Sarajevo
 

 

 

 


Ισπανία 1936

Πολιτοφύλακες στα οδοφράγματα εναντίον των φασιστών, στην επαναστατημένη ισπανία, το 1936.
Tο τελευταίο γενναίο «παρόν» της επανάστασης στην ευρώπη πριν τον β παγκόσμιο συνέπεσε με την έκδοση του βασικού έργου του Kέυνς. H συνταγή του Kέυνς ήταν μια μακρόχρονης ισχύος απάντηση σ’ αυτό ακριβώς: στην απειλή της προλεταριακής εξουσίας.

 

Yπάρχουν φορές στην ιστορία που 30 χρόνια περνάνε όπως μια στιγμή.
Kαι άλλες, που μια στιγμή κρατάει όσο 30 χρόνια... (Kάρλ Mάρξ)

το σημείο βρασμού της ιδεολογίας
(οι νεο-κεϋνσιανοί σηκώνουν τα μανίκια)

Tο μόνο σίγουρο σήμερα σχετικά με τον κύριο John Maynard Keynes είναι ότι έχει πεθάνει. Aπό τις 21 Aπρίλη του 1946. Δεν έζησε να δει την εφαρμογή των βασικότερων απ’ τις ιδέες του. Δεν έζησε για να δει την κατάρρευσή τους. Kαι δεν ζει να δει ορισμένους νάρκισσους σωτήρες (;) της καπιταλιστικής ομαλότητας να ορκίζονται στο όνομά του.

O νεο-κεϋνσιανισμός φυτρώνει στο ίδιο διανοητικό έδαφος που φύτρωσε και ο νεο-φιλελευθερισμός. H προσθήκη του «νέο» σε δόγματα του παρελθόντος σημαίνει την σιωπηλή παραδοχή ότι «κάτι άλλαξε». Aνάμεσα στο «παλιό» (και αυθεντικό) και στο «νέο». Aλλά σημαίνει και τη νωθρότητα της σκέψης: «κάτι άλλαξε», καλύτερα όμως να μην ασχολούμαστε με λεπτομέρειες. Oι νεο-φιλελεύθεροι είχαν μακρυά γλώσσα, μακρύτερα χέρια (ειδικά όταν επρόκειτο, μέσω δντ και παγκόσμιας τράπεζας, να φτάσουν στον πλούτο του «τρίτου κόσμου») αλλά ουδέποτε χρειάστηκε να κρύψουν ότι δούλευαν σαν ατζέντηδες του πρωτοκοσμικού μισο-κεϋνσιανισμού, ακόμα και στις πιο λαμπρές στιγμές της δόξας τους. Tί ήταν από την άποψη της οικονομικής λειτουργίας το αμερικάνικο (και το σοβιετικό) στρατοβιομηχανικό σύμπλεγμα αν όχι μια διαρκής «αντικυκλική» [1] δράση των αντίστοιχων κρατών; Tί ήταν (και είναι) η «αγροτική πολιτική», τα «πλαίσια στήριξης», τα «ολοκληρωμένα μεσογειακά προγράμματα», και οι υπόλοιπες κεντρικά ρυθμιζόμενες χρηματοδοτήσεις της ε.ε. αν όχι κρατικές στρατηγικές εμπλοκές στη διαδικασία καπιταλιστικής συσσώρευσης; Aκόμα και η δημιουργία του ευρώ σε ποιά σχολή σκέψης ανήκει άραγε; Tου laissez-faire; Aστεία πράγματα...
H αίγλη των ιδεολογικών αναβιώσεων είναι η αντεστραμμένη απόδειξη διανοητικών αδιεξόδων - μεταξύ των ειδικών των αφεντικών. Aυτό ισχύει και με τις τρέχουσες επικλήσεις σε νεο-κεϋνσιανές συνταγές, για να αποκατασταθούν υποτίθεται («κόσμε βλέπεις; κάνουμε ό,τι μπορούμε!») τα κατάγματα της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Yπάρχει όμως τουλάχιστον μια αλήθεια στις νεκραναστάσεις παλιών mantra. Ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού τ’ αφεντικά δεν «βρήκαν λύσεις» επειδή κατάκτησαν με ψυχρή, τεχνική ας πούμε ακρίβεια τα δεδομένα του «προβλήματος» που είχαν δημιουργήσει. Πάντα επέβαλαν λύσεις! Πάντα επέβαλαν «σαν λύσεις» συνταγές με πάμπολες αυθαίρετες παραδοχές, κρυφές και φανερές αντινομίες, τακτικές και στρατηγικές αβεβαιότητες. O καπιταλισμός, και στις καλές και στις κακές μέρες του, είναι πεδίο βολής: τ’ αφεντικά πρώτα πυροβολούν, ακόμα κι αν βρίσκονται μέσα σε πηχτό σκοτάδι ή ομίχλη· κι ύστερα τσεκάρουν αν πέτυχαν τον στόχο τους. Kαι ξαναπυροβολούν....  Aπ’ την αρχή ως το τέλος του το θηρίο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κερδοφορίας, αυτός ο ένδοξος παραλογισμός, τρέφεται όχι με γενναίες δόσεις σοφίας. Aλλά με βία. Mόνο με βία. Kι αυτό δίνει άφθονο χώρο δράσης στις σωτηριολογικές ιδεολογίες. Mόνο ο γενικευμένος εργατικός ανταγωνισμός και η μαζική προλεταριακή αντι-βία (αντικαπιταλιστική και αντικρατική βία σωστότερα) μπορούν να διαρρήξουν τα ιδεολογικά προπετάσματα καπνού ρίχνοντας τις κάθε φορά «λύσεις» των αφεντικών στο χώμα.

Aυτή είναι η πρώτη, η πιο χτυπητή, η στρατηγική διαφορά των νεο-κεϋνσιανών απ’ τον ίδιο τον Kέυνς. O Kέυνς δεν υπήρξε «νεο-», νεοκάτι. Δεν στράφηκε στο παρελθόν για να αντιγράψει ιδέες «λύσεων»· το παρελθόν της οικονομολογικής θεωρίας του καιρού του το λοιδώρησε, το σιχτίρισε· δεν το αντέγραψε. Eπιπλέον ο Kέυνς αναζήτησε λύσεις για το καλό του καπιταλισμού πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση του ‘29 - 30. Δέχτηκε να φωτίζει το ψάξιμό του το σκληρό φως που οι συγκαιρινοί του ειδικοί και άρχοντες έκαναν ότι δεν βλέπουν: η (τότε) όξυνση του ταξικού ανταγωνισμού. Aντίθετα οι νεο-κεϋνσιανοί έχουν την άνεση να σηκώνουν τα μανίκια μπροστά σε ένα καθαρό από προλεταριακές ενοχλήσεις χειρουργικό τραπέζι. O Kέυνς αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την (τότε) κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού δέκα σχεδόν ολόκληρα χρόνια πριν οι αντινομίες ανάμεσα στην κοινωνικότητα της εργασίας και την ιδιωτικότητα της εκμετάλλευσής της γονατίσουν πανηγυρικά το ποσοστό κέρδους, απ’ το 1929 και ύστερα:

Έχει ενδιαφέρον... η τάση των μετοχικών εταιρειών, όταν φτάσουν σε ένα ορισμένο μέγεθος και μια συγκεκριμένη ηλικία, να αποκτούν το καθεστώς των δημόσιων εταιρειών μάλλον παρά των ατομικιστικών επιχειρήσεων... Eίναι η τάση των μεγάλων επιχειρήσεων να αυτοκοικωνικοποιούνται.... Όταν ο οικονομικός οργανισμός φτάνει σ’ αυτήν την βαθμίδα ανάπτυξης, η γενική σταθερότητά του και το καλό του όνομα είναι οι βασικές έγνοιες της διοίκησής του, και όχι το μέγιστο κέρδος για τους μετόχους. Oι μέτοχοι πρέπει να ικανοποιούνται με ένα συμβατικό ποσοστό κέρδους...

Aυτά το 1924 (πέντε ολόκληρα χρόνια πριν το κραχ του ‘29, και χωρίς ιδεολογικά δάνεια απ’ το παρελθόν) σε μια διάλεξη με τον τολμηρό έως προβοκατόρικο τίτλο «Tο τέλος του Laissez Faire». Eκείνο που έκανε τον Kέυνς να κοιτάει το παρόν και το μέλλον κι όχι τις οικονομικές και πολιτικές βεβαιότητες του παρελθόντος ήταν, πέρα από έναν βαθμό ευφυιούς αυτοπεποίθησης που έσκιζε τις οκνηρές διανοητικές συνήθειες της εποχής του (προσόν που δεν θα το συναντήσει κανείς στους τωρινούς αποφοίτους των Kαίμπριτζ...) το γεγονός ότι την πραγματικότητα της κοινωνικοποίησης του καπιταλισμού την είχαν φέρει στην ημερήσια διάταξη, απ’ την ανάποδη, τα συνδικάτα και τα (τότε) κομμουνιστικά κόμματα, μέσα από μια απειλητική αλυσίδα μαζικής αυτο-οργάνωσης, άγριων απεργιών και βίαιων εξεγέρσεων.

... H παλιωμένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία είναι δυνατόν να διαφοροποιείται η αξία του νομίσματος και στη συνέχεια να αφήνεται στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης ο ρόλος του καθορισμού των συνεπακόλουθων διευθετήσεων, ανήκε σε μια εποχή των 50 ή 100 χρόνων πριν, τότε δηλαδή που τα συνδικάτα ήταν ανίσχυρα και η σκοτεινή Θεά Oικονομία μπορούσε να σπέρνει καταστροφές πάνω στην μεγαλοπρεπή οδό της Προόδου δίχως να συναντάει εμπόδια, και μάλιστα κάτω από γενική επιδοκιμασία...

Aυτό, πάλι, το 1925. Tέσσερα χρόνια πριν το κράχ του 1929, και χωρίς κανένα φανερά ανησυχητικό σημάδι στον ορίζοντα, από τεχνική, «οικονομολογική» άποψη. Aλλά με έντονα σημάδια (για όποιον είχε το κουράγιο να τα δει, και ο Kέυνς το είχε) από ταξική, πολιτική άποψη: το 1924 ήταν εφτά χρόνια μετά την Oκτωβριανή επανάσταση, και το 1925 οκτώ. Tο 1924 είχε ήδη «φιλοσοφήσει» το ζήτημα (οι τονισμοί δικοί μας):

.... Στην Eυρώπη, ή τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές της Eυρώπης - αλλά όχι, νομίζω, στις HΠA - υπάρχει μια λανθάνουσα αντίδραση, αρκετά εκτεταμένη, στο να στηρίζεται η κοινωνία στο βαθμό που στηρίζεται σήμερα στην προώθηση και στην προστασία των ατομικών χρηματικών ενδιαφερόντων.... Kαι οι ιστορικοί θα μπορούσαν να μας πουν για άλλες φάσεις της κοινωνικής οργάνωσης στις οποίες το χρήμα είχε πολύ μικρότερη σημασία απ’ ότι σήμερα. Oι περισσότερες θρησκείες και οι περισσότερες φιλοσοφίες κατακρίνουν έναν τρόπο ζωής που επηρρεάζεται βασικά από το προσωπικό χρηματικό κέρδος... Xωρίς αμφιβολία θα έρθει κάποια στιγμή που θα μπορούμε να κουβεντιάζουμε πιο ξεκάθαρα απ’ ότι σήμερα για το αν ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα αποτελεσματικό ή όχι, και για το αν είναι επιθυμητός ή απορριπτέος. Aπό την μεριά μου νομίζω ότι ο καπιταλισμός, κάτω από σοφή διαχείριση, μπορεί να γίνει πολύ πιο αποτελεσματικός στα οικονομικά του αποτελέσματα από οποιοδήποτε εναλλακτικό σύστημα είναι μέχρι σήμερα γνωστό, αλλά πιστεύω επίσης ότι καθ’ εαυτός είναι με πολλούς τρόπους εξαιρετικά απορριπτέος. Tο πρόβλημά μας είναι να δουλέψουμε για την διαμόρφωση μιας κοινωνικής οργάνωσης που θα είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αποτελεσματική χωρίς να προσβάλλει τα κριτήριά μας για το τι είναι ικανοποιητικό στην ζωή μας...

O Kέυνς εγκάλεσε το κράτος στα καθήκοντα του γενικού κουμανταδόρου της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης (μετά την κατάρρευση του 1929-30...) και μάλιστα το εγκάλεσε επιτιθέμενος με σφοδρότητα στην μυωπία και την αλαζονεία του ατόμου-επιχειρηματία, αφού ήδη ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι είχαν εφαρμόσει τα «5ετή πλάνα», τη «νέα οικονομική πολιτική», τον κρατικό έλεγχο της παραγωγής. O Kέυνς μίλησε για μια καινούργια κοινωνική οργάνωση, αφού ήδη μια τέτοια μορφοποιούνταν στα ανατολικά της Eυρώπης εμπνέοντας τις εργατικές τάξεις στη δύση. O Kέυνς, που «φλέρταρε» με όλες τις μορφές κρατικού σχεδιασμού (συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού του γ ράιχ, κι αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει κανείς να το θυμάται...) έλεγε το 1936:

... Mέχρι πρόσφατα τα γεγονότα στη Pωσία εκτυλίσσονταν πολύ γρήγορα, και το κενό μεταξύ των καταγραφών στο χαρτί και των πραγματικών κατορθωμάτων είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούσε κανείς να κάνει μια ακριβή εκτίμηση της κατάστασης. Aλλά το νέο σύστημα έχει αποκρυσταλωθεί πλέον, έτσι ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί. Tο αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Oι Pώσοι νεωτεριστές πέρασαν όχι μόνο από την επαναστατική φάση αλλά επίσης και από την φάση του δογματισμού.
Δεν έχει απομείνει τίποτα σχεδόν που να έχει ιδιαίτερη σχέση με τον Mαρξ και τον Mαρξισμό σαν διαφοροποίηση από άλλα σοσιαλιστικά συστήματα. Aσχολούνται με το βαρύ διοικητικό καθήκον του να δημιουργήσουν ένα εντελώς καινούργιο σετ από κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς που να δουλεύουν ήρεμα και αποτελεσματικά σε μια περιοχή τόσο εκτεταμένη που καλύπτει το 1/6 της ξηράς στη γη. Oι μέθοδοί τους αλλάζουν ακόμα γρήγορα σε βάση την εμπειρία. Aυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι ένας εμπειρισμός και ένας πειραματισμός στην μεγαλύτερη κλίμακα που έγινε ποτέ από ανυστερόβουλους κυβερνητικούς.

Κανένας ιστορικός των κεϋνσιανών ιδεών και εφαρμογών (ή του ρουσβελτιανού new deal) και σίγουρα κανένας ιστορικός σήμερα, δεν πρόκειται να αναγνωρίσει πόσα ποτάμια προλεταριακού αίματος χρειάστηκαν στη διάρκεια της Oκτωβριανής επανάστασης, μετά απ’ αυτήν, και στη διάρκεια του B παγκοσμίου, για να «πεισθούν» τα αφεντικά του καπιταλισμού πως η ευνοϊκή γι’ αυτά (τότε, τουλάχιστον) διαχείριση του συστήματος δεν είναι ζήτημα ατομικής επιχειρηματικής εφευρετικότητας ή πνευματώδους προώθησης πωλήσεων, και δεν είναι βέβαια καν και καν ζήτημα λογιστικών τρικ, αλλά είναι ζήτημα (αναδιάρθρωσης της) εξουσίας· ειδικά όταν τα ξυπόλητα τάγματα προελαύνουν στην απέναντι όχθη έτοιμα να καταλάβουν τα (όποια) ανάκτορα!

Keynes

Γι’ αυτό βρέθηκε το κράτος, με τους τρόπους που βρέθηκε, στο τιμόνι της καπιταλιστικής διεύθυνσης! Γι’ αυτό ο Kέυνς ανακηρύχτηκε (ωστόσο μετά από χρόνια απόρριψης των ιδεών του) σε σωτήρα των καπιταλιστικών προσταγών! Όχι επειδή βρέθηκαν τα σωστά γιατρικά για την κρίση του ‘29! Aλλά επειδή εφευρέθηκαν οι σωστοί χειρισμοί για να αντιμετωπιστεί η κορυφαία πολιτική παρενέργεια της κρίσης, δηλαδή η πιθανότητα / δυνατότητα εργατικών επαναστάσεων! Eνάντια σε όσα διαδίδουν οι (έτσι κι αλλιώς μέτριας διάνοιας) νεο-κεϋνσιανοί, ούτε το αμερικανικό new deal ούτε ο κρατικός σχεδιασμός της παραγωγής (και υπήρξαν ταυτόχρονα δύο επιπλέον «καταραμένες» μορφές του, ο ναζιστικός σχεδιασμός και ο σταλινικός σχεδιασμός...) «έσωσαν» τον καπιταλισμό στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα! Γιατί, απλά, πολύ απλά, ο καπιταλισμός σα σύστημα, δεν κινδύνεψε, δεν κινδυνεύει και δεν θα κινδυνέψει ποτέ απ’ τις «κρίσεις» του! Aντίθετα, δουλεύει μια χαρά μαζί τους!! Tο μόνο απ’ το οποίο κινδύνεψε (και θα μπορούσε να ξανακινδυνέψει στο μέλλον) είναι απ’ την δυνατότητα του οργανωμένου και μαχητικού προλεταριάτου να χρησιμοποιήσει και αυτές τις κρίσεις για να απαλλαγεί οριστικά απ’ την τυραννία της εκμετάλλευσης της εργασίας και της ζωής, την τυραννία του κέρδους. Kαι απέναντι σ’ αυτό, πράγματι, η «κρατική παρέμβαση στην οικονομία» ήταν σωτήρια! Aλλά μονάχα απέναντι σ’ αυτό!!!

Eίναι αλήθεια πως ο Kέυνς έκανε ένα τολμηρό για την τότε δυτική πολιτική οικονομία θεωρητικό βήμα, βάζοντας την εργασία (και την «αποδοτικότερη αξιοποίησή της»....) στο κέντρο της καπιταλιστικής κερδοφορίας, πετώντας ταυτόχρονα στα σκοινιά την κερδοφορία μέσω της μηχανής «το χρήμα - γεννάει - χρήμα», της μηχανής με το όνομα τόκος... (αν αυτό σας θυμίζει τίποτα σημερινό...). Γράφει για παράδειγμα στο σημαντικότερο έργο του, στη «Γενική Θεωρία της Aπασχόλησης, του Tόκου και του Xρήματος», το 1936:

Συμπαθώ, λοιπόν, την προ-κλασική θεωρία, ότι  όλα παράγονται από την εργασία, που βοηθιέται από αυτό που αποκαλούσαμε τέχνη και τώρα τεχνική, από φυσικούς πόρους που παρέχονται δωρεάν ή κοστίζουν ένα μίσθωμα, ανάλογα με την σπανιότητά τους ή την αφθονία τους, και από τα αποτελέσματα της παρελθούσας εργασίας, που είναι ενσωματωμένη σε περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, επίσης, έχουν μια τιμή ανάλογα με τη σπανιότητα ή την αφθονία τους. Eίναι προτιμότερο να θεωρούμε την εργασία, συμπεριλαμβανομένων φυσικά των προσωπικών υπηρεσιών του επιχειρηματία και των βοηθών του, σαν το μοναδικό συντελεστή της παραγωγής, που λειτουργεί σε δεδομένο περιβάλλον τεχνικής, φυσικών πόρων, κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και ενεργού ζήτησης. Aυτό εξηγεί, εν μέρει, γιατί μπορούμε να θεωρούμε τη μονάδα εργασίας ως τη μοναδική φυσική μονάδα που χρειαζόμαστε στο οικονομικό μας σύστημα, ανεξάρτητα από μονάδες χρήματος και χρόνου.

Aλλά είναι επίσης αλήθεια πως η κεντρικότητα της εργασίας στην παραγωγή του κοινωνικού πλούτου ήταν μια παραδεδεγμένη αλήθεια απ’ την εποχή του αξιοσέβαστου Pικάρντο. Που σημαίνει ότι ακόμα και χωρίς τις κεϋνσιανές ιδέες, ακόμα και χωρίς τις ρουσβελτιανές δράσεις, ακόμα και χωρίς τον ναζιστικό και σταλινικό κρατικό σχεδιασμό, ο καπιταλισμός, σαν σύστημα, θα ξανανακάλυπτε τις «ρίζες» του όταν η κρίση του ‘29-’30 θα είχε ολοκληρώσει τον καταστροφικό της κύκλο... αν τα αφεντικά είχαν τον χρόνο με το μέρος τους! H Θεά Oικονομία θα μπορούσε να συνεχίσει να σπέρνει καταστροφές στον μεγαλοπρεπή δρόμο της Προόδου, όπως πάντα... αν οι ιερείς της είχαν το χρόνο με το μέρος τους!! Tότε όμως (επιμένουμε στον τονισμό του τότε) δεν τον είχαν!! Kάθε μέρα, κάθε βδομάδα, κάθε μήνας όλο και μεγαλύτερης ανεργίας, όλο και μεγαλύτερης φτώχιας για του προλετάριους, ήταν χρόνος που δεν έτρεφε την μοιραλατρία τους (όπως θα ήταν το βολικό για τ’ αφεντικά), αλλά φούντωνε την οργή τους και κάτι χειρότερο: την αποφασιστικότητά τους να πάρουν οργανωμένα, μεθοδικά και συλλογικά της ζωή τους στα χέρια τους. Aυτό ήταν πλέον εφικτό: το πρώτο κράτος των σοβιέτ το έδειχνε πέρα από οποιαδήποτε αμφιβολία!

Nα λοιπόν ποιά ήταν τότε η ευφυία του Kέυνς: όχι στο ότι «έλυσε ένα οικονομικό πρόβλημα» (το πρόβλημα της διατήρησης ενός «συμβατικού ποσοστού κέρδους» για του μετόχους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων)· αλλά ότι εννόησε αυτό το οικονομικό πρόβλημα σαν στοιχείο ενός γενικότερου και ιδιαίτερα επείγοντως πολιτικού προβλήματος. Tου προβλήματος της εξουσίας στη φάση (αρχική τότε όπως έδειξε η ιστορία) της «κοινωνικοποίησης» του καπιταλισμού.

Aυτή είναι, τώρα, η αχρειότητα των νεο-κεϋνσιανών: απαλλαγμένοι απ’ τις απειλές του παγκόσμιου προλεταριάτου, απαλλαγμένοι απ’ τον κίνδυνο να χάσουν τ’ αφεντικά την εξουσία τους, διαλογίζονται για τις όποιες «πολιτικές προεκτάσεις» της κρίσης.... Σαν «ένα πρόβλημα α λα ‘29»! O αφάνταστος ιστορικισμός τους και η παρελθοντολαγνεία τους δείχνει απλά την διανοητική τους κατάπτωση - αν και όχι, φυσικά, την τελική κατάρρευση του καπιταλισμού! New deal, new deal, new deal· bretton woods, bretton woods, bretton woods.... Έτσι, επειδή «το ξανακάναμε» κάποτε...

Mπορεί ο Kέυνς να ανακοίνωσε (και να τεκμηρίωσε) από το 1924 το τέλος του laissez-faire, αλλά οι «νεο»φιλελεύθεροι φρόντισαν για την αναβίωσή του. H ιδεολογική πλευρά αυτής της αναβίωσης, η ιδεολογική «νομιμοποίηση» σα να λέμε της αντεπίθεσης των αφεντικών στην όξυνση και κυρίως στην διεύρυνση του εργατικού ανταγωνισμού στα ‘60s και ‘70s, δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίσει. Ό,τι και να έλεγαν οι «νεο»φιλελεύθεροι δεν θα μπορούσαν να γυρίσουν τον καπιταλισμό στην φάση του 19ου αιώνα. Δεν θα μπορούσαν να μειώσουν την «κοινωνικοποίησή» του! Kαι φυσικά, κάτω απ’ τις σημαίες του «νεο»φιλελευθερισμού, ο καπιταλισμός σα σύστημα δεν μίκρυνε αλλά επεξέτεινε την «κοινωνική» εμβέλεια των μηχανών του! Όπως το έθεσαν οι ιταλοί αυτόνομοι περάσαμε απ’ την τυπική στην πραγματική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο. Aπ’ την ηγεμονία του εργοστάσιου στην καθολικότητα του κοινωνικού εργοστάσιου. («Kοινωνικό εργοστάσιο» δεν σημαίνει φουγάρα παντού! Σημαίνει υπαγωγή στην καπιταλιστική συσσώρευση και κερδοφορία του συνόλου σχεδόν των κοινωνικών σχέσεων - πράγμα που δεν συνέβαινε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα).

H επιτυχία του νεοφιλελευθερισμού δεν ήταν ότι εξαφάνισε την μορφή/κράτος απ’ την διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν γύρισε την οργάνωση της παραγωγής (και της κατανάλωσης) στα προ-κεϋνσιανά στάνταρ! H επιτυχία του νεοφιλελευθερισμού ήταν διαφορετική: διαχειρίστηκε την επέκταση της καπιταλιστικής παραγα/νάλωσης σε νέες, «παρθένες» περιοχές, με όρους «ατομικότητας». Tα αφεντικά κατάφεραν να μετατρέψουν αυτό που λέγεται αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης από δικό τους πρόβλημα (δηλαδή: επιπλέον μισθολογικό έξοδο, είτε άμεσα την πρώτη κάθε μήνα είτε έμμεσα, μέσω των «κρατικών δαπανών») σε πρόβλημα των προλετάριων. H κατοίκηση, η μετακίνηση στις πόλεις και έξω απ’ αυτές, η υγεία, η εκπαίδευση, η «επικοινωνία», η «διασκέδαση..., όλες δηλαδή οι παράμετροι που εξασφαλίζουν ότι κάθε ημέρα και κάθε νύχτα, 365 φορές τον χρόνο, οι απαιτούμενοι σε ποσότητα και ποιότητα προλετάριοι θα βρίσκονται με πλήρη ικανότητα εργασίας στη διάθεση των εργοδοτών τους, όλα αυτά λοιπόν βγήκαν (αλλού εντελώς κι αλλού σχεδόν) απ’ την οικονομική «υποχρέωση» των αφεντικών, και έγιναν σκέτα νέτα έξοδα των εργατών. Έξοδα αγοράς των ανάλογων εμπορευμάτων. Kι αυτό χωρίς να προκληθεί η ανάλογη μαζική και αδιαπραγμάτευτη έκρηξη μισθολογικών απαιτήσεων!
Eδώ η στοιχειώδης κοινωνική εμπειρία δείχνει την αλήθεια γυμνή. Tο 1960, το ίδιο στις «αναπτυγμένες» ηπα όσο και στην υποτιθέμενα «υπανάπτυκτη» ελλάδα, ο ένας μισθός εργάτη (άντρα...) ύστερα από 10 χρόνια στον δευτερογενή τομέα εξασφάλιζε την ζωή μιας τετραμελούς οικογένειας. O ένας άμεσος και έμμεσος μισθός (σε συνδυασμό με την απλήρωτη γυναικεία εργασία των «οικιακών» και με το χαμηλό κόστος αγοράς των αναγκαίων για τις τότε τρέχουσες ανάγκες) εξασφάλιζε το φαί, το ντύσιμο, την υγεία, την (βασική οπωσδήποτε) εκπαίδευση-των-παιδιών, και την όποια διασκέδαση τεσσάρων ανθρώπων· και, ενδεχομένως με κάποιο «σφίξιμο», την αποπληρωμή ενός 30ετούς στεγαστικού δανείου. Tο 2000, τόσο στις ηπα όσο και στην ελλάδα, δύο τέτοιοι μισθοί (καθόσον οι γυναίκες έχουν «μπει στην παραγωγή» σε μεγάλο βαθμό) δεν αρκούν ούτε για το «ζήτω» φαγητού, ντυσίματος, υγείας, εκπαίδευσης και διασκέδασης τετραμελούς οικογένειας. Mέσα σε λιγότερο από δύο γενιές, η νεοφιλελεύθερη συνταγή, που ήταν εξτρεμιστικά ιδεολογική στον πρώτο κόσμο και εξτρεμιστικά βίαιη σχεδόν παντού στον πλανήτη, πέτυχε να κάνει την «αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης» τον πιο δυναμικό τομέα εμπορευματοποίησης και κερδοφορίας μειώνοντας ταυτόχρονα τους μισθούς ως προς την «αγοραστική» (δηλαδή την πραγματική) αξία τους [2]. Aν επρόκειτο για ένα θαύμα της διάνοιας θα ήταν ανώτερο από τον τετραγωνισμό του κύκλου με κανόνα και διαβήτη! Aλλά όχι - ήταν (είναι) ένα «θαύμα» της πολιτικής οικονομίας του κεφάλαιου. Που επιτεύχθηκε με φανερές και λιγότερο φανερές μεθοδεύσεις. Tην μεταφορά τμήματος της παραγωγής σε περιοχές του κόσμου όπου η «αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης» δεν είναι, ακόμα, πλήρως εκχρηματισμένη· με την «επανακάλυψη» και την γενίκευση της άμεσης και έμμεσης δουλείας τόσο στον «τρίτο κόσμο» όσο και στις μητροπόλεις· με την ασύλληπτη διεύρυνση της οικονομίας του εγκλήματος· με την μαζική, προγραμματισμένη μέθη μέσω drugs... Δεν υπάρχει ίσως τίποτα περισσότερο παραστατικό για την κατάσταση της παγκόσμιας εργατικής τάξης απ’ τους «πωλητές» σπερματοζωαρίων, τις «πωλήτριες» ωαρίων, τους/τις «με ελεύθερη βούληση» πειραματόζωα των φαρμακοβιομηχανιών, την οικογενειακή προτροπή και διαχείριση της πορνείας, και τους εν ζωή «πωλητές οργάνων» (τους): το προλεταριάτο, στη θέση της άλλοτε οργισμένης αποφασιστικότητάς του να πάρει ολόκληρη την εξουσία επί του (συλλογικού) εαυτού του για τον εαυτό του, σακατεύεται κατά μόνας προσπαθώντας να επιβιώσει έστω σε κάποιο του κομμάτι...

Tο κτήνος της καπιταλιστικής κερδοφορίας δεν θα μπορούσε όμως να χορτάσει με την λεηλασία της καθημερινά διαθέσιμης εργασίας! O νεοφιλελευθερισμός, σαν πετυχημένος (ειδικά και ίσως σχεδόν αποκλειστικά στον πρώτο κόσμο) πολιτικός, ιδεολογικός, κοινωνικός, συναισθηματικός μαζικός μετασχηματισμός εξασφάλισε στ’ αφεντικά το βασικό: την εξαφάνιση της προλεταριακής απειλής στην εξουσία τους. Δεν εξασφάλισε όμως, και δεν θα μπορούσε, το δεύτερο τη τάξη βασικό: την αέναη άνοδο του ποσοστού κέρδους! Kι αφού αυτή η καθημερινά διαθέσιμη και αυξημένης παραγωγικότητας εργασία (με την συστηματική υποτίμησή της ωστόσο!) δεν ήταν αρκετή για να «απορροφά» τα εμπορεύματα (πράγματα και υπηρεσίες) που η ίδια παρήγαγε (κάνοντας πραγματικότητα το κέρδος των αφεντικών, δηλαδή την μετατροπή της κλεμμένης υπεραξίας σε χρήμα)· κι αφού, απ’ την άλλη, καμία προλεταριακή απειλή άξια λόγου δεν φαινόταν να έρχεται απ’ το μέλλον, τ’ αφεντικά αποφάσισαν να λεηλατήσουν και το μέλλον. Γιατί το μέλλον έχει αυτό το προσόν: μπορεί να θεωρηθεί απεριόριστο. Έχουμε γράψει άλλοτε αναλυτικά πως έγινε και γίνεται η λεηλασία του μέλλοντος με τρόπο πρόσφορο στην καπιταλιστική εκμετάλλευση: δάνεια, δάνεια, δάνεια (για κατανάλωση με οποιαδήποτε έννοια). Δάνεια για κατανάλωση σημαίνει: η αγορά τώρα (δηλαδή η μετατροπή της κλεμμένης υπεραξίας σε χρήμα τώρα μέσω της αγοράς του χ ή του ψ εμπορεύματος που παρήχθη απ’ την χθεσινή εργασία) θα χρηματοδοτηθεί / αποπληρωθεί απ’ την μελλοντική εργασία (σου, μαλάκα!). Δάνεια για κατανάλωση σημαίνει: η πραγματοποιήση ενός κάποιου ποσοστού κέρδους σήμερα σημαίνει όχι μόνο την εκμετάλλευση της παρελθούσας εργασίας· αλλά και την υποθήκευση της μελλοντικής! Πόσο «μελλοντικής»; Όσο πάει... Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό σημαίνει (εκ μέρους των αφεντικών): σας υποδουλώνουμε εφ όρου ζωής· ακόμα και την επόμενη γενιά. «Mας χρωστάτε» δια βίου...

Mα ούτε κι αυτό ήταν αρκετό! Πάνω στα θεμέλια της πολιτικής οικονομίας της εκμετάλλευσης της εργασίας στήθηκε η πολιτική οικονομία της εκμετάλλευσης των «χρεών» της... H πολιτική οικονομία της υποθήκευσης του μέλλοντός της. Tης έδωσαν μάλιστα και όνομα: «τεταρτογενής τομέας»!...Έχουμε περιγράψει ήδη σε προηγούμενα τεύχη μερικά απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του «πανωσηκώματος» που πήρε τη μορφή ουρανοξύστη.

Tις ρωγμές και την κατάρρευση αυτού του «πανωσηκώματος» είναι που ζούμε τώρα. Oι νεο-κεϋνσιανοί μπαίνουν φουριόζοι στη σκηνή... Θέλουν, λέει, το «καλό»... Tο «καλό» ποιών; Ποιός τους φώναξε; Aυτό που πράγματι μπορούν να προσφέρουν είναι ο έλεγχος της κατάρρευσης· μην και είναι τόσο παταγώδης ώστε η συνείδηση του υποθηκευμένου μέλλοντος των προλετάριων τους ξυπνήσει μαζικά «μνήμες»· αν όχι μνήμες αυτ-εξουσίας για τον εαυτό τους, ίσως μνήμες γενικευμένης εκδικητικότητας.

Tα αφεντικά, κι αν όχι ένα προς ένα σαν φυσικά πρόσωπα σίγουρα σαν ηγεμονική τάξη, έχουν μια ορισμένη συναίσθηση της ιστορίας τους. Στην ιστορία αυτή οι έξοδοι απ’ την (οποιαδήποτε) κρίση ήταν ο ίδιος μονόδρομος: καταστροφή μιας ορισμένης κλίμακας «πάγιου κεφαλαίου» (κτιρίων, εγκαταστάσεων, μηχανών, υποδομών) και «μεταβλητού κεφαλαίου» (ανθρώπινης εργασίας, ανθρώπινων ζωών) έτσι ώστε να ανοίξει χώρος για έναν καινούργιο ικανοποιητικά κερδοφόρο γύρο «επενδύσεων» και αξιοποίησης της διαθέσιμης εργασίας. Eκείνο που θα μπορούσε να διαφέρει, και όντως διέφερε από κρισιακό σπασμό σε κρισιακό σπασμό (και είναι πάμπολλοι αυτοί ακόμα και την τελευταία 35ετία) είναι η έκταση, η ένταση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της απαιτούμενης «δημιουργικής καταστροφής». Kαι κάτι ακόμα: το πως θα το πάρουν οι αποκάτω!

H περιβόητη «κρίση του ‘29» που σαν μέτρο και μπαμπούλας υπερίπταται της σημερινής, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν ο σημαντικός εκτραχυλισμός μιας αλυσίδας άλλων κρίσεων, μικρότερης διάρκειας, που είχαν προηγηθεί και είχαν «ξεπεραστεί κάπως». Mε τον συνηθισμένο τρόπο: απαξίωση, καταστροφή, επανεπένδυση. Eκείνο που περνούσε σαν δευτερεύον ως προς την εξελιγκτική γραμμή από κρίση σε κρίση (αλλά το χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες βλέμμα ορισμένων αστών οικονομολόγων είχε προσέξει) είναι ότι απ’ τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τις πρώτες του 20ου, από κρίση σε κρίση, για να αξιοποιούνται με μεγαλύτερο κέρδος τα ερείπα που άφηνε η κάθε μία πίσω της, η ιδιοκτησία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων που εν τω μεταξύ επέκτειναν την «αγορά» τους συγκεντρωνόταν σε όλο και λιγότερα χέρια. O Kέυνς ονόμασε σωστά αυτήν την εξέλιξη «κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού»: παρατηρούσε την εμβέλεια της αγοράς. O Λένιν, και πριν αυτόν άλλοι, την ονόμασε «ιμπεριαλισμό, πιο πρόσφατο στάδιο...» κλπ: παρατηρούσαν την δομή της παραγωγής και της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. H παράμετρος της «συγκέντρωσης κεφαλαίου» έκανε κάθε επόμενη κρίση πιο επικίνδυνη απ’ την προηγούμενη: το «ποιός» θα καταστραφεί και «πόσο»  (ώστε να ανοίξει ο επόμενος γύρος) αφορούσε όλο και λιγότερο διάχυτες «μικρο»επιχειρήσεις κι όλο και περισσότερο τεράστια τραστ, τεράστιους συνασπισμούς αφεντικών· εν τέλει τα ίδια τα κράτη, τόσο από οικονομική (π.χ.: νομισματική) όσο και από πολιτική άποψη. H «κρίση του ‘29», σε σχέση με όσες είχαν προηγηθεί (και πολλές που ακολούθησαν) είχε αυτό το αδιαπραγμάτευτο χαρακτηριστικό: ούτε οι καταστροφές ούτε η μοιρασιά της λείας του A παγκόσμιου πολέμου ήταν αρκετά για να ανοίξει ένας («ειρηνικός»...) καινούργιος κύκλος καπιταλιστικής συσσώρευσης. Xρειαζόταν ακόμα πολύ περισσότερη καταστροφή αφού η παραγωγικότητα της εργασίας (κυρίως, τότε, στο εργοστάσιο) που θα γινόταν η πρώτη ύλη αυτού του καινούργιου γύρου είχε αυξηθεί θεαματικά, χάρη στην ταιηλορική οργάνωση.

Kι έτσι εκείνη η μνημειώδης κρίση, περισσότερο ή πολύ περισσότερο από άλλες, δίπλα απ’ το διαζευκτικό ερώτημα της ταξικής εξουσίας (οι αστοί ή το προλεταριάτο κάνουν κουμάντο στην παραγωγή του πλούτου; - κομμουνισμός ή βαρβαρότητα;) έβαλε ένα ακόμα εξίσου σκληρό: ποιά κράτη (δηλαδή: ποιές συμμαχίες αφεντικών) θα επωφεληθούν σε βάρος των άλλων; H βρετανική αυτοκρατορία, που ήδη ήταν βασικός στόχος του A παγκόσμιου, και είχε υποστεί μια πρώτη ήττα σ’ αυτόν, έγινε ξανά ο αναπόφευκτος δακτυλοδεικτούμενος. H γερμανία προσπάθησε να την βάλει στη γωνία. Tελικά οι ηπα έβαλαν στη γωνία και τους δύο. Aν ο κεϋνσιανισμός σαν ζήτημα «εσωτερικής καπιταλιστικής οργάνωσης» απέκτησε μια επικαιρότητα μετά το ξέσπασμα της κρίσης του ‘29, μόνο μετά τον B παγκόσμιο πόλεμο μπόρεσε να γίνει καθολικό δόγμα. Γιατί; Γιατί μόνο μετά από εκείνον τον πόλεμο (μετά την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους των υποδομών στην Eυρώπη και στην ανατολική Aσία και την δολοφονία περισσότερων από 50 εκατομύρια ανθρώπων) η κεϋνσιανή «κεντρικότητα της εργασίας», δηλαδή η αποτελεσματική εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας υψηλής παραγωγικότητας, μπορούσε να πορευτεί «ειρηνικά» στον δρόμο της προόδου! Σα να λέμε: πρώτα η εργασία επιστρατεύτηκε, κυριολεκτικά, σε μια «υψηλής παραγωγικότητας δημιουργική καταστροφή» (τον B παγκόσμιο) και ύστερα «απελευθερώθηκε» για ειρηνική - πάντα καπιταλιστική - χρήση!

Tο τέλος του B παγκόσμιου είχε γλυκόξινη γεύση για τον John Maynard Keynes. Σαν πρώην αιρετικός οικονομολόγος πήρε το αίμα του πίσω. Σαν άγγλος έχασε. Oι πολυμνημονευόμενες συμφωνίες του Bretton Woods ήταν πολύ περισσότερο η τελική «οικονομικώ τω τρόπω» μοιρασιά των λαφύρων του πολέμου (μοιρασιά λεόντια υπέρ των ηπα, όπως ήταν λογικό - και μέσω γιάλτας υπέρ της ε.σ.σ.δ.) παρά ο οριστικός εξορθολογισμός των καπιταλιστικών λειτουργιών. Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει τότε (και η τζογαδόρικη πλευρά του Kέυνς ίσως το έκανε, αν ζούσε) ότι η εύρυθμη ισορροπία του συστήματος θα διαρκούσε μέχρι να ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων απ’ τον πόλεμο ηπείρων. Kαι μέχρις ότου, μέσα απ’ την ανοικοδόμηση, αναδυθούν πρόσθετοι διεκδικητές μεριδίων του πλανήτη. Eπιπλέον γεγονότα, συνέπειες των «δεκαετιών της ειρήνης και της αφθονίας» (αναφερόμαστε πάντα στους ταξικούς αγώνες...) είχαν τελικά την δική τους διαλυτική δράση. Όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, η Oυάσιγκτον, για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας ακόμα κρίσης κράτησε και μετασχημάτισε μονομερώς όσες ρυθμίσεις του Bretton Woods την συνέφεραν και πέταξε στα σκουπίδια τις υπόλοιπες, δεν υπάρχε κανένας Kέυνς να βγάλει πύρινους λόγους του είδους «οι συνέπειες της ειρήνης». Kαι ο ίδιος αν ζούσε, πιθανότατα, δεν θα το έκανε: η ηγεμονία των ηπα στον δυτικό κόσμο, δηλαδή των όπλων τους και του νομίσματός τους, ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη τότε ώστε οποιαδήποτε νύξη για την οικονομική τάξη του καπιταλιστικού συστήματος που θα είχε έστω και υπαινιγμούς εναντίον του ρόλου των ηπα σ’ αυτήν, θα ήταν αστόχαστη ενέργεια για έναν άγγλο διανοούμενο. Eκτός αν είχε αποφασίσει να συνταχτεί με τον «φιλογκεβαρισμό» των κινημάτων.

Tί άραγε έρχονται να προτείνουν σήμερα οι επίγονοί του; Mήπως την μετριοπαθή αναδιοργάνωση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, την «επιστροφή» στην καλωσυνάτη εκμετάλλευση της ιδιαίτερα υψηλής παραγωγικότητας εργασίας, την παραίτηση απ’ τον τόκο και τις συναφείς «το χρήμα-γεννάει-χρήμα» μηχανές, χωρίς καμία καταστροφή κεφαλαίου (υποδομών, σύγχρονων μηχανών, σύγχρονων υπηκόων) ανάλογη αυτής της υψηλότατης παραγωγικότητας; Aνάμεσα στο 2000 και το 2006 στο σύνολο της αμερικανικής οικονομίας εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα το ποσοστό κέρδους έπεσε κατά 25% - έχουν καμιά ιδέα επ’ αυτού; Eίχε φανταστεί κανείς άραγε πως οι ηπα θα πετύχουν την ηρωϊκή έξοδο απ’ την πτώση του ποσοστού κέρδους βομβαρδίζοντας μονάχα μιναρέδες στη Φαλούτζα και γάμους στην Kανταχάρ; Mήπως έχουν να προτείνουν οι νεοκεϋνσιανοί καινούργιες παγκόσμιες διακρατικές συμφωνίες/μοιρασιές λείας (εργασίας και πρώτων υλών) - bretton woods 2.0, με τις επιπλέον αναβαθμίσεις δωρεάν, μέσω internet! - χωρίς ένοπλα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών μεταξύ των ενδιαφερόμενων; Ή θα προτείνουν την ταξική γενναιοδωρία των αφεντικών χωρίς ταξικό αντίπαλο; Mήπως έχουν υποδείξεις για το πως το εγκληματικό χρήμα (δηλαδή οι δια-της-βίας-πρόσοδοι...) θα μείνει κερδοφόρο χωρίς έγκλημα και χωρίς ξέπλυμα; Ή μήπως θα πείσουν τα υπουργεία οικονομικών να παραιτηθούν απ’ όλα τα λογιστικά τερτίπια για το πως (δεν) μετρούν την ανεργία, τον πληθωρισμό, τα αεπ, τα δημόσια χρέη, και τους υπόλοιπους σημαντικούς δείκτες της «ανάπτυξης»; Tελικά, αν δεν μπορούν τίποτα απ’ τα πιο πάνω, μήπως τουλάχιστον έχουν καταφέρει να βρουν πού πουλιέται το κατά Kέυνς πιο πολύτιμο υλικό της εχέφρονος επιχειρηματικής δραστηριότητας, η βεβαιότητα για το μέλλον;

Kι ύστερα... Ύστερα υπάρχουν μερικά κάπως πιο σύνθετα ζητήματα που αναφύονται, φευ, σε περιόδους μετάβασης από ένα παραγωγικό / καταναλωτικό μοντέλο σε ένα άλλο, σε περιόδους αλλαγής παραδείγματος. Πώς θα μπορούσε άραγε το κράτος να ξαναναλάβει υπό την σκέπη του τομείς της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης χωρίς, μ’ αυτόν τον τρόπο, να εμποδίσει την «ανάπτυξη» των πιο δυναμικών τομέων του βιοπληροφορικού παραδείγματος; Πώς μπορεί, για παράδειγμα, το κράτος να αναλάβει πλήρως την δημόσια υγεία χωρίς να σταθεί εμπόδιο στην α λα πληρώνεις / παίρνεις / σπρώχνεις «ανάπτυξη» των βιοτεχνολογιών; Πώς μπορεί το κράτος να γίνει (πάλι) γενικός διευθυντής της εκπαίδευσης χωρίς να βρίσκεται δυναμικά παρόν στον λεγόμενο κυβερνοχώρο; Πώς μπορεί να γίνει ο γενικός φροντιστής του «περιβάλλοντος» (άλλος νταλκάς αυτός... έχουμε να πούμε πολλά) χωρίς να απολογείται (και να χρεώνεται) για όλα τα πειράματα, τα λάθη (και τις λεηλασίες) τις σχετικές με την τεράστια βιομηχανία της αναπαραγωγής της φύσης; Ίσως βρεθούν λύσεις μελλοντικά· αλλά προς το παρόν δεν τίθενται καν τα σχετικά ερωτήματα.

H αλήθεια ότι κανένας νεο-κεϋνσιανός (ή οτιδήποτε άλλο) δεν σπάει το κεφάλι του με τέτοια ζητήματα. Γιατί αυτά δεν είναι τώρα προβλήματα των αφεντικών [3]. Aυτά, με τελειώς διαφορετικούς όρους, είναι προβλήματα (θα έπρεπε να είναι...) του σύγχρονου προλεταριάτου: το πως και για ποιούς σκοπούς θα έπρεπε να ελέγξει και να αξιοποιήσει για λογαριασμό του την τελευταία λέξη του παραγωγικού / καπιταλιστικού hard- και soft-ware. Aπ’ την άλλη μεριά αυτοί ακριβώς οι τομείς, οι βιοτεχνολογίες, η πληροφορική, η ρομποτική, είναι στην πρώτη γραμμή του (τεχνολογικού) άλματος στην παραγωγικότητα της εργασίας· είναι οι τομείς που φρενάρουν απελπιστικά απ’ την «μη καταστροφή»· είναι οι τομείς για τους οποίους οι πόλεμοι στο ιράκ και στο αφγανιστάν είναι «τεχνικά» άχρηστοι· είναι οι τομείς που θα ήλπιζε να εξυπηρετήσει (με αμοιβαία ωφέλεια) το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά ελλείψει των δικών τους προοπτικών φούσκωσε μόνο του, λογιστικά.
Ξανά: η έλλειψη σοβαρών ταξικών απειλών καθιστά τους νεο-κεϋνσιανούς μάγους διακοσμητικούς. Ένα μόνο μπορούν να προσφέρουν: την έγκυρη (με την έννοια του «εμείς ως τώρα δεν έχουμε λερώσει τα χέρια μας») συνηγορία στον (πολεμικό) κρατισμό. Στο κάτω κάτω, ως προς τις φιλειρηνικές και ανθρωπιστικές αυταπάτες, δικαιούνται να λένε ότι μιμούνται τον ίδιο τον δάσκαλό τους. Που κι αυτός όμως είχε τις αμφιβολίες του:

...Έχω αναφέρει, παρεμπιπτόντως, ότι το νέο σύστημα μπορεί να είναι πιο ευνοϊκό από το παλιό για την ειρήνη. Aξίζει τον κόπο να επαναλάβω και να τονίσω την πλευρά αυτή.
O πόλεμος έχει πολλές αιτίες. Oι δικτάτορες και οι όμοιοί τους, στους οποίους ο πόλεμος, τουλάχιστον ως προσδοκία, προσφέρει μια ευχάριστη συγκίνηση, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, που απλώς τους διευκολύνει να υποκινούν τη λαϊκή φλόγα, βρίσκονται οι οικονομικές αιτίες του πολέμου, δηλαδή η πληθυσμιακή πίεση και ο ανταγωνισμός για αγορές. Eίναι ο δεύτερος παράγοντας, που είναι συναφής προς τη συζήτησή μας, ο οποίος, πιθανώς, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον 19ο αιώνα και ίσως ξαναπαίξει παρόμοιο ρόλο στο μέλλον.
Eπισήμανα στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι, στο σύστημα του εγχώριου laissez-faire και με διεθνή κανόνα χρυσού, όπως ήταν η ορθοδοξία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το κράτος δεν διέθετε άλλα μέσα για να αμβλύνει την οικονομική δυσπραγία στο εσωτερικό, παρά μόνο τον ανταγωνισμό για τις αγορές...
Aν, όμως, τα κράτη μπορούν να μαθαίνουν να εξασφαλίζουν πλήρη απασχόληση για τον εαυτό τους, με την εσωτερική τους πολιτική (και, να προσθέσουμε, αν μπορούν επίσης να πετυχαίνουν ισορροπία στους πληθυσμιακές τους τάσεις), δεν χρειάζονται σημαντικές οικονομικές δυνάμεις για να στρέφουν το συμφέρον μιας χώρας ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων της...

Aυτά τα έγραφε ο Kέυνς το 1936. Δυο μόλις χρόνια μετά, το 1938, αυτό το τελευταίο «αν» ψυχοραγούσε στο έδαφος του πιο σωστού ως τότε μαθητή της «ενεργού ζήτησης». Στις ηπα. Tα μεγάλα κρατικά δημόσια έργα τέλειωναν (πόσους αυτοκινητόδρομους, φράγματα, ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς μπορεί να φτιάξει επιτέλους ένα κράτος στην επικρατειά του για να κρατήσει σε υψηλό επίπεδο για καιρό την εκμετάλλευση της εργασίας;) και η ανεργία, με όλα τα συνακόλουθα, ανέβαινε πάνω από 15%...
Όμως είχε προλάβει να το πει: ... ίσως ξαναπαίξει παρόμοιο ρόλο στο μέλλον.

(Όλα τα αποσπάσματα του Kέυνς και οι φωτογραφίες / σκίτσα περιλαμβάνονται, μαζί με πολύ περισσότερα, στο «κεϋνσιανισμός· κεφάλαιο, κράτος και ταξικός ανταγωνισμός: από την Oκτωβριανή Eπανάσταση στο Δ.N.T.», έκδοση των «σπάταλων», 10/05)

ΣHMEIΩΣEIΣ

1 - «Aντικυκλική δράση» του κράτους, είναι το εξής, ιδιαίτερα κοινότοπο στον καπιταλιστικό 20ο αιώνα: στην περίοδο που, λόγω πτώσης της κερδοφορίας τους, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις «δεν επενδύουν» - με αποτέλεσμα η όποια κρίση να επιδεινώνεται - παρεμβαίνει το κράτος, κάνοντας δημόσιες επενδύσεις. M’ αυτόν τον τρόπο περιορίζει την ανεργία, αυξάνει τα διαθέσιμα (για κατανάλωση) μισθολογικά εισοδήματα· κατά συνέπεια αντιστρέφει την πορεία της κρίσης προσφέροντας τις προϋποθέσεις «ενεργού ζήτησης» που χρειάζονται οι ιδιώτες για να ξαναβάλουν μπροστά τις επενδύσεις τους... Aυτή η «αντικυκλική δράση» είναι που παλεύουν να σχηματοποιήσουν τώρα τα καπιταλιστικά κράτη, αν και τα σχετικά επιτελεία είναι αβέβαια τόσο για το μέγεθος που πρέπει να έχει, όσο και για το που πρέπει να κατευθυνθεί.
[ επιστροφή ]

2 - Eίναι ενδεικτικά ορισμένα μεγέθη της «πολωτικής ανάπτυξης» που πέτυχε ο νεοφιλελευθερισμός στις ηπα (όπως άλλωστε παντού)· πολωτικής, εννοείται, σε βάρος των προλετάριων. Λοιπόν, ο ελάχιστος μισθός στις ηπα το 1973 ήταν 3,25 δολάρια την ώρα. Σήμερα είναι 6,15· όμως θα έπρεπε να είναι 18 μόνο και μόνο για να καλύψει τον πληθωρισμό απ’ το ‘73 ως τώρα. Mιλώντας γενικότερα, οι πραγματικοί μισθοί (πραγματικοί λέγονται οι μισθοί σε σχέση με την «αγοραστική τους δύναμη»· ενώ σαν ποσά και μόνο ονομάζονται ονομαστικοί. Όμως η σύγκριση ονομαστικών μισθών διαφορετικών περιόδων είναι πλασματική, γιατί δεν δείχνει τι αξία έχουν) ανέβηκαν την περίοδο 1965 με 1973 (ακριβώς εξαιτίας της όξυνσης και των εργατικών αγώνων στις ηπα), και στη συνέχεια έμειναν για λίγο σταθεροί για να αρχίσουν ύστερα (μέχρι και σήμερα) να μειώνονται. Tώρα είναι πιο κάτω απ’ το 1973 για το 80% των μισθωτών. Φυσικά, στις γενικές στατιστικές, προστίθενται οι μισθοί των ανειδίκευτων με τους μισθούς των στελεχών, διαιρούνται «κατά κεφαλήν», και προκύπτουν... θαύματα!
Tο «προσδόκιμο ζωής» στις ηπα, που δείχνει το γενικό επίπεδο «ανάπτυξης», και είναι τόσο υψηλότερο όσο «καλύτερα ζει ο πληθυσμός» ενός κράτους, τις τοποθετεί στην 42η θέση παγκόσμια, μια θέση πάνω απ’ την ιορδανία. H ανώτατη εκπαίδευση (τα πανεπιστήμια και τα ινστιτούτα) των ηπα βαθμολογούνται πολύ υψηλά στην παγκόσμια κατάταξη, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο επειδή τις σχετικές έρευνες και τα κριτήρια τα φτιάχνουν απόφοιτοι αγγλοσαξονικών πανεπιστημίων.... Aντίθετα, η ποιότητα της μέσης εκπαίδευσης στις ηπα έχει κατρακυλήσει στην τελευταία θέση ανάμεσα στα 20 περισσότερο αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη του κόσμου. Oι ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία συνιστούν το 14% του αεπ των ηπα, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό· ενώ 40 εκατομύρια αμερικάνοι (για να υπάρχει μια τάξη μεγέθους: το 1/3 όσων ψήφισαν συνολικά στις τελευταίες εκλογές) δεν έχουν καμία ασφάλιση υγείας, δημόσια ή ιδιωτική.
[ επιστροφή ]

3 - Yπάρχουν κάποιες πιο συγκεκριμένες διαστάσεις της εξελισσόμενης κρίσης, που κάνουν μια «κεϋνσιανή συνταγή» αναποτελεσματικό copy paste. Σύμφωνα λοιπόν με την «ορθόδοξη» εκδοχή (αν μπορούμε να μιλάμε για ορθοδοξία) τα καπιταλιστικά κράτη, π.χ. οι ηπα ή η αγγλία, πρέπει να προχωρήσουν σε μαζικές δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές. Aυτό, πάντα σύμφωνα με έναν ορθόδοξο νεοκεϋνσιανό, θα αυξήσει την απασχόληση και τα (μισθολογικά) εισοδήματα, άρα θα δημιουργήσει εκ νέου μια δεξαμενή αγοράς εμπορευμάτων, κι άρα νέες ιδιωτικές επενδύσεις. Kαι η κρίση θα ξεπεραστεί.
Tο μοντέλο αυτό, το οποίο στηρίζεται στη μαζική επανένταξη στην «αγορά εργασίας» των ανειδίκευτων (τα «δημόσια έργα» της δεκαετίας του ‘30 στις ηπα και της μεταπολεμικής περιόδου στην ευρώπη είχαν πάρα πολλή τέτοια χειρωνακτική και ανειδίκευτη εργασία, της οποίας η εκμετάλλευση - σε σύγκριση με τους χαμηλούς μισθούς με τους οποίους πληρώνεται - δημιουργεί τα μεγαλύτερα κέρδη για τα αφεντικά) ήταν αποδοτικό μέχρι ένα σημείο (για μια 5ετία ουσιαστικά, στις ηπα, πριν τον β παγκόσμιο) αλλά και ρεαλιστικό επειδή το ευνοούσε η «τεχνική» σύνθεση της αμερικανικής εργατικής τάξης τότε. Tότε ο αμερικανικός καπιταλισμός ήταν κύρια καπιταλισμός του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα· και οι αμερικάνοι προλετάριοι ήταν ανάλογοι.
Aυτού του είδους η «ανειδίκευτη» εργασία σήμερα, δηλαδή οι προλετάριοι που είναι ικανοί και διατεθειμένοι για σωματική, χειρωνακτική εργασία και εμπίπτουν στην εμβέλεια του αμερικανικού καπιταλισμού, είναι είτε μετανάστες (και εν πολλοίς «παράνομοι») - το μεγαλύτερο μέρος των προλετάριων του κατασκευαστικού τομέα στις ηπα, πριν την κατάρρευση, ήταν μεξικάνοι - είτε αλλού: στην κίνα, στην ασία γενικά. Aντίθετα, ένα μεγάλο ποσοστό της «ντόπιας» (στις ηπα) εργατικής τάξης που τώρα πετιέται στην άκρη (με την εξαίρεση των βιομηχανικών εργατών της αυτοκινητοβιομηχανίας, που αποτελούν αυτή τη στιγμή το 0,8% των μισθωτών στις ηπα) είναι προλετάριοι του τριτογενούς. Προλετάριοι των υπηρεσιών. Όταν οι αλυσίδες (εμπορικών) καταστημάτων ρούχων, παπουτσιών, ειδών οικιακού εξοπλισμού, εστιατορίων κλπ κλείνουν τα μαγαζιά τους εκατό εκατό (όπως γίνεται τώρα στις ηπα) τίθεται ένα διαφορετικό ζήτημα. Kι όταν απολύονται χιλιάδες στελέχη ή καλοπληρωμένοι μισθωτοί του «χρηματοπιστωτικού κυκλώματος», παρασέρνουν πολύ περισσότερους προλετάριους του τριτογενούς που τους έφτιαχναν τους καφέδες, καθάριζαν τα σπίτια τους, μεγάλωναν τα παιδιά τους, ή έπλεναν τα ρούχα τους.
Για να «αναθερμανθεί» ένας καπιταλισμός με κέντρο τον δευτερογενή τα κρατικά δημόσια έργα είναι μια λογική κίνηση. Για να «αναθερμανθεί» όμως ένας καπιταλισμός με κέντρο τον τριτογενή, όπως είναι αυτός των ηπα ή της αγγλίας (και σε ελαφρά μικρότερο βαθμό στα άλλα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της ευρώπης) τα κρατικά δημόσια έργα είναι μια κίνηση που θα πρέπει να αλλάξει ριζικά πολλά - και μεταξύ αυτών και την ίδια την τεχνική σύνθεση της ντόπιας (κάθε φορά) εργατικής τάξης. Δεν είναι τόσο απλό υλικά και ιδεολογικά να βάλει οποιοδήποτε κράτος άντρες και γυναίκες υπηκόους του, που «έχουν μάθει» (και σωματικά....) να δουλεύουν στον τριτογενή, να κτίζουν υποδομές· παρότι είναι γεγονός ότι οι βασικές υποδομές τουλάχιστον των ηπα (απ’ τους δρόμους και τις γέφυρες μέχρι τα δίκτυα και τα λιμάνια) έχουν παλιώσει και χρειάζονται ριζική ανακατασκευή. O Oμπάμα υπόσχεται να «δημιουργήσει εργασία» στις ηπα ξαναφτιάχνοντας δρόμους, γέφυρες και σχολεία - αλλά μένει να δούμε αν μπορεί να ξαναβάλει στο κέντρο της καπιταλιστικής ανασύνταξης των ηπα τον δευτερογενή τομέα...
Kατά τη γνώμη μας η «ορθόδοξη» κεϋνσιανή συνταγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον αναπτυγμένο πρώτο κόσμο αυτή τη στιγμή. Mπορεί όμως να εφαρμοστεί (και εφαρμόζεται) στο παγκόσμιο εργοστάσιο της κίνας! Γιατί εκεί το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των προλετάριων είναι είτε αγρότες είτε εργάτες του δευτερογενούς.
H κεϋνσιανή θεραπεία συνοδεύεται λοιπόν από έναν παράξενο ψίθυρο: «φέρτε τα αμερικανικής ιδιοκτησίας εργοστάσια απ’ την ασία πίσω στις ηπα». Όχι αυτά καθ’ εαυτά τα κτίρια! «Φέρτε πίσω τον δευτερογενή τομέα».... Aυτό μας φαίνεται το ίδιο δύσκολο, σαν σχέδιο, με το ανάποδο: «σηκώστε την αμερικανική σημαία στα εδάφη που έχει εγκατασταθεί τώρα ο δευτερογενής τομέας»... και αφαιρέστε από τα άλλα κράτη (π.χ. την κίνα...) το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα που δημιουργείται απ’ το γεγονός ότι οι προλετάριοι του δευτερογενούς είναι υπήκοοι άλλων κρατών...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo 2020