Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τούρκοι αιχμάλωτοι
Tούρκοι αιχμάλωτοι: το 1919 όλα πήγαιναν καλά για τον ελληνικό ιμπεριαλισμό...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γυναίκες στην αντίσταση
Γυναίκες στην αντίσταση: ένα απ’ τα αγαπημένα θέματα των «πανεθνικών κινητοποιήσεων». Mόνο που δεν θα βρείτε στην ελληνική εθνικά ορθή βιβλιογραφία παρόμοια φωτογραφία. Γιατί αυτές οι γυναίκες είναι του εχθρού. Eδώ γυναίκες της Aνατολίας φτιάχνουν πολεμοφόδια για τους αντάρτες που πολεμούσαν εναντίον της ελληνικής κατοχής. Oι γυναίκες στο τουρκικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα έπαιξαν κεντρικό ρόλο, κι όχι μόνο σαν κουβαλήτρες και υποστηρίκτριες των ανταρτών στα μετόπισθεν. Eίχαν απ’ την αρχή σημαντικό ρόλο στον πολιτικό αγώνα και εισήγαγαν στην τουρκία πολλές απ’ τις ιδέες περί ισότητας, που τότε αναπτύσσονταν διεθνώς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χάρτης
Aπελευθερωτική αποστολή: η ζώνη της ελληνικής κατοχής όπως είχε διαμορφωθεί μετά την οπισθοχώρηση στον Σαγγάριο

[ Μεγέθυνση ]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νοσοκομείο εκστρατείας
Στη μέση του πουθενά: νοσοκομείο εκστρατείας του ελληνικού στρατού στη διάρκεια της υποχώρησης. Tα πράγματα είχαν ζορίσει...

 

Τα μυστικά του βούρκου (στ μέρος)
Καλά κρυμμένες ιστορίες του ελληνικού ιμπεριαλισμού

Οι αιχμάλωτοι σε μια μακριά πομπή οδηγούνται στην προκυμαία. Το χριστιανικό πλήθος εξαγριώνεται κι ουρλιάζει. Πολλοί πέφτουν κάτω από τις ξιφολόγχες. Οι αξιωματικοί τους φτύνουν και κάθε τι τουρκικό προσβάλλεται. Οι άντρες υποχρεώνονται να πετάξουν τα φέσια από τα κεφάλια τους και να τα ποδοπατήσουν - η χειρότερη προσβολή για έναν μωαμεθανό. Όσοι αρνούνται σφάζονται με το μαχαίρι. Οι μαντίλες ξεσκίζονται από τα πρόσωπα των γυναικών. Ο όχλος αρχίζει το πλιάτσικο στα σπίτια των μωαμεθανών...
Von Mikusch, Mustafa Kemal

Ποιος να ζητήσει λογική κείνη την ώρα από το ραγιά; Ποιος να τον κακίσει που μέθυσε απ’ το ζαλιστικό κρασί της λευτεριάς, ποδοπάτησε το φέσι της υποταγής και πίστευε πως έγιναν πραγματικότητα τα προαιώνια όνειρα για μια Μεγάλη Ελλάδα;
Διδώ Σωτηρίου, Η Μικρασιατική καταστροφή

Η ελλάδα των δύο ηπείρων και
των πέντε θαλασσών
Η εισβολή στην Ανατολία:
ο ελληνικός ιμπεριαλισμός σε παράκρουση

Η απόβαση του ελληνικού στρατού στην προκυμαία της Izmir, στις 15 Μάη 1919, θα έπρεπε να θεωρείται η τελετή ενηλικίωσης του ελληνικού ιμπεριαλισμού και σαν τέτοια να μνημονεύεται από το κράτος της ελληνικής αστικής τάξης. Την μέρα εκείνη, με την έπαρση και τον κυνισμό που διακρίνει τους νικητές όταν πιέζουν ακόμη το λεπίδι στο λαιμό του νικημένου, η ελλάδα μπήκε οριστικά κι αμετάκλητα στην χορεία των μεγάλων ανθρωποφάγων κρατών της σύγχρονης ιστορίας: βουτώντας ως τον λαιμό στο αίμα των οθωμανών προλετάριων και των (ήδη ηττημένων και παραδομένων) οθωμανών στρατιωτών κατέκτησε με τη ξιφολόγχη της μια θέση στον πρώτο κόσμο των πολιτισμένων εθνών. Την ιστορία όμως - με γιώτα κεφαλαίο - την γράφουν τσαρλατάνοι που η δουλειά τους είναι να διασκεδάζουν τα κρατικά εγκλήματα. Έτσι οι θηριωδίες του ελληνικού στρατού σε βάρος των μουσουλμάνων κατοίκων της Izmir είναι σαν να μην συνέβησαν ποτέ· δεν έχουν θέση δίπλα στο παραμύθι της "υποδοχής των στρατιωτών ως απελευθερωτών". Τα γεγονότα και η μνήμη τους παραδόθηκαν αμαχητί στους επαγγελματίες αφηγητές της εθνικοφροσύνης και λέξεις διάτρητες συναρμολογήθηκαν για να κατασκευαστεί μια προκάτ ιστορία αντάξια των ελληνικών εκπαιδευτικών και πνευματικών ιδρυμάτων.
Μαρτυρίες όμως υπάρχουν πολλές. Ένας κάτοικος της Izmir έγραφε εκείνες της μέρες: Από το τελωνείο μέχρι το ξενοδοχείο Kramer Palace ήμουν μάρτυρας της σφαγής περίπου τριάντα άοπλων ανδρών, που προχωρούσαν με τα χέρια ψηλά. Η σφαγή αυτή εκτελέστηκε αποκλειστικά από έλληνες στρατιώτες... Κοντά στο μέρος που δένουν τα πλοία στο Κορδελιό είδα πολλούς περισσότερους σκοτωμούς. Ένας άλλος, κυβερνήτης πολεμικού πλοίου αγκυροβολημένου στο λιμάνι, έγραφε σε επίσημη αναφορά του: Γέροι άνθρωποι, άοπλοι κι άλλοι τούρκοι πολίτες που δεν είχαν κάνει τίποτε, χτυπήθηκαν από τους έλληνες, δολοφονήθηκαν με μαχαίρια και ξιφολόγχες και μετά - αφού αφαιρούνταν κάθε τι πολύτιμο και τα ρούχα από τα πτώματα - τους πετούσαν στη θάλασσα... Συγκεκριμένα περιστατικά αναφέρονται από αυτόπτες μάρτυρες, όπου τούρκοι στρατιώτες κι αξιωματικοί χτυπήθηκαν πισώπλατα με τις ξιφολόγχες από τους έλληνες φρουρούς τους, ενώ ο όχλος ξάφριζε τις τσέπες τους και πετούσε τα πτώματα στη θάλασσα. Πολλά από τα χειρότερα περιστατικά απάνθρωπης μεταχείρισης των τούρκων συνέβησαν ενώ ήταν υπό κράτηση στην προκυμαία το απόγευμα. Κάποιος άλλος απεσταλμένος σημειώνει: Τα ελληνικά στρατεύματα μαζί με τους ντόπιους έλληνες που πήραν τα όπλα ξεκίνησαν μια γενικευμένη σφαγή του μουσουλμανικού πληθυσμού στην οποία οι πολιτικοί αξιωματούχοι, οι αξιωματικοί και στρατιώτες του οθωμανικού στρατού όπως επίσης και φιλήσυχοι ντόπιοι θανατώθηκαν αδιάκριτα και υπέφεραν βάσανα αντάξια της ιεράς εξέτασης που αποτελούν σε κάθε περίπτωση βάρβαρη παραβίαση κάθε ανθρωπιστικού νόμου.
Βέβαια ο πρώτος μάρτυρας είναι βρετανός υπήκοος, ο δεύτερος αξιωματικός του αμερικάνικου ναυτικού και ο τρίτος μέλος της αμερικάνικης αντιπροσωπείας και προφανώς είναι μισέλληνες, πράκτορες της Άγκυρας κι εξ αντικειμένου ψεύτες, θα πει ο πρώτος τσαρλατάνος ιστοριογράφος που θα διαβάσει τις παραπάνω γραμμές. Αλλά τι σχόλιο όμως μπορεί να γίνει για το παρακάτω απόσπασμα επιστολής προς την στρατιωτική χούντα που ανέλαβε το 1922;

Η κυβέρνηση οφείλει να γνωρίζει ότι η ηθική μας υπόσταση στην πολιτισμένη οικογένεια των εθνών έχει δεχτεί ισχυρό πλήγμα από τους εμπρησμούς και άλλες βιαιοπραγίες στις επετράπη στον ελληνικό στρατό να προβεί στη Μικρά Ασία... Χρειάζεται οπωσδήποτε λοιπόν να επανακτήσουμε τον ηθικό σεβασμό του κόσμου...

Ο αρχιτέκτονας της "ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών" δεν μπορεί να είναι εγκάθετος των "ξένων ενόχων"! Κάτι παραπάνω θα ξέρει ο Βενιζέλος για τις βιαιοπραγίες του ελληνικού στρατού και την ηθική του ελληνικού κράτους.

Κατοχή κι αντίσταση - από την άλλη μεριά του Αιγαίου

Μία μέρα μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στην μικρασία, η δέσμια των συμμάχων κυβέρνηση του σουλτάνου έδωσε εντολή στον Μουσταφά Κεμάλ (που είχε πρωταγωνιστήσει στη μάχη της Καλλίπολης αποτρέποντας τους συμμάχους να καταλάβουν τα στενά) να φύγει για την ενδοχώρα προκείμενου να επιβλέψει τον αφοπλισμό των υπολειμμάτων του οθωμανικού στρατού σύμφωνα με την ανακωχή που είχε υπογραφτεί στον Μούδρο. Είναι θολό αν η κυβέρνηση ήθελε να ξεφορτωθεί έναν φιλόδοξο διεκδικητή της εξουσίας ή αν ο Κεμάλ επιδίωκε ν’ απομακρυνθεί από τον έλεγχο του σουλτάνου, πάντως στο ταξίδι του μέχρι την Σαμσούντα έγινε μάρτυρας της ολοκληρωτικής συντριβής της αυτοκρατορίας και της καθολικής αθλιότητας που επιφύλαξε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος στους χωρικούς της Ανατολίας. Την ίδια ώρα οι νικητές άρχιζαν τον εδαφικό διαμελισμό, ενώ στην ανατολή οι αρμένιοι με τις ευλογίες των αμερικανών έστηναν το δικό τους κράτος και οι κούρδοι με τις βρετανικές πλάτες διεκδικούσαν αυτονόμηση. Αντί να επιβλέψει τον αφοπλισμό, ο Κεμάλ άρχισε να έρχεται σε επαφή και να συντονίζει τις ομάδες άτακτων που περιφέρονταν στην ύπαιθρο και τα απομεινάρια του στρατού. Η θρυαλλίδα που έβαλε σε κίνηση την αντίσταση ήταν ασφαλώς τα νέα που έφτασαν από τη Izmir. Η μοίρα των οθωμανών σμυρνιών ήταν ο συναγερμός για να ξεκινήσει η ένοπλη αντίσταση ενάντια στους εισβολείς και τον διαμελισμό της Ανατολίας. Δύο μήνες μετά την άφιξη του Κεμάλ στην ενδοχώρα, συγκλήθηκε στο Ερζερούμ σύνοδος των τούρκων εθνικιστών που απαίτησε την ακύρωση των όρων της ανακωχής του Μούδρου και τον Σεπτέμβρη του 1919 κατέληξε στο εθνικό σύμφωνο, το πρώτο και γενέθλιο ντοκουμέντο του τουρκικού εθνικιστικού αγώνα για κατασκευή κράτους. Σύμφωνα με το ντοκουμέντο αυτό, το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα απαιτούσε προκειμένου να φτιαχτεί κράτος όλα τα τμήματα της πρώην αυτοκρατορίας που είναι "ενωμένα με θρησκευτικούς και πολιτιστικούς δεσμούς, έχουν ξεσηκωθεί με την κοινή επιθυμία για εγκαθίδρυση των εθνικών τους δικαιωμάτων και σχηματίζουν μια ενιαία ενότητα που δεν πρόκειται να υποστεί με κανένα πρόσχημα οποιονδήποτε διαμελισμό".
Το επόμενο διάστημα το εθνικιστικό κίνημα, που άρχισε να δυναμώνει όλο και περισσότερο κοινωνικά στο βαθμό που αποτελούσε τη μόνη έμπρακτη απάντηση στους εισβολείς, αφιέρωσε την δραστηριότητά του στην οργάνωση μιας αξιόπιστης στρατιωτικής δύναμης, αλλά και σε διαπραγματεύσεις με την νεοσύστατη εσσδ. Η σοβιετική ένωση από την μεριά της (καταφέρνοντας να πατήσει στα πόδια της μετά τις καταστροφές του πρώτου παγκοσμίου, την αντεπανάσταση των "λευκών" και την εισβολή στην ουκρανία) αρχίζει ν’ αποκτάει όλο και μεγαλύτερο βάρος στις εξελίξεις τόσο ως επαναστατική δύναμη απειλητική για το status quo της ευρωπαϊκής ηπείρου, όσο και ως κληρονόμος των ρώσικων γεωπολιτικών συμφερόντων. Το κεμαλικό αντάρτικο κι η λενινιστική ρωσία μπορεί ν’ απείχαν στα περιεχόμενα, αλλά αντικειμενικά είχαν πολλά κοινά: ήταν και οι δύο εξίσου στη λίστα των εχθρών των μεγάλων δυνάμεων, δεν είχαν άλλους συμμάχους και είχαν το ίδιο συμφέρον να ελέγχουν αποκλειστικά τον Καύκασο, να εξαφανίσουν δηλαδή απ’ το χάρτη το νεοσύστατο αρμενικό κράτος. Είναι ακριβώς εκείνη την εποχή και σε εκείνες τις συνθήκες που άρχισε να διαμορφώνεται η σταθερή (αν όχι συμμαχία, οπωσδήποτε) "στρατηγική αλληλοκατανόηση" ανάμεσα στο τουρκικό και το ρώσικο κράτος με κύρια σκοπιμότητα την μη εμπλοκή τρίτων στα πόδια τους εκεί που διακυβεύονται συμφέροντα και των δύο, βασικά στον Καύκασο και την Μαύρη Θάλασσα.
Οι νικητές σύμμαχοι όλο αυτό τον καιρό, παρότι έπαιρναν ξεκάθαρα μηνύματα για ένα ένοπλο κίνημα αντίστασης που δυναμώνει συνεχώς στην ενδοχώρα, έκαναν την σοφή επιλογή να ασχοληθούν περισσότερο με τις αναμεταξύ τους διαμάχες παρά με τον κοινό αντίπαλό που αργά αλλά σταθερά αναδύονταν μπροστά τους. Οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, και η ελληνική ανάμεσά τους, μ’ όλη την αλαζονική έπαρση που προσφέρουν μερικά συντάγματα παραταγμένα με το δάχτυλο στη σκανδάλη, εξακολουθούσαν να μεταχειρίζονται την Ανατολία σαν ένα φιλέτο έτοιμο, σερβιρισμένο στο πιάτο τους σε κάποιο ρεστοράν πολυτελείας στις ακτές του Βοσπόρου, και το αντιστασιακό κίνημα σαν τον ενοχλητικό ζητιάνο που αρκεί μια κλωτσιά στα μούτρα για να εξαφανιστεί. Έτσι υπέπεσαν στο ολέθριο σφάλμα, που με σαδιστική επιμονή επαναλαμβάνουν οι νικητές αστοί κάθε εποχής, με κάθε τους κίνηση: να διογκώνουν ακόμη περισσότερο την εναντίον τους αντίσταση την ίδια στιγμή που οι ίδιοι δεν βλέπουν παρά τη τύφλα τους μες στο σκοτάδι του πορτοφολιού τους.

Ως τη συνθήκη των Σεβρών και μέχρι το μαχαίρι να φτάσει στο κόκαλο

Στις 17 Φλεβάρη 1920 το οθωμανικό κοινοβούλιο στην Ισταμπούλ, το τελευταίο εκλεγμένο πριν τον πόλεμο, διακήρυξε την υποστήριξή του στο εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ και ψήφισε μια διακήρυξη πανομοιότυπη στο περιεχόμενο με το εθνικό σύμφωνο του Ερζερούμ. Η απάντηση απ’ τη μεριά των συμμάχων, με το βρετανικό κράτος να έχει τον πρώτο λόγο, ήταν αμείλικτη όσο και κοντόφθαλμη. Πιστεύοντας ότι το πολιτικό κέντρο της αντίστασης είναι στην πρωτεύουσα του χαλιφάτου, οι βρετανοί διέλυσαν το κοινοβούλιο, φυλάκισαν ή εξόρισαν τα περισσότερα μέλη του και επισημοποίησαν την κατοχή της Ισταμπούλ που μέχρι τότε ήταν τυπικά υπό τον έλεγχο του σουλτάνου. Τις διώξεις των βουλευτών ακολούθησε ένα κύμα φυγής των εθνικιστών που εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και κατευθύνθηκε στην Άγκυρα ενισχύοντας έτσι με έμψυχο υλικό το κεμαλικό στρατόπεδο.
Οι ενέργειες των βρετανών (που στο πίσω μέρος του μυαλού τους δεν είχαν άλλο από τον μακροπρόθεσμο έλεγχο των Στενών) είχαν σαν αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί πλήρως η καταισχύνη του σουλτάνου και της κυβέρνησής του που είχαν καταντήσει υποχείρια στα χέρια των συμμάχων. Μετά από αυτό, το εθνικιστικό κίνημα στην Άγκυρα εγκατέλειψε οριστικά κάθε σχέδιο που περιελάμβανε τον σουλτάνο και τις διοικητικές δομές στην Ισταμπούλ, και στράφηκε σ’ έναν "καθαρόαιμο" εθνικοαπελευθερωτικό ένοπλο αγώνα για δημιουργία κράτους.
Ο πρώτος στόχος εναντίον του οποίου στράφηκε ο αντάρτικος στρατός του Κεμάλ ήταν οι γαλλικές δυνάμεις κατοχής στην κιλικία. Ήταν μια λογική επιλογή: το ιταλικό κράτος έτσι κι αλλιώς σαμποτάριζε ανοιχτά τους υπόλοιπους συμμάχους και αναζητούσε έδαφος συνεργασίας με τους αντάρτες, ενώ το ελληνικό κράτος είχε ισχυρές δυνάμεις στην Ismir, την αμέριστη υποστήριξη των βρετανών και ήταν μακριά απ’ τις εστίες του αντάρτικου. Αντίθετα οι γαλλικές δυνάμεις ήταν οι πλέον ευάλωτες. Το γαλλικό κράτος, με την οικονομία του γονατισμένη και το στρατό της διεσπαρμένο στη γερμανία και την μέση ανατολή (για να κρατάει υπό κατοχή και την κοιλάδα του ρουρ και την συρία και την κιλικία) είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα όριά του. Εξάλλου τα εδάφη στην ανατολία ήταν η τελευταία γαλλική προτεραιότητα, ενώ στη συρία είχαν ξεσπάσει ήδη εξεγέρσεις των αράβων. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, μες στο καλοκαίρι του 1920 η τουρκική αντίσταση υποχρέωσε τους γάλλους σε οπισθοχώρηση και ανακωχή.
Με το γαλλικό κράτος να αναδιπλώνεται, το εθνικιστικό κίνημα να μην σβήνει και την σοβιετική ρωσία να αναμειγνύεται όλο και πιο φανερά στον Καύκασο, τα πράγματα άρχιζαν να γίνονται πιο σκούρα για τους επίδοξους νέους αφέντες της Ανατολίας. Τη λύση στο συμμαχικό στρίμωγμα ανέλαβε να δώσει το ελληνικό κράτος: στο μέγαρο των Βερσαλλιών όπου συνεχιζόταν η διάσκεψη της "ειρήνης" ο Βενιζέλος πρότεινε να δοθεί το ελεύθερο στον ελληνικό στρατό (που μέχρι τότε σπαταλούσε το χρόνο του μακελεύοντας οθωμανούς στα περίχωρα της Izmir) να εισβάλλει στην ενδοχώρα προκειμένου να εξολοθρεύσει την αντίσταση και να επιβάλλει τους όρους των νικητών.
Στο σημείο αυτό είναι που οι τσαρλατάνοι της ιστορίας ισχυρίζονται ότι ανακαλύπτουν την "εκμετάλλευση της ελλάδας από τους ξένους που την έβαλαν να κάνει το χωροφύλακα". Η πραγματικότητα όμως καγχάζει στα μούτρα τους όταν ακούει για τέτοιου είδους "εκμεταλλεύσεις". Πρώτον, η "δουλειά" που ανέλαβε το ελληνικό κράτος δεν έμεινε απλήρωτη και μάλιστα προκαταβολικά. Η πληρωμή ήταν η ανατολική Θράκη που παραχωρήθηκε άμεσα στους έλληνες. Δεύτερον, το ελληνικό κράτος ήταν ήδη κατοχική δύναμη στην Ανατολία και μάλιστα η πιο απάνθρωπη και βάρβαρη. Επομένως ήταν δικό του συμφέρον να χτυπήσει τους αντάρτες και κανενός άλλου. Τρίτον, η «Mεγάλη Iδέα» εξακολουθούσε να είναι ο οδηγός στο όχημα του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Οι στρατιωτικές ενέργειες του ελληνικού κράτους είχαν αποκλειστικό γνώμονα την πλήρη υλοποίηση του μεγαλοϊδεατισμού που δεν εξαντλούνταν στην επαρχία της Izmir αλλά αλληθώριζε προς την Ισταμπούλ και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Δεν ήταν οι "ξένοι" αλλά η ελληνική αστική τάξη που είχε κάνει σημαία της την "αναβίωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας". Στο Παρίσι λοιπόν, η απόφαση για εκστρατεία στην ενδοχώρα της Ανατολίας δεν ήταν αποτέλεσμα της "χειραγώγησης" του ελληνικού κράτους από ξένα συμφέροντα, αλλά της "χειραφέτησης" του ελληνικού ιμπεριαλισμού που υποχρέωνε πλέον τα ξένα συμφέροντα να ταυτίζονται με τα δικά του.
Στις 22 Ιούλη 1920 αρχίζει από την Izmir η εκστρατεία στην ενδοχώρα, ενώ την προηγούμενη πρόσθετες ελληνικές δυνάμεις είχαν αποβιβαστεί στο Μαρμαρά για να ενισχύσουν την επιχείρηση. Η προέλαση του ελληνικού στρατού ήταν ασυγκράτητη αφού η αντίσταση που συνάντησε ήταν αμελητέα.

Οι δυνάμεις που αντιμετώπισε ο ελληνικός στρατός πρέπει να έδειχναν πολύ περίεργες... Οι στρατιώτες ήταν συχνά ξυπόλητοι και ντυμένοι σε κουρέλια, κουβαλώντας τους πιο αλλόκοτους συνδυασμούς όπλων... Απ’ την άλλη, ο ελληνικός στρατός δεν ήταν μόνο ανώτερος αριθμητικά, αλλά ήταν κιόλας εξοπλισμένος με τον πιο σύγχρονο οπλισμό, προμηθευμένο από την γαλλία και την αγγλία, ενώ οι επικεφαλής είχαν πεπειραμένους άγγλους αξιωματικούς να τους συμβουλεύουν. Εναντίον των σφοδρών επιθέσεων αυτού του στρατού, οι αντάρτες ήταν για λύπηση.
[ Von Mikusch, Mustafa Kemal ]

Μέχρι τις αρχές Αυγούστου που σταμάτησε προσωρινά η προέλαση, το ελληνικό κράτος είχε πλέον υπό την κατοχή του το μεγαλύτερο τμήμα της Ανατολίας με μόνη σημαντική εξαίρεση την Ισταμπούλ και τα Στενά. Όταν το Οκτώβρη οι έλληνες επέκτειναν ακόμη περισσότερο (και χωρίς αντίσταση) την ζώνη κατοχής, το γαλλικό και ιταλικό κράτος σε συναγερμό από το ενδεχόμενο να τεθεί η Ανατολία υπό πλήρη ελληνικό έλεγχο, άσκησαν όλη τους την πίεση στις διαπραγματεύσεις στο Παρίσι και πέτυχαν να ζητήσει το ανώτατο συμβούλιο των συμμάχων την παύση της ελληνικής προέλασης. Εντωμεταξύ, ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις των ρώσων μπολσεβίκων και των τούρκων εθνικιστών, που εισέβαλαν στην αρμενία. Σύντομα το αρμενικό κράτος, εγκαταλειμμένο από τους "συμμάχους" του, τέθηκε υπό ρωσοτουρκική κατοχή και διαμελίστηκε.
Το αήττητο του ελληνικού στρατού, σε συνδυασμό με την μηδενική αντίσταση στην δυτική Ανατολία και τις επικίνδυνες εξελίξεις που προμηνύονταν στην αρμενία, έδωσε το σινιάλο στους συμμάχους για την οριστική διευθέτηση της μοίρας της Ανατολίας. Έτσι, στις 10 Αυγούστου 1920, μια ανίσχυρη οθωμανική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να υπογράψει την συνθήκη των Σεβρών που επισημοποιούσε τον διαμελισμό της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η συνθήκη αυτή είναι από τις πλέον επαίσχυντες που έχουν επιβληθεί ποτέ σε ηττημένη χώρα και οι όροι της ήταν δρακόντειοι. Για το ελληνικό κράτος, η συνθήκη των Σεβρών είναι η στιγμή του θριάμβου και της ολοκληρωτικής πραγμάτωσης των ιμπεριαλιστικών σχεδίων του. Ποτέ άλλοτε η πραγματικότητα δεν είχε ικανοποιήσει τόσο απλόχερα τις φιλοδοξίες και την λαιμαργία της ελληνικής αστικής τάξης.
Αλλά πίσω στην Αθήνα, μια μαϊμού καραδοκούσε...

Οι μαϊμούδες στο προσκήνιο

Απ’ τον ελληνικό τύπο όσο διαρκούσε ο πόλεμος είχαν παρελάσει όλα τα ζώα που θα μπορούσαν να προσδώσουν την απαραίτητη μυθολογική διάσταση στην ελληνική κατοχή της Ανατολίας. Έλληνες λέοντες, αετοί και αλεπούδες εναντίον τούρκων δράκων, φιδιών και υαινών. Αφού λοιπόν τα κτήνη πρωταγωνιστούσαν, γιατί να μην διεκδικήσουν και οι μαϊμούδες μια θέση που να τις αρμόζει; Έτσι κι αλλιώς τόσο καιρό παρίσταναν τους "αντιβενιζελικούς οπαδούς της ειρήνης"...
Μια φθινοπωρινή μέρα, καθώς ο έλληνας βασιλιάς Αλέξανδρος έκανε την βόλτα του στους βασιλικούς κήπους, μια μαϊμού προσβεβλημένη από λύσσα τον δάγκωσε και λίγο καιρό μετά ο βασιλιάς πέθανε από σηψαιμία. Το ζήτημα της διαδοχής που προέκυψε έδωσε στον Βενιζέλο την αφορμή να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Θεωρήθηκε μια χρυσή ευκαιρία: η παράταξη των φιλελευθέρων που είχε υλοποιήσει με το παραπάνω το όραμα της ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών προσδοκούσε, όσο ήταν ακόμη νωπό το μελάνι της συνθήκης των Σεβρών, να μετατρέψει τον εθνικό θρίαμβο σε απόλυτη εκλογική επικράτηση. Αλλά η επιπολαιότητα όπως στρώνει κοιμάται. Αυτό που ο Βενιζέλος αγνόησε επιδεικτικά ήταν ότι ο κατακτητικός πόλεμος στα βάθη της μικρασίας ήταν εξίσου πόλεμος ταξικός στο εσωτερικό και το πλήρωσε. Το προλεταριάτο και οι μάζες των πληβείων που στις πλάτες τους είχε χτιστεί ο εθνικός θρίαμβος, τράβηξαν το χαλί κάτω απ’ τα πόδια του Βενιζέλου κι εκδήλωσαν την εύνοια τους στη φιλοβασιλική παράταξη που υπόσχονταν "ειρήνη" - ανταλλάσσοντας έτσι το βενιζελικό λουρί στο σβέρκο με την βασιλική θηλιά στο λαιμό.
Στις εκλογές της 15ης Νοέμβρη 1920 το κόμμα των φιλελευθέρων υπέστη πανωλεθρία από τον συνασπισμό των βασιλικών και συντηρητικών κομμάτων, με την υποστήριξη ακόμη και του κκε, κι έχασε την εξουσία· ο ίδιος ο Βενιζέλος, τιμώντας την παράδοση των ελλήνων εθνοπατέρων, φρόντισε να εξαφανιστεί άμεσα μετά την ήττα, αναζητώντας καταφύγιο στα στοργικά σαλόνια του Παρισιού.
Δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί αυτή η ανατροπή στην κορυφή της διοικητικής κλίμακας του ελληνικού κράτους. Η ελλάδα συμπλήρωνε ήδη μια γεμάτη δεκαετία πλήρους πολεμικής κινητοποίησης, ξεκινώντας από τον "μακεδονικό αγώνα", περνώντας απ’ τους δύο βαλκανικούς πολέμους, τον πρώτο παγκόσμιο και καταλήγοντας στην μικρασιατική εκστρατεία, της οποίας το τέλος ούτε διακρινόταν στον ορίζοντα. Το τεράστιο κόστος του πολέμου όπως ήταν αναμενόμενο και σύμφωνα με την στρατηγική που είχαν ακολουθήσει με συνέπεια όλες οι εμπόλεμες αστικές τάξεις, βάρυνε σε συντριπτικό βαθμό το προλεταριάτο, μέσω της διόγκωσης του προϋπολογισμού, της εκτόξευσης των στρατιωτικών δαπανών και της βαριάς φορολογίας. Ταυτόχρονα ο φόρος αίματος γινόταν μετά από κάθε πολεμικό κύκλο όλο και βαρύτερος: το προλεταριάτο έβγαινε εξουθενωμένο από την μία εκστρατεία για να ριχτεί ευθύς αμέσως σε κάποια νέα που είχαν σχεδιάσει οι στρατηγοί της αστικής τάξης. Οι κλάσεις που καλούσε στα όπλα το επιτελείο γίνονταν όλο και νεαρότερες, οι ανταρσίες άρχισαν να πληθαίνουν ενάντια στις στρατολογήσεις, ενώ στο μέτωπο οι λιποταξίες και η ανυπακοή έπαιρναν ανησυχητικές διαστάσεις.
Παρόλα αυτά, μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου και πριν την εισβολή στην μικρασία, η κατάσταση ήταν κρίσιμη για το ελληνικό κράτος, αλλά όχι ακόμη απελπιστική, τουλάχιστον με τα μέτρα των αστών. Η ελληνική οικονομία δεν ήταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ ότι οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές· το ότι ήταν απ’ τη μεριά των νικητών ήταν εχέγγυο για μελλοντική ανάπτυξη· και κίνδυνος θα υπήρχε μόνο αν συνεχιζόταν οι πολεμικές δαπάνες ή αν σταματούσαν τα δάνεια από το εξωτερικό. Αλλά με την εκστρατεία του 1919 συνέβησαν και τα δύο, με τον πιο ακραίο τρόπο: τα πολεμικά έξοδα εκτοξεύτηκαν στα 2/3 του προϋπολογισμού, ενώ τα δάνεια πάγωσαν εντελώς. Ήταν αναμενόμενο. Το γαλλικό κράτος δεν είχε κανέναν λόγο να επιδοτεί τον ελληνικό ιμπεριαλισμό, όσο έβλεπε ότι η αγγλοελληνική συμμαχία στρεφόταν αντικειμενικά ενάντια στα συμφέροντά του. Το αμερικάνικο κράτος είχε έτσι κι αλλιώς εξ αρχής αμφιβολίες για την ορθότητα των ελληνικών σχεδίων και κρατήθηκε διακριτικά στην άκρη. Τέλος, το βρετανικό κράτος παρά τον αστείρευτο φιλελληνισμό του, με τον πρωθυπουργό Λόιντ Τζώρτζ ν’ αγγίζει τα όρια της γελοιότητας, δεν ήταν σε θέση να σηκώσει μόνο του το οικονομικό βάρος του δανεισμού, όντας καταχρεωμένο το ίδιο λόγω του πρώτου παγκοσμίου. Ταυτόχρονα και πέρα από τις ενδοσυμμαχικές συγκρούσεις και συνεργασίες, ο κόσμος είχε αρχίσει ήδη να μπαίνει στην τροχιά της κρίσης που θα κατέληγε στο μαύρο 1929 της παγκόσμιας οικονομίας. Κανένα κράτος δεν άνοιγε πλέον εύκολα το χρηματοκιβώτιό του.
Η απάντηση όλων των κυβερνήσεων στην οικονομική στενότητα ήταν η συστηματική και κατάφωρη λεηλασία των φτωχών στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Οι εργάτες κι οι χωρικοί κλήθηκαν εκόντες-άκοντες, με έμμεσους κι άμεσους τρόπους να πληρώσουν το μάρμαρο. Τα δύο βασικά μέτρα που εφάρμοσε το οικονομικό επιτελείο ήταν η διαρκής αύξηση των άμεσων φόρων - που φυσικά άφηνε αλώβητη την αστική τάξη - και, από τη στιγμή που σταμάτησε η ροή κεφαλαίων από το εξωτερικό, το τύπωμα όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων χρήματος από την εθνική τράπεζα. Η εκστρατεία χρηματοδοτούνταν με πληθωριστικό χρήμα χωρίς αντίκρισμα, οι τιμές εκτοξεύτηκαν ενώ οι μισθοί ροκανίστηκαν και το κόστος μεταφέρθηκε ακέραιο στο μέλλον όταν θα έπρεπε πάλι να καταβληθεί απ’ τους εργάτες. Μέχρι το 1921 η εθνική τράπεζα είχε τυπώσει 550 εκατομμύρια δραχμές· τον επόμενο χρόνο τύπωσε άλλα 1.150 εκατομμύρια. Όταν το 1921 το ημερήσιο κόστος της εκστρατείας είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια την μέρα, η ελληνική κυβέρνηση κατέφυγε πλέον σε σπασμωδικές κινήσεις. Το υπουργείο οικονομικών, μ’ έναν πρωτόγνωρο κι εξωφρενικό αυτοσχεδιασμό προχώρησε σ’ ένα νέο τύπο αναγκαστικού δανείου. Με διάταγμα υποχρεώθηκαν όλοι να παραδώσουν τα χαρτονομίσματα που είχαν στην κατοχή τους στην εθνική τράπεζα που τα έκοβε (κυριολεκτικά) στη μέση. Το μισό χαρτονόμισμα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη του, ενώ το άλλο μισό ανταλλασσόταν με εικοσαετή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Από το μέτρο είχαν εξαιρεθεί οι καταθέσεις που σήμαινε βέβαια ότι τα κεφάλαια των αστών έμειναν ανέγγιχτα.
Η διπλή λεηλασία του προλεταριάτου, σ’ εργασία και ζωές, ήταν αυτή που έστειλε τον Βενιζέλο στο σπίτι του κι ανέθεσε τις διοικητικές ευθύνες στην παράταξη των φιλοβασιλικών που μέχρι τότε ήταν ενδεδυμένη τον μανδύα της "ειρήνης". Ήταν μια έξοχη παράσταση! Επί σκηνής οι πρωταγωνιστές - "πολεμοκάπηλοι" κι "ειρηνόφιλοι", ακολουθητές του θρόνου κι οπαδοί της δημοκρατίας - κονταροχτυπιόταν για χάρη των μαζών, ενώ την ίδια στιγμή στα παρασκήνια, η αστική τάξη σαν τον αόρατο σκηνοθέτη ξαναμοίραζε ρόλους για να κρατήσει ίδιο το ρεπερτόριο: την συνέχιση της εκστρατείας. Πάντως όπως και να το δει κανείς, η ήττα του Βενιζέλου ήταν ένδειξη της υγείας του αστικού καθεστώτος. Ήταν ένδειξη ότι η ενσωμάτωση του ταξικού αγώνα στην διαπάλη των πολιτικών φατριών δούλευε καλά κι από την άποψη αυτή το κόμμα των φιλελευθέρων πρόσφερε ηττημένο μια τελευταία ύψιστη υπηρεσία στο ελληνικό κατεστημένο. Οι κομματάρχες προσέφεραν τα κεφάλια τους για να γλιτώσουν τα κεφάλια της αστικής τάξης.
Η παλινόρθωση του Κωνσταντίνου και η εξορία του Βενιζέλου είναι ένα κρίσιμο σημείο στην ιστορία της εισβολής στην Ανατολία, όχι τόσο σαν καθεαυτά γεγονότα όσο σαν δικαιολογίες ερμηνειών που ακολούθησαν για να στηρίξουν τον μύθο της "εξαπατημένης ελλάδας που εγκαταλείφθηκε από τους αγγλογάλλους". Τόνοι χαρτιού έχουν ξοδευτεί σε ανοησίες περί "τιμωρίας" των συμμάχων λόγω της επιστροφής του "γερμανόφιλου" βασιλιά και περί της αφορμής που βρήκαν για να εγκαταλείψουν την ελλάδα αφού πρώτα την "έστειλαν" στα βάθη της Ανατολίας. Καμία ανατροπή δεν προκάλεσε η νίκη των φιλοβασιλικών - τόσο στην στρατηγική του ελληνικού κράτους όσο και στις διεθνείς συμμαχίες και αντιθέσεις - ούτε άλλαξε η τροπή των πραγμάτων μετά τις εκλογές του Νοέμβρη. Η πορεία των εξελίξεων ήταν ήδη φανερή και όσα προηγήθηκαν κουβαλούσαν ήδη στον πυρήνα τους όσα έμελλε να συμβούν μέχρι την συντριβή του ελληνικού στρατού. Τα κουβαλούσαν τουλάχιστον σαν δυνατότητα που έγινε όμως ρητή βεβαιότητα εξαιτίας ακριβώς των δομικών επιλογών του ελληνικού ιμπεριαλισμού που είχε αφηνιάσει. Μόνοι οι εγκάθετοι της αριστερής εθνικοφροσύνης φαντάζονται συνωμοσίες και "ξένους δάχτυλους" για ν’ αθωώσουν τα εγκλήματα της αστικής τάξης και του κράτους.
Εξηγήσαμε ήδη και αποδείξαμε ότι από την πρώτη μέρα που αποφασίστηκε η απόβαση του ελληνικού στρατού στην Izmir, οι όροι της κατοχής υπαγορεύτηκαν από την Αθήνα και δεν επιβλήθηκαν από κανένα "ξένο κέντρο". Στο μέγιστο μπορούμε να μιλήσουμε για μια ελληνοαγγλική συμμαχία που φιλοδοξούσε να ελέγξει την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και τα Στενά, μια συμμαχία απόλυτα συμβατή με τον μεγαλοϊδεατισμό του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Το ελληνικό κράτος σύμφωνα με τα συμφέροντα της αστικής τάξης ήταν που απαίτησε την Izmir, που επέκτεινε μέχρι δεκάδες χιλιόμετρα την ζώνη κατοχής (σε αντίθεση με τις συμβουλές των συμμάχων της), που εισέβαλε στην ενδοχώρα και κατέλαβε σχεδόν όλη την Ανατολία και που ήταν συστηματικά αντίθετο (όπως θα δούμε) σε κάθε απόπειρα διπλωματικών διευθετήσεων και συμβιβασμών προκειμένου να λήξει ο πόλεμος χωρίς συντριπτικές καταστροφές για κανένα μέρος. Στην τελική ήταν η αγριότητα της ελληνικής επέλασης με τις καταστροφές που προκάλεσε, που τροφοδότησε κι όξυνε την αντίσταση μέχρι ν’ ανατραπούν πλήρως τα συμμαχικά σχέδια διαμελισμού της Ανατολίας. Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός, με τη σειρά του, όπως έστρωσε κοιμήθηκε.

Μπαίνοντας στον δεύτερο χρόνο του πολέμου οι εξελίξεις υπάκουαν πλέον σε νέους καθοριστικούς παράγοντες.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το ελληνικό επιτελείο ήδη είχε επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι το άπλωμα των επιχειρήσεων σε τόσο μεγάλη έκταση, η ανάπτυξη του μετώπου σε μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων, η απομάκρυνση από τα κέντρα ανεφοδιασμού και το καταπτοημένο ηθικό των μονάδων, παρόλο το αήττητο, καθιστούσαν το στρατό ευάλωτο σε περίπτωση που θα είχε ν’ αναμετρηθεί μ’ έναν οργανωμένο αντίπαλο. Αυτό που αντιλαμβάνονταν οι επιτελάρχες δεν ήταν μυστικό· το καταλάβαιναν όλοι από το Λονδίνο μέχρι την Άγκυρα, εκτός από την Αθήνα που πίστευε ότι οι θεοί εξακολουθούσαν να συνωμοτούν για χάρη της.
Αντίθετα το εθνικιστικό τουρκικό κίνημα επιδείκνυε τέτοια ζωτικότητα, στρατιωτική αλλά και κοινωνική, που το καθιστούσαν πλέον αποφασιστικό παράγοντα της μικρασιατικής εξίσωσης. Μπορεί να οπισθοχωρούσε διαρκώς κάθε φορά που έβρισκε απέναντί του τον ελληνικό στρατό, αλλά αυτό αποδείχτηκε μια ευφυής στρατηγική. Την ίδια ώρα που οι έλληνες προέλαυναν ανενόχλητοι από την δύση, στ’ ανατολικά οι κεμαλιστές έκλειναν ένα-ένα τα μέτωπα. Σε μία θηριώδη συμμετρία, τέτοια που μόνο η εθνο-μηχανική μπορεί να παράξει, η βία της ελληνικής εισβολής εξισορροπούνταν από την βία των κεμαλιστών εναντίον των κούρδων, των αρμενίων, αλλά και των πιστών του σουλτάνου που ξεσηκώθηκαν εναντίον των εθνικιστών. Η ανικανότητα των συμμάχων να συντρίψουν το εθνικιστικό κίνημα δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το φτιάξιμο εθνικού τουρκικού κράτους είναι αναπόφευκτο και μάλιστα δεν πρόκειται να περιοριστεί στ’ ασφυκτικά όρια που είχε προβλέψει η συνθήκη των Σεβρών.
Αυτό που ήθελαν οπωσδήποτε ν’ αποφύγουν οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις, και σ’ αυτό συμφωνούσαν ξεπερνώντας τους ανταγωνισμούς τους, ήταν ένα τουρκικό κράτος σε συμμαχία με την νεοσύστατη σοβιετική ένωση. Στην προοπτική της αναπόφευκτης ίδρυσης τουρκικού κράτους, η συνεχιζόμενη κατοχή κι ο διαμελισμός των εδαφών της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας είτε θα έσπρωχνε την τουρκία σε μια μόνιμη και στρατηγική συμμαχία με την εσσδ (η τουρκία σε ρόλο γιουγκοσλαβίας της ανατολικής μεσογείου, αν επιτρέπονται οι ιστορικές αναγωγές) και άρα ο έλεγχος των Στενών θα έφευγε οριστικά από τα δυτικά χέρια, είτε θα καθιστούσε την τουρκία ένα ανίσχυρο κράτος σ’ ένα ασταθές πεδίο και πάλι ευάλωτη στις σοβιετικές επιδιώξεις. Στην βάση αυτή, το συμφέρον των δυτικών κρατών υποδείκνυε ότι έπρεπε να "τα βρουν" με το κεμαλικό στρατόπεδο. Αφού δεν μπορούσαν να το εξοντώσουν, ήταν αναγκαστικό να το προσεταιριστούν. Το γαλλικό κράτος μπήκε νωρίς στην λογική αυτή, αντίθετα το αγγλικό έμεινε μέχρι τέλους πιστό στο ελληνικό κράτος. Εξάλλου, με την τουρκία η αγγλία θα συνεχίσει ν’ αντιπαρατίθεται για χρόνια ακόμη, πάνω στο καθεστώς της Μοσούλης και των πετρελαίων της.
Αλλά η αγγλική αυτοκρατορία δεν ήταν πλέον η παγκόσμια δύναμη που υπήρξε προπολεμικά κι οπωσδήποτε δεν είχε στους λογαριασμούς της μόνο τις ελληνικές φιλοδοξίες. Ο έλεγχος των Στενών παρέμενε η πρώτη προτεραιότητα. Η διατήρηση του ελέγχου στις αποικίες ο δεύτερος. Η μείωση της στρατιωτικής δύναμης λόγω των μαζικών μεταπολεμικών αποστρατεύσεων και η κρίση της αγγλικής οικονομίας λόγω του κόστους του πολέμου, καθιστούσαν για το Λονδίνο σχεδόν απαγορευτική κάθε πιθανότητα να εμπλακεί άμεσα σε νέες πολεμικές αναμετρήσεις στην μικρασία. Τέλος ο πόλεμος στην Ανατολία είχε άμεσο αντίκτυπο στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των αποικιών, τον οποίο η αγγλία έπρεπε να συνυπολογίσει. Η βιαιότητα του ελληνικού στρατού εναντίον των οθωμανών μουσουλμάνων, η πλήρης κατάπτωση του χαλιφάτου κι ο εξευτελισμός του σουλτάνου (πρόσωπο με ηγετικό ρόλο στο ισλάμ και προστάτης των ιερών τόπων) που είχε καταντήσει μαριονέτα στα χέρια των συμμάχων, είχαν αρχίσει να προκαλούν αγανάκτηση ανάμεσα στους μουσουλμάνους. Το τελευταίο που ήθελε ν’ αντιμετωπίσει η αγγλική αυτοκρατορία, κι αυτό ίσχυε εξίσου και για την γαλλική στις δικές της αποικίες, ήταν μια γενικευμένη αναταραχή και πιθανές εξεγέρσεις των μουσουλμάνων υπηκόων της, ιδίως στην ινδία που έτρεφε με τα πλούτη της το βρετανικό οικοδόμημα.

Ενώ άλλαζε η διεθνής συγκυρία, που στην αρχή του πολέμου είχε ευνοήσει υπέρμετρα τις ελληνικές φιλοδοξίες, το μόνο που παρέμενε αμετάβλητο ήταν η στρατηγική προσήλωση του ελληνικού κράτους στην ιμπεριαλιστική του επέκταση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη του δομικού χαρακτήρα του ελληνικού ιμπεριαλισμού και της αυτοτελούς ανάπτυξής του πέρα από "εξαρτήσεις" κι "εκμεταλλεύσεις", από την πολιτική που ακολούθησε η παράταξη των φιλοβασιλικών απ’ την στιγμή που ανέλαβε την διοίκηση του κράτους: ταυτόσημη με αυτήν των προκατόχων της, με μόνη διαφορά ότι έγινε ακόμη επιθετικότερη. Όσο καιρό είχε αναλάβει τον ρόλο της αντιπολίτευσης ο λόγος της ήταν καταγγελτικός εναντίον των βενιζελικών "που είχαν σύρει την ελλάδα σε αλόγιστες περιπέτειες" και είχε κάνει σημαία της τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Ήταν ακριβώς η πολιτική που απαιτούσε η χαλιναγώγηση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά από την στιγμή που η συντηρητική παράταξη ανέλαβε κεντρικές ευθύνες, η πραγματική της ταυτότητά αποκαλύφθηκε σαν αυτή που ήταν ακριβώς. Τόσο η δημοκρατική όσο και η μοναρχική παράταξη ήταν αποκόμματα του ίδιου κόμματος, του κόμματος της αστικής τάξης και σαν τέτοια η δουλειά τους ήταν να υλοποιήσουν την μεγαλοϊδεατίστικη ατζέντα της τάξης αυτής.
Στα τέλη του 1920, καθώς οι σύμμαχοι αρνούνται να χορηγήσουν δάνεια και να καλύψουν τα τεράστια πολεμικά έξοδα της εκστρατείας στην Ανατολία, το ελληνικό κράτος θεωρεί ότι δεν δεσμεύεται πλέον από τις συμφωνίες που είχαν προηγηθεί· κι αποδεσμευμένο από τους όρους που είχαν τεθεί στο Παρίσι, οργανώνει πλέον την συνέχιση του πολέμου με αποκλειστικό γνώμονα το δικό του συμφέρον. Η απόφαση του πολιτικού και στρατιωτικού επιτελείου θα σφραγίσει οριστικά την εξέλιξη των πραγμάτων: συνέχιση της προέλασης ακόμη βαθύτερα στην ενδοχώρα μέχρι την πλήρη επικράτηση. Αν η απόφαση αυτή δείχνει σε στρατιωτικό επίπεδο παρατραβηγμένη, είναι στο πολιτικό επίπεδο που αποκαλύπτει το πραγματικό της νόημα. Το ελληνικό κράτος δεν αρκούνταν πλέον στην εξασφάλιση της ζώνης κατοχής της Izmir, αλλά έθετε ως στόχο την κατάληψη της ίδιας της Άγκυρας, του προμαχώνα των εθνικιστών, την κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους της Ανατολίας και το οριστικό σβήσιμο κάθε πιθανότητας φτιαξίματος τουρκικού κράτους. Ήταν η μόνη επιχείρηση που ανταποκρινόταν πλήρως στο θράσος των στελεχών του ελληνικού ιμπεριαλισμού.
Απ’ τον Γενάρη μέχρι τον Μάρτη του 1921 ο ελληνικός στρατός είναι διαρκώς στην επίθεση και τότε γνωρίζει για πρώτη φορά από την απόβασή του στην Izmir την ήττα· ο αντίπαλος πλέον είναι ένας καλά οργανωμένος τακτικός στρατός, αν και υστερεί κατά πολύ του ελληνικού τόσο σε αριθμό ανδρών όσο και σε εξοπλισμό. Στο Λονδίνο, ο Τσώρτσιλ, υπουργός τότε, σημειώνει ότι πλέον "οι έλληνες καθηλώθηκαν σε μια πολιτικο-στρατηγική κατάσταση που οτιδήποτε λιγότερο από ολοκληρωτική νίκη θα είναι ήττα". Μέχρι τον Ιούλη η προέλαση συνεχίζει ακατάπαυστα ως την γραμμή Αφιόν - Εσκισεχίρ. Όταν ο τουρκικός στρατός οπισθοχωρεί για περισσότερα 160 χιλιόμετρα, μετά από μια αποτυχημένη αντεπίθεση, ο ελληνικός στρατός συνεχίζει να προχωρά καίγοντας και καταστρέφοντας τα χωριά στο πέρασμά του για να εξαφανίσει την κοινωνική βάση στήριξης των εθνικιστών. Τον Αύγουστο φτάνει πλέον στον ποταμό Σαγγάριο, έξω από την Άγκυρα. Στο στρατόπεδο των ελλήνων το επιτελείο θεωρεί την νίκη δεδομένη. Ο βασιλιάς που είναι παρών ως επικεφαλής προσκαλεί την βρετανική αντιπροσωπεία για δείπνο στην Άγκυρα, ενώ στην Αθήνα οι εφημερίδες γράφουν ότι μετά την νίκη είναι σίγουρη η παραχώρηση της Ισταμπούλ. Η μάχη που ακολούθησε, 80.000 ελλήνων στρατιωτών εναντίον 25.000 τούρκων, κράτησε 22 μέρες και νύχτες και είναι από τις αγριότερες μάχες που έχουν δοθεί στην σύγχρονη ιστορία. Στο τέλος ο ελληνικός στρατός, μετρώντας 20.000 νεκρούς, υποχρεώθηκε σε γενική οπισθοχώρηση.
Όλο τον επόμενο χρόνο ο ελληνικός στρατός θα μείνει καθηλωμένος στις θέσεις που οπισθοχώρησε.

Χασάπηδες και τζογαδόροι ως το τέλος

Ενδεικτικό του μεγέθους της "εκμετάλλευσης" του ελληνικού κράτους από τους "ξένους" και της "εξάρτησής" του είναι οι δύο διεθνείς διασκέψεις που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία του βρετανικού κράτους προκειμένου να λήξει με διπλωματικά μέσα ο πόλεμος. Στην πρώτη που έγινε στο Λονδίνο, όσο ακόμη ο ελληνικός στρατός προέλαυνε προς την Άγκυρα, η ελληνική αντιπροσωπεία απέρριψε κατηγορηματικά οποιοδήποτε συμβιβασμό. Ο αέρας της υπεροπλίας φούσκωνε ακόμη τα ελληνικά μυαλά. Αλλά στη δεύτερη που έγινε στη Γένοβα, με τον ελληνικό στρατό καθηλωμένο πλέον κι ενώ το ιταλικό και το γαλλικό κράτος έχουν συνθηκολογήσει κι αποχωρήσει από την Ανατολία αφήνοντας σαν μοναδική κατοχική δύναμη την ελληνική, και πάλι το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να δεχτεί οτιδήποτε λιγότερο από την ολοκληρωτική επικράτηση.
Αλλά εκεί που φανερώνεται πλήρως ο βαθμός που ο ιμπεριαλισμός και η μεγαλοϊδεατίστικη τρέλα είχε διαποτίσει το ελληνικό κατεστημένο είναι στην τελευταία μπλόφα που επιχείρησαν οι ελληνικές κατοχικές δυνάμεις πριν συντριβούν οριστικά.
Τον Ιούνη του 1922 η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε την αρχηγεία του στρατού της Μικράς Ασίας και της ανατολικής Θράκης σ’ ένα μισότρελο γέρο στρατηγό, τον Χατζηανέστη που κάποιες μέρες αρνιόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι πεπεισμένος ότι είναι νεκρός κι άλλες μέρες έμενε διαρκώς καθιστός πιστεύοντας ότι τα πόδια του είναι τόσο εύθραυστα ώστε αν σηκωθεί θα σπάσουν σαν το γυαλί. Ο στρατηγός έφτασε στην Izmir κουβαλώντας ένα έτοιμο σχέδιο που είχε εκπονήσει το επιτελείο στην Αθήνα. Δυνάμεις του στρατού θα μεταφέρονταν μυστικά από το μέτωπο και μαζί με την στρατιά της ανατολικής Θράκης θα καταλάμβαναν την Ισταμπούλ, μέσα απ’ τα χέρια, τις φρουρές και το στόλο της βρετανίας που κρατούσε την πόλη υπό τον έλεγχό της. Το θέμα δεν είναι αν αυτό το ολόλαμπρο σχέδιο είχε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, αλλά ότι το ελληνικό κράτος δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να εκβιάσει τους κοντινότερους συμμάχους του, διακινδυνεύοντας ακόμη και ανοιχτό πόλεμο εναντίον τους, προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η μεγάλη ελλάδα. Ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, ο ιμπεριαλισμός εξακολουθούσε να είναι η κινητήρια δύναμη του ελληνικού κράτους. Με την επιχείρηση αυτή το ελληνικό κράτος σκόπευε να πετύχει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, ή έστω κάποιο από τα δύο. Είτε να εκβιάσει την εμπλοκή των συμμάχων στο πόλεμο της Ανατολίας. Είτε να καταλάβει την Ισταμπούλ, αποκομίζοντας έστω αυτό το πολύτιμο κέρδος, εν όψη της εκκένωσης της μικρασίας που στην Αθήνα πλέον την θεωρούσαν ζήτημα ημερών. Όπως και να ‘χει, υπό τις εντολές ενός ψυχωτικού το μέτωπο στην ενδοχώρα άρχισε να αποδυναμώνεται μέχρι που οι δύο αντίπαλοι στρατοί έγιναν σχεδόν ισοδύναμοι.
Όταν ο έλληνας υπουργός εξωτερικών ανακοίνωσε στους πρεσβευτές της βρετανίας, γαλλίας και ιταλίας ότι μόνο η ελληνική κατοχή της Ισταμπούλ θα φέρει τη λήξη του πολέμου, η απάντηση ήταν φυσικά ότι οποιαδήποτε μονομερής ενέργεια της ελλάδας θα σήμαινε άμεσο πόλεμο εναντίον της. Τις επόμενες μέρες κατέπλευσε στο Μαρμαρά σχεδόν όλη η μεσογειακή δύναμη του βρετανικού ναυτικού, ενώ η γαλλία και η ιταλία έστειλαν άμεσα μερικές χιλιάδες στρατιωτών προς ενίσχυση της φρουράς της πόλης. Η μπλόφα είχε καταρρεύσει και σίγουρα το ελληνικό κράτος δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να ανοίξει πόλεμο. Στο μέτωπο της Ανατολίας, ο τούρκικος στρατός που είχε παρακολουθήσει από κοντά τις κινήσεις του αντιπάλου του, ετοιμάστηκε άμεσα.

Το τέλος της μεγάλης ελλάδας

Στις 6 Αυγούστου 1922 ξεκίνησε η τουρκική αντεπίθεση. Ο ελληνικός στρατός, αποδυναμωμένος και με καταρρακωμένο ηθικό, συντρίβεται μέσα σε λίγες μέρες. Σχεδόν η μισή δύναμη εξοντώνεται ή συλλαμβάνεται (ανάμεσά τους κι ο στρατηγός Τρικούπης που όντας αιχμάλωτος έμαθε από τον ίδιο τον Κεμάλ ότι η ελληνική κυβέρνηση τον είχε προαγάγει σε αρχηγό του επιτελείου!) Οι υπόλοιπες μονάδες, διασπασμένες και χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς την δύση και τα παράλια του Αιγαίου. Αλλά ο πόλεμος δεν είχε λήξει ακόμη...
Ο ελληνικός στρατός στην οπισθοχώρησή του εφάρμοσε την τακτική της καμένης γης διαπράττοντας απίστευτες αγριότητες σε βάρος των άμαχων χωρικών.

Σχεδόν κάθε πόλη στην διαδρομή έχει μετατραπεί σε ερείπια. Το ένα τρίτο του Ουσάκ δεν υπάρχει πλέον. Το Αλασεχίρ δεν είναι πια παρά μια σκοτεινή καμένη τρύπα στους λόφους. Χωριό μετά το χωριό έχουν καταλήξει στις στάχτες. Από τα χιλιάδες κτήρια της ιστορικής πόλης της Μανίσα μόλις πεντακόσια στέκουν ακόμη... Είναι υπολογισμένο ότι περίπου 3.000 ζωές χάθηκαν στον εμπρησμό του Αλασεχίρ μόνο... Η Κασάμπα ήταν μια πόλη 40.000 ανθρώπων εκ των οποίων οι 3.000 δεν ήταν μουσουλμάνοι. Από τους 37.000 τούρκους μόνο 6.000 μετρήθηκαν ζωντανοί...

Στις 9 Σεπτέμβρη ο τούρκικος στρατός μπήκε στην Izmir. Όλο το προσωπικό της ελληνικής κατοχικής διοίκησης είχε φροντίσει ήδη να εξαφανιστεί χωρίς καν να ενημερώσει τον πληθυσμό ότι επίκειται η ανακατάληψη της πόλης. Στην αποβάθρα, οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης, εγκαταλειμμένοι απ’ τον ελληνικό στρατό, συνωστίζονται αναζητώντας τρόπους διαφυγής. Τέσσερις μέρες αργότερα η Izmir καταστράφηκε σχεδόν ολόκληρη από μια πυρκαγιά που, όσο κι αν επιμένουν οι μισθοφόροι της ελληνικής κατεστημένης ιστορίας, η αιτία της εξακολουθεί να παραμένει αδιευκρίνιστη.
Η συμμετρία στη βαρβαρότητα θα γινόταν πλέον αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη Λωζάνη.

 
       

Sarajevo 2020