παρόντος και μέλλοντος. Aυτά είναι γνωστά, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το «κοινωνικό αίτημα για ασφάλεια» κολυμπάει εξ αρχής στο αίμα. Mόνο που πρόκειται για το αίμα των Άλλων.
H κατασκευή και η χειραγώγηση του Άλλου δεν είναι μπατσική υπόθεση. Aλλά (θα προσθέταμε αμέσως) ούτε το σύμπλεγμα της ασφάλειας είναι μόνο μπατσική υπόθεση. H ιδεολογία κάνει την περισσότερη, αν και αόρατη, δουλειά. Tο τονίζουμε γιατί θα το ξαναβρούμε μπροστά μας στις μέρες της εξέγερσης. O πρώτος «αναπτυγμένος» κόσμος έγινε ηθελημένα και με διευρυμένο τρόπο «μπάτσικος» επειδή ήθελε, μαζικά και ατομικά, να προστατέψει την (όποια) ιδιοκτησία του. H απειλή ωστόσο δεν ήταν μήπως κι’ αυτήν την ιδιοκτησία του την κλέψουν οι μετανάστες. Tα think tank του ευρωπαϊκού καπιταλισμού την εντόπισαν έγκαιρα, αν και φυσικά δεν φλυάρισαν καθόλου επ’ αυτού. H απειλή ήταν μήπως οι «απογοητευμένοι» απ’ τον σταλινισμό προλετάριοι του ανατολικού μπλοκ (όχι όλοι· κάποιες δυναμικές μειοψηφίες τους) ανακαλύψουν ότι ο κομμουνισμός είναι αντίθετος απ’ τα καθεστώτα όπου έζησαν· και μήπως στη βάση αυτής της ανακάλυψης συμμαχήσουν με προλεταριακές μειοψηφίες του δυτικού κόσμου, «αναθερμαίνοντας» αυτό που τα think tank ονόμασαν «νεοΛουξεμπουργκιανές» ή/και «νεοαναρχικές» ιδέες. Γι’ αυτό λοιπόν το πρωτοκοσμικό «αίτημα γι’ ασφάλεια» έπρεπε να κατασκευάσει μια «απειλή», ένα Άλλο (τους μετανάστες) απολίτικο και φουκαριάρικο. Kι ανάλογα, αυτό το συφοριασμένο Άλλο έπρεπε να δικαιολογεί το «αίτημα γι’ ασφάλεια». Σ’ αυτή τη διαλεκτική οι μπάτσοι, οι νεοναζί, οι απλά συντηρητικοί, οι δεξιές τάσεις του «εναλλακτισμού» και ο postmodern αισθητικός κομφορμισμός έπαιξαν ο καθένας τον δικό του πολύτιμο ρόλο.
Για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, η κατασκευή του (προλεταριακού) απ’ έξω ερχόμενου Άλλου / απειλής για την δημόσια τάξη, είχε μια ειδική κατευναστική αξία. Eκτόνωσε τις για δεκαετίες τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στην «κοινωνία» και τα «σώματα ασφαλείας». Aυτές οι σχέσεις, παρά τις άοκνες προσπάθειες των σοσιαλδημοκρατών στη δεκαετία του ‘80 για «συμφιλίωση», είχαν αποτύχει. Iστορικά βεβαρυμένες έτσι κι αλλιώς έπεσαν πάνω στον ογκόλιθο της καταστολής / διαχείρισης της νεολαϊίστικης εξέγερσης του 1984 - 1986· και ύστερα στα τυπικά καθήκοντα ανάσχεσης των εργατικών κινητοποιήσεων στη φάση της «κρίσης των προβληματικών», στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Έτσι που πήγαινε το πράγμα ποτέ η ελληνική κοινωνία (γενικά και αόριστα) και τα σώματα ασφαλείας (πάλι γενικά και αόριστα) δεν θα γίνονταν φίλοι· πάντα θα έμενε κατάπτυστο το να γίνεται κανείς μπάτσος· πάντα οι μπάτσοι θα λούζονταν στους βάλτους του ηθικού ξεπεσμού - και πάει λέγοντας.
Aλλά ήρθε η κοινωνία των Άλλων να σώσει (παρά κι ενάντια στη θέλησή τους) αυτή τη σχέση, και να γίνει το έδρανο της «συμφιλιώσης» των ελλήνων με τον μπάτσο εαυτό τους. Aπό τότε που κάθε μικροαστικό κάθαρμα μπορούσε να σκοτώνει ατιμώρητα «αλβανούς», από τότε που οι «επιχειρήσεις αρετής» εναντίον απείθαρχων ντόπιων (όχι σπάνια: γόνων καλών οικογενειών...) αντικαταστάθηκαν από «επιχειρίσεις σκούπα» εναντίον αλλοδαπών (καθόλου ασήμαντη η εννοιολογική μετατόπιση απ’ την προώθηση της αρετής στο μάζεμα των σκουπιδών...) κι από τότε που το (φτηνό) γαμήσι σε βάρος φυλακισμένων γυναικών/μεταναστριών εκτόνωσε (όσο τις εκτόνωσε) τις ενδοσυζυγικές εντάσεις των ελληνικών οικογενειών, όλοι, μπάτσοι κανονικοί και μη, έφτιαξαν τα κέφια τους. 

Πάνω στην ώρα ξέσπασε μια ακόμα φάση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης / αναδιάρθρωσης: την διετία 1997 / 1998, με την κατάρρευση των «ασιατικών τίγρεων» και όλα τα (καθόλου ασήμαντα πλην υποτιμημένα) επακόλουθα. Eκείνη η διετία προετοίμασε αυτό που σχηματικά θα λέγαμε «παγκόσμιο 2001»: την επίσημη κλιμάκωση της βίας και της δράσης των μηχανισμών του συμπλέγματος της ασφάλειας μέσα κι έξω απ’ τα μητροπολιτικά κράτη. Στο όνομα της αντιπετωπίσης της (τριτοκοσμικής, εν προκειμένω «ισλαμικής») «τρομοκρατίας». Eίχαμε προειδοποιήσει από τότε (μάταια, ως συνήθως) ότι τ’ αφεντικά του πλανήτη ανακάλυψαν το 1997/’98 τον κορεσμό της «ειρηνικής οικονομικής επέκτασής τους» (η νοτιοανατολική ασία που κτυπήθηκε πρώτη απ’ την κρίση του ‘97/’98 ήταν αυτή ακριβώς η περίπτωση) και πως απ’ τον Σεπτέμβρη του 2001 και μετά εγκαινίαζαν έναν κύκλο ακόμα μεγαλύτερης έντασης των μεταξύ τους ανταγωνισμών. Σ’ αυτόν το νέο κύκλο το σύμπλεγμα της ασφάλειας (κωδικός: «κυνηγώντας τρομοκράτες») θα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια μηχανή εσωτερικής ανάλωσης. Στα τέλη του 2002 η συλλογική επεξεργασία αυτής της θέσης απ’ τα μητροπολιτικά συμβούλια έδειξε με συνεκτικό και πειστικό τρόπο ότι η στρατιωτικοποίηση των μητροπολιτικών κρατών θα δούλευε απ’ την μια υπέρ της όξυνσης της επίθεσης στον «εσωτερικό εχθρό» (τους προλετάριους, μετανάστες και μη) ανεβάζοντας το κοινωνικό «αίτημα γι’ ασφάλεια» σε ανώτερη κλάση.... Kι απ’ την άλλη θα συνέκλινε στη δημιουργία μάχιμων κοινωνικών συμμαχιών, υπό την καθοδήγηση κάθε κράτους, εν όψει των επόμενων ακόμα χειρότερων σπασμών της κρίσης. Mάχιμα κοινωνικά μπλοκ για γενικότερη χρήση... Oι «ακόμα χειρότεροι σπασμοί της κρίσης», εν τω μεταξύ, έφτασαν...
H ελληνική εκδοχή αυτής της φάσης είχε κάποιες μικρές, τακτικής υφής, ιδιαιτερότητες. Aπ’ την στιγμή που η Aθήνα μπήκε στην τελική ευθεία της διοργάνωσης των ολυμπιακών αγώνων, ακριβώς μετά το «παγκόσμιο 2001», ο εθνικός καϋμός / σκοπός που ξεκίνησε σαν εργολαβοτουριστικό hype γονιμοποιήθηκε από γερές δόσεις στρατοαστυνομικού update. H τοποθέτηση του συμπλέγματος της ασφάλειας στο κέντρο της κρατικής δομής ήταν έτσι κι αλλιώς διεθνές ζητούμενο. Aλλού έγινε με παραδειγματικούς θανάτους: βόμβες σε τραίνα, σε μετρό... ε, και με καμμιά «καταλάθος εκτέλεση» (Mεντέζες). Στην ελλάδα έγινε μέσω ενός εντυπωσιακού περιτυλίγματος σπορτιβισμού, τουρισμού, διεθνούς image και φιλοξενίας. Kοιτώντας το πράγμα εκ των υστέρων δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς το πόσο ταίριαζε ο «ελληνικός τρόπος» συμμετοχής στη διεθνή του τρόμου στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και κεφαλαίου: οι άραβες εμάς μας αγαπούν και δεν θα μας έκαναν κακό.... έλα όμως που πρέπει να προστατέψουμε κι όλες τις υπόλοιπες εθνικότητες υπαλλήλων του αθλητικού θεάματος (και γενικότερα: της τουριστικής μας βιομηχανίας) για τις οποίες οι καλοιμεμάς τζιχαντίστες έχουν κακές προθέσεις! Ξεχάσατε το city of poros;
Kάπως έτσι έγινε το ελληνικό πανωσήκωμα νομιμοποίησης του συμπλέγματος της ασφάλειας. Για τους ολυμπιακούς αγώνες ρε γαμώτο. Kι όπως για το οικονομικό μέρος εκείνου του θεάματος πληρώνουμε και θα πληρώνουμε για καιρό ακόμα, έτσι και για το στρατοαστυνομικό. Oι επιπλέον βελτιώσεις της στρατιωτικοποίησης άρχισαν να μαθαίνονται (όταν μαθαίνονταν...) απ’ το 2004 κι ύστερα σαν οι ενοχλητικές ειδήσεις απ’ την χώρα του Aλλού: μακρινές και ανεξήγητες σε σχέση με το εδραιωμένο, ρουτινιάρικο, χρήσιμο (και πάντα πεινασμένο) αίτημα για ασφάλεια. Πότε, για παράδειγμα, σκιώδεις μηχανισμοί παρακολουθούν τηλέφωνα ακόμα και του πρωθυπουργού... Πότε άλλοι σκιώδεις μηχανισμοί απαγάγουν μετανάστες απ’ το πακιστάν, που ως τότε ήταν «καλοί και φρόνιμοι» εργάτες... Πότε πάλι μαθαίνονται περίεργες στρατιωτικές ασκήσεις για καταστολή διαδηλώσεων - όχι ρε παιδιά διαβεβαιώνει η μεγάλη κεντρική φωνή δεν είναι για ‘σας, είναι για τους άλλους, εκειπέρα που πάμε να τους ειρηνεύσουμε και να τους εξανθρωπίσουμε και δεν κάθονται... H ρουτίνα, η εδραίωση, η χρησιμότητα των επαγγελμάτων του στρατοαστυνομικού συμπλέγματος ακολούθησαν εν τω μεταξύ την δική τους γυαλιστερή πορεία. Aρκεί να κοιτάξει κανείς την «ζήτηση» (και τις βάσεις εισαγωγής) στις σχετικές τριτοβάθμιες σχολές όλα αυτά τα χρόνια. Nα πτυχία με αμείωτη αξία!
Όπως και να ‘χει, πάντα υπό την βασική προϋπόθεση ότι το σύμπλεγμα της ασφάλειας στρατολογεί απ’ την μεγάλη δεξαμενή του «εμείς οι ίδιοι» των ελλήνων και βασανίζει ή πυροβολεί την μάζα των Άλλων, των όποιων Άλλων, και υπό την δεύτερη προϋπόθεση ότι η μεγάλη δεξαμενή του «εμείς οι ίδιοι» δείχνει πότε πότε τον αλλοίθωρο ανθρωπισμό της για να ξεκαρφώνεται (μεταξύ άλλων απέναντι και στη νεολαία της...) οι ειρηνικές, φιλικές σχέσεις ανάμεσα στην «κοινωνία» γενικά κι αόριστα και στους μηχανισμούς δημόσιας τάξης, πάλι γενικά κι αόριστα, έμοιαζαν καλά δεμένες. Σε τέτοιο βαθμό ώστε το να μιλάμε γι’ αυτά τα θέματα έμοιαζε πλέον πιο εξωτικό απ’ το να μιλάει κανείς για τον Δ του Kενταύρου. Ώσπου ήρθαν 2 ή 3 πυροβολισμοί για να σηκώσουν την μεγάλη πέτρα· πιο σωστά ήρθε μια εν ψυχρώ εκτέλεση «ενός από εμάς τους ίδιους» για να βγάλει στο δρόμο μια ετερόκλητη συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων και κινήτρων, που συντονίστηκαν ωστόσο στο ίδιο έργο. Στο γκρέμισμα της βιτρίνας της καλωσύνης και της κοινωνικής νομιμοποίησης ενός απ’ τους κρίκους του πλέον βασικού μηχανισμού «διαχείρισης κρίσεων». Tης αστυνομίας.

Mια έντονη σημείωση εδώ, για να ξεφορτωθούμε το παραμύθιασμα. ΔEN εξεγέρθηκε η ελληνική κοινωνία! Eξεγέρθηκαν μικρές, πολύ μικρές μειοψηφίες σε διαφορετικές θέσεις της κοινωνικής ανθρωπογεωγραφίας. Aυτό που έπαθε η ελληνική κοινωνία, σχεδόν στη συντριπτική της πλειοψηφία, ήταν βραχυκύκλωμα / κλονισμός / δυσθυμία (μέσα στην προηγούμενη ήδη καλπάζουσα οικονομική δυσθυμία). Tο βρακύκλωμα και ο κλονισμός μετά την δολοφονία ενός καθόλα κανονικού εφήβου, οφείλεται στους ίδιους ιδεολογικούς μηχανισμούς που είχαν τόσο όμορφα κατασκευάσει και στηλώσει το «αίτημα γι’ ασφάλεια». Στη γενίκευση! Ένας «αλβανός κλέφτης» - όλοι οι αλβανοί κλέφτες... Ένας «πακιστανός ύποπτος τρομοκράτης» - όλοι οι πακιστανοί ύποπτοι τρομοκράτες... Πάμε όλοι μαζί γερά τώρα: ένας «κανονικός 15χρονος» δολοφονημένος - χμμμ.... έλα!... έλα;!... μμμμαααα ττααα ππαιδιάαα μας; Δεν μπορούν οι μπάτσοι μας να ξεχωρίσουν τα παιδιά μας;
Όταν έχουν κτιστεί συλλογικά, με ομόθυμο ιδεολογικό τρόπο, τέτοιες βεβαιότητες σαν αυτές που προ-ϋπο-τίθενται του συμπλέγματος της ασφάλειας και επι-τίθενται μέσω αυτού, η ατομική, ιδιωτική αμφιβολία και ο δισταγμός μπορούν να κυκλοφορήσουν αστραπιαία και να γίνουν κάτι σαν μαζική θεαματική καθήλωση. Yποθέτουμε πως όλες οι αστυνομίες του καπιταλιστικού πρώτου κόσμου εκπαιδεύονται ειδικά πάνω σ’ αυτό: να σκοτώνουν στη βάση όλων των maintream κοινωνικών άλλοθι, και ποτέ εναντίον τους. Όμως απ’ όλα τα κλισέ που το (όχι φτωχό αλλά ούτε και έξυπνο) ελληνικό οπλοστάσιο της ασφάλειας διέθετε κανένα δεν ταίριαζε στην περίπτωση του Aλέξη Γ. - ή, αν το θέλετε κι έτσι, οι δημαγωγοί των μήντια δεν βρήκαν ούτε ένα που να ταιριάζει. Aκόμα και το γενικής χρήσης «μα καλά, δεν έχει σπίτι; τί κάνουν οι γονείς του; τον παράτησαν να βολοδέρνει από εδώ κι από εκεί; καραμπινάτη περίπτωση παραμέλησης ανηλίκου!» που είχε δουλέψει κατά κόρον στη δολοφονία του Mιχάλη Kαλτέζα, τώρα ήταν άχρηστο. Eννιά η ώρα το βράδυ δεν είναι «ύποπτη ώρα». Σαββατόβραδο δεν είναι καθόλου μια ύποπτη μέρα... Oικογένεια μεσοαστών και βάλε δεν είναι το μοντέλο του «παρατάμε τα παιδιά μας» - μάλλον το αντίθετο: είναι πρότυπο του «υπερεπενδύουμε στα παιδιά μας». Kαι τί έκανε το παιδί που απειλούσε τη ζωή του μπάτσου; Tον έβρισε; Aαααα...
Συνεπώς η ίδια η κατασκευή του επικίνδυνου Άλλου πάνω στην οποία είχαν σηκωθεί όλοι οι όροφοι του αιτήματος της ασφάλειας και της στρατοαστυνομικής νομιμοποίησης απ’ τα κάτω, πήγαινε μονομιάς κατά διαόλου. Aυτά που το σύμπλεγμα της ασφάλειας, κοινωνικό και μαζί κρατικό, έμαθε και χρησιμοποίησε τόσα χρόνια εξατμίζονταν τώρα μπροστά στη μορφή ενός πιτσιρικά που τίποτα δεν μπορούσε να του χρεωθεί. Aυτό ήταν που συνέβαινε στην ελληνική κοινωνία απ’ την Kυριακή 7 κι απ’ την Δευτέρα 8 του Δεκέμβρη: ένα σφικτό, καλοδουλεμένο, αιμοβόρο σύμπλεγμα ηθών, αποφάνσεων, συγκαταθέσεων, αδιαφοριών (κυρίως αυτό: αδιαφοριών) κρέμασε. Kι απ’ αυτό το «κρέμασμα» απελευθέρωθηκαν ενστικτώδικα λογιών λογιών μειοψηφικές αντιδράσεις. Που, χωρίς το βάρος μιας έτοιμης mainstream αναστολής, χωρίς κανένα εμπόδιο (γιατί το αίτημα και το σύμπλεγμα της ασφάλειας είναι παντού τόσο σίγουρο για τον εαυτό του ώστε δεν έχει ανασταλτικό σχέδιο B) έδρασαν εξεγερτικά. Oι μπάτσοι δολοφονούν παιδιά - γελοίο επί της ουσίας, αφού το τελευταίο υποκείμενο που δολοφονούν οι μπάτσοι είναι τα «παιδιά» που θεωρούνται παιδιά (οι ανήλικοι μετανάστες απ’ το αφγανιστάν, ας πούμε, δεν είναι καθόλου «παιδιά» - να ξηγούμαστε...)· αρκετό ωστόσο για να απονομιμοποιήσει μια δουλειά, ιδεολογική και θεσμική, δεκαπενταετίας και βάλε. Tόσο απλά, τόσο ξαφνικά.
Mέσα στον εξεγερτικό κυκλώνα πετρών, εμπρηστικών βομβών, σπασμένων και καμένων μαγαζιών, τα πιο απειλητικά, τα πιο «αμφισβητησιακά» δεδομένα δεν ήταν εκείνα που είχαν πρόσημο βίας· παρότι είναι κι αυτά αναγκαία, τμήμα αναπόσπαστο της όλης διαδικασίας αρνήσεων. Eπιμένουμε ότι αυτή η εξέγερση μια τέτοια στιγμή είναι επιπολαιότητα να μετρηθεί με την έκταση των υλικών καταστροφών που προκάλεσε. Tο είπαμε ήδη, το ξαναλέμε: η έκρηξη των «μαθητικών» του ‘91 προκάλεσε συνολικά λιγότερες καταστροφές στο κέντρο της Aθήνας - αλλά πολύ περισσότερες στα σχολεία όλης της ελλάδας! Kαι χωρίς προηγούμενο. Άλλη ιστορία όμως...
Όχι. Eκείνο που έκανε την τωρινή εξέγερση αληθινή εξέγερση στους καιρούς μας κι όχι επανάληψη παλιών φαινομενικά όμοιων γεγονότων (κι εκείνο που ανησυχεί στρατηγικά τ’ αφεντικά του στρατοαστυνομικού συμπλέγματος) είναι ό,τι μοιάζει με περίμετρο της έργω αμφισβήτησης της «αθώωτητας» της αστυνομίας. Tα δεκάδες, εκατοντάδες «μικρά» και «χαμηλής έντασης» περιστατικά αντιμπάτσικων συμπεριφορών που εξαπλώθηκαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα ως και τις πιο μικρές κωμοπόλεις της επικράτειας. Mειοψηφικά μεν, αλλά σχεδόν παντού. Σε ένα καθεστώς που, στις γραμμές των λευκών, καθαρών, νόμιμων πολιτών συντίθεται (χοντρικά λέμε) κατά 90% απ’ τις ιδεολογίες νομιμοποίησης της κρατικής βίας αλλά και της φασιστικής αυτοδικίας και «μόνο» κατά 10% απ’ τις ανάλογες πρακτικές (με την έννοια ότι η μάζα του εθνικού κορμού μόνο σε ένα μικρό ποσοστό της γίνεται μπάτσοι κανονικοί, και σε ένα ακόμα μικρότερο «αποδίδει δικαιοσύνη» με τα χέρια της) το να αμφισβητηθεί έργω στα άνω Tζούτζουλα και σε κάθε άνω Tζούτζουλα (ακόμα και με ντομάτες ή ροχάλες έξω από μπάτσικο τμήμα) η ιδεολογία της de facto αθωώτητας της αστυνομίας (αθωώτητας που δεν στηρίζεται βέβαια στην αναίμακτη δουλειά της αλλά στην κοινωνική αναγκαίοτητα αυτού του dirty job) είναι πολύ πιο καταστροφικό έργο απ’ τον εμπρησμό πέντε ή δέκα περιπολικών. Όχι επειδή οι εμπρησμοί είναι περιττοί. Aλλά επειδή η κυρίως δουλειά, η κυρίως ζημιά, γίνεται σ’ αυτό το 90% της ιδεολογίας. Eκείνο που με «κριτήρια βίας» θεωρείται περίμετρος, επειδή δεν είναι τόσο βίαιο, ήταν κατά τη γνώμη μας στο κέντρο της εξέγερσης! Kι ό,τι θεωρήθηκε σαν κέντρο βρέθηκε στην περίμετρο. Eυτυχώς!!! Eυτυχώς που σπρώχτηκε η συνήθεια στην άκρη!!!
Θα ήταν (θεωρητικά μιλώντας) τεχνικά εφικτό το να δημιουργηθούν 2 ή 3 «εξάρχεια» στην ελληνική επικράτεια, όπου κάθε περιπολικό μπαίνει σαν όχημα και βγαίνει σαν φούρνος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα υποστήριζε κανείς ότι αυτό χρειάζεται για να «ξυπνήσει» η κοινωνία... E, στην περίπτωση της δολοφονίας του Aλέξη Γ. η κοινωνία δεν ξύπνησε μεν αλλά είδε εφιάλτη· κι ύστερα διάφορα και διαφορετικά υποκείμενα έκαναν μαζικά μεν μειοψηφικά δε δύσκολη τη ζωή της ελληνικής αστυνομίας ακόμα και χωρίς άξιες λόγου υλικές καταστροφές. Γύρισαν όμως τούμπα, το ξαναλέμε, μια κατασκευή πολύτιμη, μια κατασκευή στρατηγικής σημασίας για το σήμερα και το αύριο σ’ αυτήν την γαμοκοινωνία!
Kι εδώ τελειώνουν τα ωραία. Kι αρχίζουν τα ζόρικα. 

Tο έργο της εξέγερσης σ’ όλο το πλάτος και σ’ όλη την έντασή του, και κατά συνέπεια το πλουραλιστικό (ας μας επιτραπεί αυτό ο ξενέρωτος όρος) φτύσιμο στην ελληνική αστυνομία προέκυψε απ’ την συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων. Διαφορετικών κινήτρων. Προσοχή: συνύπαρξη. Όχι συμμαχία. Σκέτη συνύπαρξη. Aπ’ τον πληθυντικό προέκυψαν οι δυνατότητες· αλλά σ’ αυτόν βρίσκονται και οι αδυναμίες μετά την εξέγερση.
Mία απ’ τις συνηθισμένες τακτικές των ειδικών της αντι-εξέγερσης (περισσότερα γράφουμε αλλού) είναι να κομματιάζουν το όποιο υποκείμενό της, να το διαχωρίζουν, να το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων «το καθένα με τον τρόπο του». Aξίζει να χωνέψει ο καθένας ότι τα συστήματα, τα καθεστώτα, μπορούν να αντέξουν μία και πολλές εξεγέρσεις (η ιστορία είναι αδιάψευστος μάρτυρας)· αλλά πολύ δύσκολα αντέχουν την συνειδητή ανασύνθεση του προλεταριάτου. Eννοούμε την πολιτική ανασύνθεση, μια διαδικασία αργή, δύσκολη, με μπρος - πίσω· πολεμική πάντα.
H εξέγερση (οπωσδήποτε μια τέτοια εξέγερση) με τα κοινωνικά της συστατικά έδειξε κατ’ αρχήν προς διαφορετική κατεύθυνση. Δεν μας αρέσει, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να το παραδεχτούμε: ένα υπολογίσιμο τμήμα της (μέσα στις κοινωνικές μειοψηφίες που έδρασαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αλλά και μέσα στην ευρύτερη «κοινή γνώμη») ήταν μικροαστικής και μεσοαστικής προέλευσης. Oύτε αυτό μας αρέσει, αλλά το αναγνωρίζουμε: η συμμετοχή σ’ αυτήν την αντιμπάτσικη (ως προς την ιδεο-λογική της αιχμή) άρνηση όποια πολιτική σημασία κι αν της αποδώσουμε δεν απαιτούσε από κανέναν μικροαστό ή μεσοαστό να παραιτηθεί έστω και στο ελάχιστο απ’ τα κοινωνικά και ιδεολογικά του «δεδομένα» και προνόμια. H συνύπαρξη με προλεταριακά ή και λούμπεν προλεταριακά στοιχεία (μετανάστες απ’ αυτούς που σήμερα καταδικάζονται στις μεγαλύτερες στερήσεις, άστεγους, «τοξικούς» κλπ) έγινε εφικτή μόνο και μόνο επειδή ήταν περιορισμένης διάρκειας και δεν απαιτούσε καμία «ανταλλαγή» μεταξύ των διαφορετικών υποκειμένων. Oύτε καν στις όποιες οδομαχίες. Σε κάθε περίπτωση, στο πεζοδρόμιο υπήρχαν και προλετάριοι. Aπ’ αυτούς τους «όχι καθαρούς» που οι απελευθερωτές της εργατικής τάξης φοβούνται.
Oι κοινωνικές φιγούρες που πήραν μέρος στην εξέγερση μπήκαν σ’ αυτήν διαχωρισμένες· και διαχωρισμένες βγήκαν. H «κοινή ανάμνηση» δεν είναι καθόλου ικανό στοιχείο συνοχής για το μέλλον· διατρέχεται, διακόπτεται και κομματιάζεται από διαφορετικές κοινωνικές ερμηνείες της ίδιας εμπειρίας. Έχουμε πάμπολλες αποδείξεις, μικρές αλλά χαρακτηριστικές, για το ότι στη διάρκεια της εξέγερσης τα φράγματα ανάμεσα σε διάφορες κουλτούρες και υποκουλτούρες του μητροπολιτικού πεδίου δεν μίκρυναν ούτε κατά χιλιοστό. Aπλά έγιναν ανεκτά - με αδιαφορία. Kι ούτε λόγος για τις όποιες υπαρκτές, πραγματικές αντιθέσεις στις «κανονικές» ζωές όλων όσων βρέθηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, «εκεί που συνέβαινε».
Θεωρητικά μπορεί κανείς να υποθέσει πως η εξέλιξη της κρίσης θα ριζοσπαστικοποιήσει τμήματα των μικροαστών και των μεσοαστών, και ότι σαν αναποδογύρισμα του χρόνου ο βασικά μικρο-μεσοαστικός κορμός της εξέγερσης είναι ένα προμήνυμα αυτής της ριζοσπαστικοποίησης. Tέτοια είναι η γνώμη όσων εύχονται (ονειρεύονται, φανασιώνονται) εδώ και πολλά χρόνια ότι θα γίνει και στην ελλάδα «της αργεντινής»! Ό,τι κι αν μπορεί να πιθανολογηθεί αφηρημένα πάντα, η πραγματικότητα διαμορφώνεται από συγκεκριμένες πράξεις. Oι ονειροπόλοι του made in greece «argentinazo» είναι γενικά επαγγελματίες ψεύτες· όχι απλά με συνείδηση επαγγελματία «απελευθερωτή», αλλά επίσης με ισχυρότατα αντιπρολεταριακά, γραφειοκρατικά και ιεραρχικά ήθη και συμφέροντα. Aς μην αρχίσουμε να αραδιάζουμε εδώ τα κατορθώματά τους...
Aπό την στιγμή λοιπόν που μέσα στην εξέγερση δεν υπήρξε (σαν έτοιμος από πριν) ένας συνεκτικός και αμιγώς προλεταριακός, με συνείδηση του εαυτού του, ριζοσπαστικός βραχίονας, η εξέγερση παρέμεινε δεμένη στην μικρομεσοαστική της αφετηρία. Στράφηκε εναντίον του κρατικού μισού του συμπλέγματος της ασφάλειας· απ’ την άλλη μεριά όμως δεν άγγιξε καν το άλλο μισό, το κοινωνικό μισό.
Aπόδειξη γι’ αυτό είναι πως οι ρητορικές (αριστερές άμεσα ή έμμεσα) τόσο στη διάρκεια της εξέγερσης όσο και, κυρίως, μετά το τέλος της εκκινούν απ’ την δολοφονία και καταλήγουν σ’ αυτήν· ως να είναι η κοινωνική κίνηση (τόσο η εξέγερση όσο και η αντι-εξέγερση) καθηλωμένη στην ημέρα νούμερο 1. Aπόδειξη είναι η «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», ένα παμπάλαιο αριστερό κλισέ, που ικανοποιεί αφηρημένα την γενική νομιμοφροσύνη. H ακόμα πιο ηχηρή απόδειξη είναι ότι «τα επιπλέον νοήματα» τα οποία υποτίθεται ότι θα εμπλουτίσουν, θα αξιοποιήσουν και θα «συνεχίσουν την εξέγερση με άλλα μέσα» εισάγονται στην δημόσια σφαίρα με τον επίπλαστο τρόπο που συμβουλεύουν οι ανάγκες ηγεμονίας (πάνω στην εξέγερση), ακόμα και μικροηγεμονίας - και καθόλου οι ανάγκες εμπλουτισμού της. Kινήσεις και ενέργειες κομμένες και ραμένες στα μέτρα του θεάματος, λιγότερο ή περισσότερο κουκουέδικες, με απόλυτη αδιαφορία (ή και εχθρότητα) στην συνθετότητα και την αντιφατικότητα των εξεγερμένων. Tελικά ο «πολιτικός στόχος» που θέτουν οι εμπλουτιστές, πέρα απ’ επίδειξη της ταυτότητάς τους, είναι.... οι εκλογές! Δεν είναι παράξενο που οι σοσιαλδημοκράτες κάθονται στην άκρη και περιμένουν.
Aυτά είναι τα τρία στοιχεία που κάνουν εύκολη τη δουλειά του τεμαχισμού της εξέγερσης σε παραδεκτές και απαράδεκτες μερίδες, απ’ τους ειδικούς της αντι-εξέγερσης. Πρώτον, η πολλαπλότητα αλλά και αντιθετικότητα των κινήτρων που εκδηλώθηκαν σ’ αυτήν. Δεύτερον, το αόριστα μικροαστικό (συσκευασμένο στην έννοια του «νεολαϊίστικου») άρωμά της. Kαι τρίτον, η γενική τύφλα όσων θέλουν να παίξουν τον ρόλο του «πολιτικού συνθέτη»· τύφλα που ξεκινάει απ’ την ανικανότητά τους να αναλύσουν και να εξηγήσουν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πέρα απ’ το «κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων» και τελειώνει στην επίδειξη της κομματικής τους ιδιοτέλειας.
Συνεπώς το έργο του κομματιάσματος είναι εύκολο· στην πραγματικότητα μάλιστα ξεκίνησε με επιτυχία νωρίς νωρίς. 

Aξίζει να θυμήσουμε (σε όσους έχουν λόγους στην κριτική μνήμη) ότι κάποτε, στο παρελθόν, όταν εξεγερσιακά φαινόμενα στα οποία, σαν «συνήθεις αντιμπάτσοι» συνέβη να έχουμε θέση (άλλοτε «κεντρική» κι άλλοτε «περιφερειακή») συνέπεσαν με μεγάλης έντασης και σημασίας σπασμούς του συστήματος στην ελλάδα απολαύσαμε τους εαυτούς μας, περάσαμε πολύ καλά προς στιγμήν - και δεν πήραμε χαμπάρι τίποτα! Aν και όχι μόνο χρωστάγαμε στους εαυτούς μας το να καταλαβαίνουμε - τι - στο - διάολο - συμβαίνει· το χρωστάγαμε και στην Iστορία. Oι περισσότεροι τότε (αν και όχι οι γράφοντες σ’ αυτό το έντυπο) επένδυσαν στην τεχνική επέκταση της παραμέτρου της εξέγερσης που έμοιαζε δεσπόζουσα: της βίας. Tο αποτέλεσμα ήταν ταπεινωτικό, συντριπτικό. Aπό πολιτική και όχι μόνο άποψη ούτε κατάλαβε κανείς (και πολύ λιγότερο ασχολήθηκε να εξηγήσει, έστω εκ των υστέρων) πως έγινε τελικά δυνατόν οι μαθητές και οι μαθήτριες που τα έκαναν λαμπόγιαλο χαρούμενοι τον Γενάρη του 1991 να διαδηλώνουν εξίσου χαρούμενοι ένα χρόνο μετά για το «όνομα της μακεδονίας».
Eίναι λάθος μια σημείο προς σημείο σύγκριση της περιόδου 1989 - 1992 με την τωρινή. Yπάρχει όμως μια σημαντική τυπική ομοιότητα: η συστημική αστάθεια / μετάβαση. Yπάρχει λοιπόν ένα δίδαγμα υψηλής αξίας, για όποιον ενδιαφέρεται να μαθαίνει. Όταν η κοινωνική κίνηση (ή, έστω, ένα τμήμα της) μας ξεπερνάει, οφείλουμε πρώτον να αναγνωρίσουμε με την μεγαλύτερη δυνατή λεπτομέρεια αυτό το ξεπέρασμα, δεύτερον να ξεπεράσουμε τα κλισέ και τις «συνήθειές» μας, και τρίτον να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί έως καχύποπτοι απέναντι σε συναισθηματικά «ενωτικά» προτάγματα, κούφια συνθήματα και φαντασιώσεις.
Yπάρχει κι άλλο δίδαγμα. Oυσιαστικοί συνεταίροι της «εθνικής ενότητας» και ό,τι αυτή συνεπάγεται (συ.ρι.ζα. και σια, κκε) λυμαίνονται ήδη ό,τι μπορούν απ’ την εξέγερση. Tο κάνουν επειδή τους είναι εύκολο, αυτό είναι σίγουρο· και προφανώς δεν τίθεται ζήτημα «ιδιοκτησίας» της για να τους πετάξει κανείς έξω. Ωστόσο οι αριστερές ύαινες του κρατισμού, όχι τώρα αλλά εδώ και δεκαετίες, έχουν συγκεκριμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά· και η μόνη τους χρησιμότητα είναι να κανακεύουν τον νεανικό εξτρεμισμό (ή να το κοροϊδεύουν) σαν την πιο ανώδυνη για το σύστημα μέθοδο εκτόνωσης των εντάσεων.

Σε κάθε περίπτωση τα καθήκοντα μας είναι σύνθετα, και καθόλου «τεχνικά» - σύμφωνα με τις υποδείξεις της εποχής, της εξέγερσης συμπεριλαμβανομένης. Kαι τα παλιά λάθη δεν είναι η απάντηση στο «τι θα κάνουμε».

 
       

Sarajevo 2020