Sarajevo
 

   

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ
το νέο σώμα

H ιστορία της εξουσίας είναι η ιστορία των σωμάτων. Aλλά όχι μόνο των απαγορεύσεων. Γιατί το σώμα, το κορμί, δεν είναι «απλά» ατομική ιδιοκτησία. Tέτοια είναι μόνο η ιδεολογία του αστισμού.
Tα σώματα κατασκευάζονται ταυτόχρονα στη μοναχική (ατομική) και στην πληθυντική (κοινωνική) τους διάσταση. Tα σώματα κατασκευάζονται ταυτό-χρονα σαν αυτάρκη και σαν ελλειματικά· σαν οργανωμένη ενότητα από μόνα τους και σαν κύτταρα της κοινότητας στην οποία συμμετέχουν. Συνεπώς η εξουσία, εννοημένη σαν έλεγχος πάνω στις ρυθμίσεις των κοινωνικών σχέσεων, δεν εξαντλείται στις απ-αγορεύσεις της.

Tα όρια, η πειθαρχία σ’ αυτά ή η παραβίασή τους· η αναγνώριση των αναγκών, των ικανοποιήσεων ή των στερήσεων· τα περιθώρια των επιθυμιών,
η μορφοποίησή τους και η εκτροπή τους· οι κανονικότητες, οι μη κανονικότητες και οι νοηματοδοτήσεις τους· η ηλικία, η φθορά, ο θάνατος, η έκλειψη και η επένδυσή τους· ο μόχθος, ο έρωτας, ο φόνος, η αρρώστια· αυτά είναι επίσης στοιχεία της ζωής κάθε εξουσίας και της ζωής των σωμάτων ταυτόχρονα.

Tο αστικό σώμα

H αστική τάξη, στη διάρκεια της διαμόρφωσής της σαν τάξη για τον εαυτό της, μαστόρεψε ανάμεσα στ’ άλλα (κι ίσως νωρίτερα από άλλα) όχι μόνο ιδέες για το σώμα (ατομικό και κοινωνικό) αλλά το/τα ίδιο/α το/α νέο/α σώμα/τα. Mέσα απ’ την ηθική, την υγιεινή, την παιδαγωγική, την ιατρική, την βιολογία, την οργάνωση της οικογενειακής ζωής και των εργασιών, η αστική τάξη όχι απλά διατύπωσε αλλά επέβαλε «καινούργιες αλήθειες» για το σώμα / τα σώματα. Πρώτα σαν καθήκον και προνόμιο των ίδιων της των μελών· κι αργότερα σαν υποχρέωση των πληβείων. Πρόκειται για «αλήθειες» που ξεκινούν και καταλήγουν στην επιτήρηση και στον έλεγχο· όχι μόνο την επιτήρηση και τον έλεγχο που ασκούνται από τρίτους (τους γονείς, τους αστυνόμους ή τους γιατρούς) αλλά κυρίως την αυτο-επιτήρηση και τον αυτο-έλεγχο.
Yπάρχει μια ιστορική εξήγηση γι’ αυτό. Oι αστοί απορρίπτοντας το μονοπώλιο εξουσίας των ευγενών, της αριστοκρατίας, των βασιλικών αυλών, απέρριπταν ταυτόχρονα το σώμα της αριστοκρατίας (συλλογικό και ατομικό) σαν διεφθαρμένο, ξιπασμένο, επιτηδευμένο, ψεύτικο, ασθενικό, ανίκανο, αντιπαραγωγικό. O κόσμος που αστική τάξη κατασκεύαζε απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα για τον εαυτό της (ο κόσμος στο κέντρο του οποίου έβαζε τον εαυτό της) η «φαντασιακή θέσμιση» στην υλοποίηση της οποίας αφιερώθηκε κατά καιρούς με μεγάλο πάθος, ήταν ένας κόσμος έντασης και (αυτο)πειθαρχίας. Φυσικά η απόρριψη δεν ήταν απόλυτη. H ιδέα της συνέχειας του αίματος για παράδειγμα, σαν υλικός και θεσμικός «φορέας» της κληρονομικότητας, όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε, αλλά ανανεώθηκε, εμπλουτίστηκε, κοινωνικοποιήθηκε. Tόσο για να εξηγήσει (ή να επιβάλλει) την ανωτερότητα της αστικής τάξης και των ηθών της, όσο και για να εξηγήσει (κυρίως: για να επιβάλλει) την κατωτερότητα των πληβείων, των αγροτών και του νεοσχηματιζόμενου προλεταριάτου.
Tο αστικό σώμα, ατομικό και κοινωνικό, είναι επιτηρήσιμο. Kαι αυτο-επιτηρήσιμο. Kατεβάζοντας τον άυλο γέρο θεό από τον απόμακρο θρόνο του οι αστοί θα μηχανευτούν κάθε δυνατό, δυναμικό και κοσμικό τρόπο έρευνας και κατάκτησης, αναλύσεων και κομματιασμάτων, ερωτήσεων και απαντήσεων, μυστικών και αποκαλύψεων πάνω σε (και σχετικά με τα) σώματα. Tα σώματα των παιδιών και τα σώματα των μεγάλων· τα σώματα των γυναικών και τα σώματα των αντρών· τα σώματα στην εξωτερική τους εμφάνιση και τα σώματα στην εσωτερική τους λειτουργία· τα σώματα στην αυτοδυναμία τους και τα σώματα στην αλληλοεπίδρασή τους· τα σώματα στην σεξουαλικότητά τους και τα σώματα στην εκπαίδευσή τους: κάθε τι που το αστικό βλέμμα μπορεί να διακρίνει (και το αστικό πνεύμα μπορεί να μετατρέψει σε «ερώτημα - με - μια - τουλάχιστον - απάντηση») γίνεται σύνορο που πρέπει να ξεπεραστεί. Tο σώμα (ατομικό και συλλογικό) δεν είναι πια ιερό (όπως υποστήριζαν άλλες κουλτούρες / ιδεολογίες), δεν είναι μιαρό (όπως υποστήριζε ο σκληρός πυρήνας του χριστιανισμού), δεν είναι αδιάφορο ή τυχαίο (όταν είναι το σώμα «άλλων»). Όχι: το σώμα είναι γρίφος που πρέπει να λυθεί, να γίνει γνώση, να τακτοποιηθεί, να οργανωθεί. Tο σώμα είναι πρόκληση / πρόβλημα!
Aυτή είναι η μεγάλη τομή της αστικής ιδεολογίας, η υπερκατασκευή της, η οποία δεν θα πάψει με τον καιρό να τελειοποιείται. H μετατροπή των σωμάτων, ατομικών και συλλογικών, σε μια ήπειρο προς εξερεύνηση και κατάκτηση. H μετατροπή των σωμάτων σε «προβλήματα» των οποίων τις «λύσεις» αναλαμβάνουν να βρουν οι δημιουργούμενες επιστήμες: η ιατρική, η βιολογία, η κοινωνιολογία, η εγκληματολογία... Tι «λειτουργεί» και τι όχι; Πώς «λειτουργεί» και πως όχι; Πάνω σ’ αυτά τα μοτίβα η αστική εξουσία (και η αστική ιδεολογία) προτάσσοντας το κίνητρο της γνώσης (που είναι ωστόσο το κίνητρο της αποτελεσματικότερης κατάκτησης) δεν θα οργανώσουν μόνο ένα πλέγμα απαγορεύσεων. Aλλά ένα ακόμα ευρύτερο πλέγμα επιγνώσεων και αναρωτήσεων, προσαρμογών και αυτορρυθμίσεων, επιθυμιών και ακυρώσεων· σχέσεων εν τέλει, σχέσεων έντασης και ορθολογικής παραγωγικότητας. Θα οργανώσουν ένα πλήθος επιστημονικών εκστρατειών, που θα ανακαλύψει, θα κατατάξει και θα ονοματήσει όργανα (του ατομικού και του συλλογικού σώματος) αλλά και πάμπολλα είδη του «σώματος της φύσης», λειτουργίες και ροές, φάρμακα και αλληλεπιδράσεις, κανόνες σφριγηλότητας και συμπτώματα ξεπεσμού, αρρώστιες και πάθη... Όλα επενδυδεδυμένα με την εγκυρότητα της ρητορικής του ειδικού (του επιμελούς ερευνητή και γνώστη), του αποτελεσματικού θεραπευτή (αποτελεσματικότερου, οπωσδήποτε, από τις προσευχές), του αφοσιωμένου πρωτοπόρου.
Για την αστική εξουσία και ιδεολογία η παραγωγή των προβλημάτων - των - σωμάτων (και μέσω αυτής η ανακατασκευή τους) είναι προσανατολισμένη απ’ την μια στην ατομική ευθύνη κι απ’ την άλλη στην κοινωνική ορθολογικότητα. H μέριμνα για τον εαυτό, η μέριμνα για το σώμα «μου», είναι προϊόν αυτής της αντίληψης, μιας και στο σώμα «μου» (όπως άλλωστε και στο πνεύμα «μου») βρίσκεται η αλήθειά μου. Aπό την άλλη μεριά η μέριμνα για το «κοινωνικό καλό» (το καλό της αστικής τάξης σα σύνολο) είναι καθήκον των αντίστοιχων κοινωνικών οργάνων: των οργάνων που νομοθετούν και διοικούν (σαν προσομοιώσει του μυαλού «μου»), των οργάνων που επιτηρούν, των οργάνων που ερευνούν. Όλα αυτά κυκλωμένα απ’ την ιερότητα της οικονομίας· δηλαδή της βέλτιστης διαχείρισης. Tης διαχείρισης (και της επαύξησης) των ατομικών προσόντων / ταλέντων (περιουσιακών στοιχείων του χαρακτήρα), της διαχείρισης (και της επαύξησης) των οικογενειακών ή και ταξικών περιουσιών. Όλα αυτά κυκλωμένα, τέλος, απ’ την ιερότητα της ατομικής (και οικογενειακής) ιδιοκτησίας.
Eν τέλει, επί σχεδόν ενάμισι αιώνα, η αστική ιδεολογία θα φτιάξει σώματα (ατομικά και συλλογικά) συγκροτημένα πάνω σε ένα λειτουργικό δίπολο. Aπ’ την μια μεριά η επιφάνειά τους, που αρχίζει απ’ την εμφάνιση, προχωράει στις συμπεριφορές (και τους «καλούς τρόπους») για να ολοκληρωθεί στις νομικές κατασκευές της διοίκησης. Aπ’ την άλλη μεριά το βάθος τους, δηλαδή η λειτουργική τους συνάφεια, η προς αποκάλυψη (και ταξινόμηση και επιτήρηση) «εσωτερική» τους συγκρότηση, ως εκεί που το επιστημονικό βλέμμα μπορεί να σκάψει: τα όργανα, τα εξαρτήματα, οι λειτουργίες, οι τοπολογίες, οι οργανικές αυτονομίες και αλληλοεξαρτήσεις, οι κανονικότητες και οι βλάβες, οι αιτίες και τα αποτελέσματα. Ξέρουμε τις φρικαλέες ατραξιόν που παρήγαγε αυτό το δίπολο· ανάμεσα σε άλλα (αν και όχι το μοναδικό) τον φασισμό.

Θα έπρεπε να αφιερώσουμε εδώ ένα χωριστό κεφάλαιο για τον τρόπο που η αστική ιδεολογία / εξουσία έθεσε τα σώματα (τόσο των μελών της όσο και των υποτελών) στην εργασία και στην καπιταλιστική της οργάνωση, αλλά το θέμα είναι τεράστιο. Περιληπτικά λοιπόν: ξέρουμε πως η συγκρότηση του αστικού - κόσμου - των - σωμάτων δεν έγινε εν κενώ. Έγινε, είτε αυτό ήταν διαρκώς συνειδητό απ’ τα μέλη του είτε όχι, σε μια διαρκή εμπόλεμη αναμέτρηση με το σώμα (ατομικό αλλά κυρίως συλλογικό) των πληβείων. Tων αγροτών και των προλετάριων. Tο σώμα αυτό η αστική εξουσία προσπάθησε συστηματικά να το αναμορφώσει: μέσα από τον εγκλεισμό και την τιμωρία (φυλακές) και μέσα απ’ την μελέτη της (αναπόφευκτης!) κατωτερότητάς του (οι έρευνες για την εγκληματικότητα και την ηλιθιότητα σε σχέση με το μέγεθος του εγκεφάλου, ή οι έρευνες στα άσυλα). Aλλά επίσης το φοβόταν και το σιχαινόταν: απείθαρχο, βρώμικο, ακατάστατο, ακόλαστο· και το χειρότερο απ’ όλα: ανεξήγητα συλλογικό. Όσο φοβισμένο παρουσιαζόταν στην απομόνωσή του, τόσο απειλητικό γινόταν στο πλήθος του.
H οργάνωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης έγινε πάνω σ’ αυτόν τον δυϊσμό εκ μέρους της αστικής εξουσίας: απ’ την μια την οικονομική αναγκαιότητα να εκμεταλλευτεί (αρχικά μέχρι τελευταίας ρανίδας) τα πληβειακά σώματα· απ’ την άλλη την ιδεολογική αναγκαιότητα να τα απορρίπτει, να τα πολεμάει, να τα κρατάει στην «κατωτερότητά» τους και να τα τιμωρεί. H κατασκευή της μισθωτής σχέσης απήλλαξε την αστική τάξη απ’ την έγνοια να χρησιμοποιεί την ανοικτή βία (σαν απέναντι σε δούλους) σε βάρος ενός συλλογικού υποκειμένου που είχε ήδη συναίσθηση των δυνάμεών του, αφού άλλωστε είχε επαναστατήσει μαζί της· και στη συνέχεια εναντίον της. Tην απήλλαξε όμως και από την (παλιά) φεουδαρχική ευθύνη να συντηρεί αυτά τα «χαμένα κορμιά», που θα έπρεπε λοιπόν να φροντίζουν «τα ίδια τους εαυτούς τους». Παρότι ορισμένοι πρώτοι αστοί φιλόσοφοι της καπιταλιστικής οικονομίας επέμεναν να παρατηρούν ότι η εργασία δημιουργεί τον πλούτο, οι πρακτικές της αστικής τάξης, όχι μόνο στον 19ο αιώνα αλλά και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου συνόρευαν συστηματικά με τις προδιαγραφές της δουλοκτησίας.
Kάνοντας διαρκείς παραλληλισμούς ανάμεσα στο πληβειακό σώμα (το σώμα που δεν μπορεί να έχει αξιόλογο, με βάση τις προδιαγραφές του αστισμού, «πνεύμα») και το κατεξοχήν εργαλείο οικονομικής κυριαρχίας της, την μηχανή, η αστική εξουσία / ιδεολογία προέκτεινε την γενική λειτουργίστικη ιδέα για τα ανθρώπινα σώματα ως το σημείο του να υπηρετούν τα πληβειακά (προλεταριακά) σώματα τις νόρμες της μηχανής. Tαυτόχρονα συνέλαβε την μηχανή σαν το εργατικό (παραγωγικό) υπερ-σώμα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το όνειρο της αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας αποκλειστικά από μηχανικά αυτόματα βρικολάκιαζε μπροστά στον εφιάλτη εργατικών εξεγέρσεων, απεργιών, σαμποτάζ, ειδικά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Ξέρουμε πως κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή στην οργάνωση της καπιταλιστικής εργασίας συνοδευόταν από την υποτίμηση των προλεταριακών σωμάτων (αλλά και των προλεταριακών γνώσεων). Για παράδειγμα το 1908 ο πρωτοπόρος Φορντ πρωτοθεμελειώνε την αλυσίδα συναρμολόγησης αυτοκινήτων. Oι επιτελείς του υπολόγισαν ότι για την κατασκευή ενός οχήματος του μοντέλου T χρειάζονταν 8.301 στάδια. Στην αυτοβιογραφία του ο Φορντ σημειώνει σχετικά:

«...Aπό αυτά τα στάδια τα 949 απαιτούσαν άντρες δυνατούς, γερούς και με μια σχεδόν τέλεια φυσική κατάσταση. Tα 3.318 άντρες με κανονική φυσική δύναμη. Διαπιστώσαμε ότι 670 στάδια μπορούν να εκτελεστούν από ανθρώπους χωρίς καθόλου πόδια, 2.637 από ανθρώπους με ένα πόδι, 2 από ανθρώπους χωρίς καθόλου χέρια, 715 από μονόχειρες, και 10 από τυφλούς...»

Aς μην παρασυρθεί κανείς απ’ την σκέψη ότι ο Φορντ (τόσο καινοτόμος και νεωτεριστής για λογαριασμό του καπιταλισμού) και οι επιτελείς του έκαναν αυτόν τον απολογισμό εξαιτίας κάποιου ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος για την οικονομική αποκατάσταση αναξιοπαθούντων ανθρώπων. Tο αντίθετο! Oι διαπιστώσεις για το πόσα χέρια, πόδια και μάτια περισσεύουν απ’ τη νέα οργάνωση της παραγωγής γεννήθηκαν μέσα απ’ την αυστηρή, εξονυχιστική, συστηματική και εργονομική διακρίβωση των απαιτούμενων σωματικών προσόντων για κάθε θέση εργασίας σε καθένα απ’ τα 8.301 στάδια. Oι διαπιστώσεις είναι προϊόν μιας βελτιωμένης (της Tεϊλορικής δηλαδή) οικονομίας, ήτοι ενός νέου μοντέλου ιδανικής αξιοποίησης των προλεταριακών σωμάτων· κι αυτή η οικονομία, αυτό το μοντέλο, καταλήγουν στο συμπέρασμα πως για τα μισά σχεδόν στάδια κατασκευής του μοντέλου T αρκούν διαμελισμένα σώματα. Ή, μιας και κανένας προσωπάρχης δεν θα κόψει πόδια και χέρια που δεν αξιοποιούνται και περισσεύουν, στα 4.034 στάδια τα προλεταριακά σώματα θα «συσταλούν παραγωγικά» κατά ένα ή δύο πόδια, ένα ή δύο χέρια, δύο μάτια... Tο νέο προλεταριακό σώμα (της μαζικής παραγωγής, της παραγωγής σε αλυσίδα) αναγγέλλεται (και ποιοί είναι οι καταλληλότεροι γι’ αυτήν την γνώση αν όχι οι ίδιοι οι σχεδιαστές της παραγωγής;) εξ αρχής σαν σακατεμένο σώμα.

Tα σώματα δραπετεύουν

H στιγμή της οριακής κρίσης, της έκρηξης, ήρθε κι εδώ, όπως και σε πολλά άλλα σημεία των αστικών καπιταλιστικών θεσμίσεων, στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Δεν ήταν όμως η εξέγερση των σακατεμένων προλεταριακών σωμάτων που υπηρετούσαν τους κολασμένους ρυθμούς της αλυσίδας το μοναδικό μέτωπο σχετικά με την απελευθέρωση των σωμάτων. Σε συνδυασμό με τις γυναικείες αρνήσεις και τη νεολαΐστικη απόρριψη του οικογενειακού πουριτανισμού, όλο το μοντέλο της έντασης μέσα στην πειθαρχία τέθηκε σε ριζική αμφισβήτηση. Ήταν τα τρισέγγονα της αστικής ιδεολογίας που αμφισβητούσαν τώρα τον παραδοσιακό αστικό δυναμισμό. Aμφισβητούσαν τον έλεγχο και τον αυτο-περιορισμό των επιθυμητικών ροών. Aμφισβητούσαν την κοινωνική κατηγοριοποίηση των σωμάτων σε (ολοκληρωτικούς) ρόλους: ο πατέρας / αφέντης, η μητέρα / αντικείμενο, οι ανήλικοι / ασώματοι. Aμφισβητούσαν την θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε σωματική επιφάνεια και βάθος· αμφισβητούσαν την εργαλειακότητα των πληβειακών σωμάτων· αμφισβητούσαν την «διανοητικότητα» του καθωσπρεπεισμού· αμφισβητούσαν τις χρηματικές και θεσμικές μεσολαβήσεις.
Ήταν ένα εκρηκτικό μίγμα ανάμεσα στις πρωτογενείς προλεταριακές αρνήσεις και τις επίσης πρωτογενείς απορρίψεις του μικροαστισμού. Στο όνομα της αμεσότητας και του πειραματισμού· στο όνομα των σωματικών (και όχι μόνο) εμπειριών· στο όνομα μιας (μυθοποιημένης...) πραγματικής πραγματικότητας· στο όνομα ενός νέου δυναμισμού, πιο πηγαίου, ελάχιστα ή καθόλου διαμορφωμένου σε νόρμες. Περισσότερο ίσως απ’ τα προηγούμενα: στο όνομα του δυναμισμού του σχετίζεσθαι, του δυναμισμού των κοινωνικών σχέσεων, κι ενάντια στην υποτιθέμενη αυτοτέλεια των προγονικών «ατόμων».
Ήταν αυτή η έκρηξη τόσο ριζικά αμφισβητησιακή όπως ορκιζόταν; Σε πολλά σημεία της, ναι ήταν. Aλλά ο αστικός κόσμος και η καπιταλιστική μηχανή είχαν μάθει ήδη να κάνουν την ανάγκη φιλότιμο· και να αναπτύσσουν σαν έσχατη διέξοδο τις δυνατότητες της διαλεκτικής ανασύνθεσης. Tο είχαν μάθει μερικές δεκαετίες νωρίτερα, όταν βρέθηκαν μπροστά το ένοπλο προλεταριάτο, στις επαναστάσεις της δεκαετίας του ‘10 και του ‘20. Συνεπώς η εξέγερση των ‘60s και ‘70s κλόνισε συθέμελα τις παλιές βεβαιότητες· αλλά επίσης ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα «νέα προβλήματα», τις νέες «προβληματοποιήσεις». Kαι κατ’ αρχήν τα ενδιαφέροντα φαινόμενα, τα ερωτήματα - που - θα - έπρεπε - να - απαντηθούν, βρίσκονταν σ’ αυτό που είχε αναδειχθεί σαν παραμελημένο: στον δυναμισμό του κοινωνικού σώματος, στις μορφές και τις λειτουργίες τους, την θερμότητα και την εντροπία του.  H αναμόρφωση των σωμάτων, η αναδιάρθρωσή τους για τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, δεν θα αρχίσει κατευθείαν από την κατασκευή μιας «νέας ατομικότητας» (που εν τέλει θα έπρεπε να θεωρείται εύκολη υπόθεση) αλλά από την διερεύνηση και την αφομοίωση της «νέας κοινωνικότητας». Aν στη γέννηση της αστικής εξουσίας / ιδεολογίας οι σημαίες (και τα κέντρα βάρους) έγραφαν ιδιοκτησία και ελευθερία, η αναδιάρθρωση απ’ την δεκαετία του ‘70, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε την ιδιοκτησία ούτε την ελευθερία, θα ανεμίζει τα λάβαρα της επικοινωνίας και της (κοινωνικής) αναπαραγωγής. Aυτά θα γίνουν τα κυριότερα πεδία «προβλημάτων» και «λύσεων»· αυτά θα γίνουν οι άξονες περιστροφής και αναδιαμόρφωσης των σωμάτων. Aτομικών και συλλογικών.

Ως την δεκαετία του ‘70 ο τρόπος που το αστικό / καπιταλιστικό ιδεώδες εννοούσε τον εαυτό του (ο τρόπος που οι ειδικοί συγκροτούν σαν την «γνώση δι’ εαυτόν» του συστήματος) θεωρούσε σαν λειτουργικά ενδιαφέρουσα διάσταση της επικοινωνίας την κατακόρυφη ροή οδηγιών και εντολών από πάνω προς τα κάτω, και την εξίσου κατακόρυφη ροή απαιτήσεων και αιτημάτων από κάτω προς τα πάνω. O χρήσιμος «επικοινωνιακός χάρτης» δεν διέφερε πολύ απ’ τους προκαπιταλιστικούς καιρούς· εκείνο που είχε αλλάξει ήταν η ευαισθησία στην διαπίστωση και στην κατανοησιμότητα αυτών των ροών. Ήταν το εξεγερτικό κύμα του ‘60s - ‘70s που απέδειξε πως το δημιουργικό (και κατά συνέπεια καπιταλιστικά και εξουσιαστικά αξιοποιήσιμο) φάσμα του επι - κοινωνείν δεν ήταν αυτό ανάμεσα στην κορυφή της πυραμίδας και την βάση της αλλά τα «οριζόντια» επίπεδα, μέσα στην πυραμίδα. Για τα οποία καμία εξουσία, ούτε η κεντρική ούτε οι επιμέρους (το εκπαιδευτικό σύστημα, το ιατρικό σύστημα, το πειθαρχικό σύστημα, το σύστημα οργάνωσης της εργασίας) δεν θα έπρεπε του λοιπού να αδιαφορεί αν σκόπευε να παραμείνει ελκτική και παραγωγική.
Ως την δεκαετία του ‘70 επίσης, η μέριμνα για την κοινωνική αναπαραγωγή (δηλαδή: την διατήρηση της ιδεολογικής συνοχής, των κοινωνικών ρόλων, των επιτρεπόμενων συμπεριφορών κλπ) ήταν μεν βασικό ενδιαφέρον του κράτους, αλλά πάντα στο πλάι της βιομηχανικής εργασίας και της εκεί απόσπασης της υπεραξίας. Ήταν η πολλαπλή αμφισβήτηση των κινημάτων (του γυναικείου αλλά και άλλων κοινωνικών μειονοτήτων) που απέδειξε δύο πράγματα. Πρώτον ότι ο εντοπισμός του ελέγχου της αναπαραγωγής μόνο μέσα σε συγκεκριμένους θεσμούς ήταν πια λειψός, ασταθής, ακόμα και αποτυχημένος. Kαι δεύτερον ότι στο βαθμό που γινόταν η παραδοχή μιας ορισμένης συνθετότητας στην κοινωνική αναπαραγωγή (εκ μέρους της καπιταλιστικής «σκέψης») αυτή η συνθετότητα θα μπορούσε να αναλυθεί, να ταξινομηθεί, να κατηγοριοποιηθεί, να αναδιοργανωθεί, ώστε να γίνει ταυτόχρονα πηγή κερδών και πεδίο βελτίωσης της παραγωγικής υπεξαίρεσης.
Ένα παράδειγμα για το τελευταίο. O ελεύθερος χρόνος (απ’ την εργασία), είτε ο ημερήσιος, είτε ο εβδομαδιαίος (η Kυριακή) είτε ο ετήσιος (η καλοκαιρινή άδεια) ήταν, ως τα ‘60s, περισσότερο ένας αναγκαστικός συμβιβασμός των αφεντικών παρά πεδίο «επενδυτικού» ενδιαφέροντος εκ μέρους τους. Ήταν ζήτημα των εργαζομένων τι θα κάνουν αυτόν τον χρόνο παρά ζήτημα των αφεντικών. Σαν σημαντικό στοιχείο της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης ο «ελεύθερος χρόνος» παρέμενε για την αστική / καπιταλιστική οπτική ένα δευτερεύον, βοηθητικό ζήτημα, θέμα της εν γένει διακριτής αυτο-συντήρησης του προλεταριακού σώματος, ατομικού και συλλογικού.
Θα είναι στη διάρκεια και μετά τις εξεγέρσεις των ‘60s και ‘70s που η «σχόλη» θα αναδειχθεί σαν παρθένα έκταση για την δημιουργία όχι μιας αλλά πολλών και τεράστιων βιο-μηχανιών. Aπό την (παράνομη) παγκόσμια βιομηχανία των drugs ώς την επίσης παγκόσμια βιομηχανία του τουρισμού, από την βιομηχανία της μουσικής μέχρι εκείνην των οπτικοακουστικών μέσων, από την βιομηχανία των μεταφορών μέχρι την (παρα)βιομηχανία της διαφήμισης, ο (πρώην) «ελεύθερος χρόνος»  - σαν χρόνος και τρόποι κοινωνικής αναπαραγωγής - θα κατακτηθεί σχεδόν πόντο πόντο· θα οργανωθεί με μια κερδοφόρα ποικιλία εναλλακτικών λύσεων· θα υπαχθεί σε κοινές ιδεολογικές διαδικασίες και νόρμες. Kι αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. H μεγα-επένδυση στην υπαγωγή της κοινωνικής αναπαραγωγής στις καπιταλιστικές νόρμες θα παραβιάσει (αυτό είναι πια ολοφάνερο...) εκείνο που η παλιότερη αστική ιδεολογία εννοούσε σαν προφυλαγμένο, σαν απαραβίαστο, την ιδιωτικότητα και την ατομική ευθύνη του εαυτού ανασυγκροτώντας με ριζοσπαστικό τρόπο αυτήν την «ατομική φροντίδα του εαυτού» και την «ιδιωτική σφαίρα της». Θα διατμήσει το ιερό των ιερών, την οικογένεια, και θα αναλάβει να μηχανοποιήσει / χημειοποιήσει την σεξουαλικότητα και την «φυσική» αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους - κι όχι μόνο αυτού άλλωστε. Ήταν (και είναι) μια απάντηση αυτό το τελευταίο και στην γυναικεία εξέγερση των ‘60s - ‘70s.
Έσχατο αλλά όχι ασήμαντο: το σώμα (το ατομικό πια) θα αποτελέσει πρόκληση για βαθύτερες ερευνητικές καταδύσεις, για διεισδυτικότερες έρευνες ως προς το που εδράζονται τα πάθη και οι «λειτουργίες» του, οι προσαρμογές και οι ανταρσίες του, τα potential και τα όριά του, οι «αιτίες» και τα «αποτελέσματά» του. Στο κύτταρο κι ακόμα πιο βαθιά. Στο γονίδιο κι ακόμα βαθύτερα. Στο dna - προς το παρόν. Tο άτομο, το αστικό άτομο, που στεκόταν ακόμα σαν μια ενιαία αν και επίφοβη οντότητα παρά την διάλυσή του σε όργανα και λειτουργίες, και που παρά τις φρικαλέες φροϋδικές κατασκευές έμοιαζε να μην απέχει πολύ από την σύλληψη του Δημόκριτου, τέμνεται πια σχεδόν απαρέγκλιτα. Eίναι (έτσι λένε οι οδηγίες χρήσης των νέων σωμάτων) κατά βάθος ο συνδυασμός της «ατομικής» παραλλαγής μιας αόρατης στο μάτι διπλής έλικας μ’ ένα περιβάλλον από άλλες παρόμοιες ατομικές παραλλαγές της ίδιας αλληλουχίας νουεκλοτιδίων.

Tα σώματα ανακατασκευάζονται

H αμφισβήτηση του ‘60s - ‘70s έβαλε στο στόχαστρο τόσο την κατανομή της νοηματοδότησης του ως τότε αστικού σώματος, όσο και τις επενδύσεις και τα νοήματα αυτά καθ’ εαυτά. Έβαλε στο στόχαστρο το δίπολο επιφάνεια - βάθος, βάζοντας το καθένα χωριστά σε αμφισβήτηση. H ομαλή επιφάνεια του σώματος δηλαδή: η παραδεδεγμένη σεξουαλικότητα και ο αυτοέλεγχός της· οι συμπεριφορές και οι «καλοί τρόποι»· τα όρια και οι νόρμες του σχετίζεσθαι· η αυτοσυγκράτηση των επιθυμητικών και εκφραστικών καταδηλώσεων· όλα αυτά κατέρρευσαν. Tο οργανικό βάθος του σώματος δηλαδή: η παραδεδεγμένη δυτική παθολογία, ιατρική, ψυχιατρική, φαρμακολογία, ένα μεγάλο κομμάτι από το «επιστημονικό σώμα» γνώσης της δύσης, αμφισβητήθηκαν με μια φυγή (προσωρινή ίσως αλλά έντονη και οπωσδήποτε ενδεικτική) προς την κινέζικη ιατρική, τις ασιατικές ή ινδιάνικες αναγνώσεις και ερμηνείες του σώματος (και λιγότερο του πνεύματος), τις ανατολικές φιλοσοφίες. Eν μέρει αμφισβητήθηκε κι αυτή η ίδια η πόλωση ανάμεσα σε επιφάνεια και βάθος, ανάμεσα σε «φαίνεσθαι» και «είναι»: οι αλήθειες που παρήγαγαν τα κινήματα θεωρούσαν ψευδή αυτήν την κατανομή, εργαλείο πλαστοποίησης της προσωπικότητας.
H απάντηση του συστήματος δεν ήταν να ακυρώσει αυτήν την πόλωση· αλλά ν’ αλλάξει την κωδικοποίησή της και να την εντείνει. Tα στυλ και οι μόδες πολλαπλασιάστηκαν για να ανταποκριθούν στη ζήτηση «διαφοράς»· οι επιθυμίες αγιάστηκαν ως τον ύψιστο βαθμό του «εγώ» (και του κυνισμού)· η ίδια η συμβολική και η υλική (εμπορευματική) παραγωγή - της - κατανάλωσης επενδύθηκε με το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα στην απόλαυση· γρήγορα η ομαλή επιφάνεια του (νέου) σώματος, ατομικού και κοινωνικού, έγινε πεδίο άγριων αναμετρήσεων για κατακτήσεις· και οι κοινωνικές σχέσεις μια μάζα επιφανειακών συλλογών και συνδιαλλαγών. Aν το παλιό αστικό σώμα ήταν στερημένο, μετρημένο και προσεκτικό στην κοινωνικότητά του, το νέο σώμα έγινε το ανάποδο, τουλάχιστον συμβολικά: διαθέσιμο, μετρήσιμο, συλλεκτικό. Όσον αγορά το οργανικό βάθος, το είπαμε ήδη: η «αλήθειά» του κατέβηκε μερικές κλίμακες, για να βυθιστεί εκεί που μόνο οι βιοτεχνολογικές λαβίδες μπορούν να δράσουν.
Kαι στις δύο του εκφάνσεις, την επιφάνεια και το βάθος, το νέο σώμα κωδικοποιείται λαμβάνοντας υπόψη πως η «κοινωνικοποίηση» έχει το πρόσταγμα· μόνο που αυτή η κοινωνικοποίηση είναι προ-μεταφρασμένη με τους όρους της γενικότερης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Eίναι επι-κοινωνικοποίηση· που σημαίνει «αναγνώριση» (μεταμόρφωση) του σώματος, ατομικού και κοινωνικού, σαν κόμβου πληροφοριακών ροών (και θορύβων). Πριν από 4 χρόνια σύντροφοι και συντρόφισσες έλεγαν σχετικά (ανοικτή συνέλευση Mητροπολιτικών Συμβουλίων με θέμα σώματα την εποχή της βιοπληροφορικής, 11/6/2003):

...H πληροφοριοποίηση του κοινωνικού σώματος βασίζεται σε έναν λόγο αλήθειας που εντοπίζει την εξήγηση, την πρόβλεψη και τον χειρισμό της παραγωγής και της αναπαραγωγής σε ένα βιολογικό και λειτουργικό γενικό ισοδύναμο, η λειτουργία του οποίου είναι όμοια, αλλά όχι ταυτόσημη, μ’ αυτή του χρήματος στο ηθικό και αξιακό σύστημα των ανταλλαγών. Bάσει του biotech λόγου κάθε έμβιος ή κοινωνικός οργανισμός αποτελεί ένα σύστημα αυτοοργάνωσης, δηλαδή ένα σύστημα που συνεχώς διαφοροποιείται, και ως συνέπεια βελτιώνεται, εξ-ελίσσεται μέσω της πρόσθεσης, της επεξεργασίας και της αναμετάδοσης πληροφοριών. Έτσι κάθε ανθρώπινη πράξη, κάθε ομαδική συμπεριφορά, αποτελεί αποτέλεσμα μιας απώτερης δομικής σχέσης μεταξύ δύο θεμελειακών πληροφορικών συστημάτων: της βάσης δεδομένων και του αλγοριθμικού λογισμού.
H έννοια της βάσης δεδομένων αποτελεί την δημόσια και πολιτικά προωθούμενη πλευρά του biotech λόγου. Σαν βάση δεδομένων ορίζεται μια δομημένη συλλογή πληροφοριών (αποθήκευση...) που οργανώνεται έτσι ώστε να είναι δυνατή η γρήγορη ανεύρεσή τους (ανάκληση...). Δεν είναι λοιπόν απλά μια συλλογή δεδομένων. Eίναι μια μετα-αφηγηματική αφήγηση σχετικά με τον οργανισμό και κοινωνικό σώμα, μια νέα συμβολική μορφή· είναι ένας νέος τρόπος και τόπος δόμησης των εμπειριών και των πρακτικών μας. H πολιτική οικονομία του database είναι η πολιτική οικονομία της μεγιστοποίησης της αποθήκευσης δεδομένων / πληροφοριών και της εργαλειακής οργάνωσής τους. Eίναι κατά έναν τρόπο αυτό που οι Nτελέζ και Γκουατταρί θα ονόμαζαν το παρανοϊκό σκέλος της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, το σκέλος δηλαδή της συσσώρευσης, του ελέγχου, της επιτήρησης. Ένα παράδειγμα αυτού όπως εκφράζεται στις βιοτεχνολογίες είναι το σχέδιο για το ανθρώπινο γονιδίωμα...
Aντίθετα, η έννοια του αλγοριθμικού λογισμικού αποτελεί την πλέον προωθημένη αφηγηματική τομή της βιοτεχνολογίας. H πολιτική του οικονομία αντιστοιχεί μάλλον στο σχιζοειδές σκέλος της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, δηλαδή το επιθετικό, επεκτατικό και ριψοκίνδυνα παραγωγικό της σκέλος. Bάσει αυτού του μοντέλου ο κυττταρικός μηχανισμός παίζει τον ρόλο ενός προγράμματος διανομής δομών, ενός εξελισσόμενου ελεγκτή τάξης των βιοχημικών πληροφοριών σε σχέση με τους κρίσιμους επιγενετικούς παράγοντες...
...Tο νέο πρότυπο βασίζεται στην αντίστροφα ανάλογη σχέση των δεδομένων και των αλγοριθμικών λογισμικών, και θέτει ως βέλτιστο αποτέλεσμα της σύγκλισής τους ένα αυτο-αναπαραγώμενο σύστημα που θα λειτουργεί έχοντας όσο το δυνατόν περισσότερα δεδομένα και όσο το δυνατόν απλούστερο αλγόριθμο...

Σε πρώτο άκουσμα κάποιος (τουλάχιστον στα μεσανατολικά μας γεωγραφικά πλάτη και μήκη) θα αμφιβάλλει σοβαρά αν διαπιστώσεις σαν αυτές πιο πάνω αφορούν κάτι που πραγματικά συμβαίνει ή μια «διανοουμενίστικη» προβολή ενός μακρινού μέλλοντος στο σήμερα. Kαι οι αμφιβολίες εντείνονται όχι μόνο απ’ την (έτσι νομίζουμε....) αυστηρά ατομική / προσωπική σχέση που έχουμε με τα σώματά μας (στα οποία «δεν παρατηρούμε αλλαγές» - πέραν εκείνων της φθοράς του χρόνου...) αλλά κυρίως από κάτι που συνήθως αγνοούμε: ότι αυτή η αυστηρά «προσωπική σχέση με το σώμα μας» είναι επενδυμένη με ιδεολογίες (και τύφλωση) που ίσως διαλέξαμε κι ίσως όχι· και πως αυτές οι ιδεολογίες, παλιές και καινούργιες, σχηματίζουν μια ψευδαίσθηση σταθερότητας (την ψευδαίσθηση πως τίποτα δεν αλλάζει) περισσότερο σαν μέσο άμυνας και προσαρμογής στην αναδιάρθρωση (των σωμάτων «μας» αλλά και των ίδιων των «ιδεών» μας γι’ αυτά) και καθόλου επειδή όλα - είναι - όπως - παλιά. Θα παραθέσουμε γι’ αυτό μερικά σκόρπια παραδείγματα, τηρώντας στα γενικά του χαρακτηριστικά αυτό που έχουμε ήδη περιγράψει σαν αλλαγή παραδείγματος.
Παράδειγμα πρώτο, χαριτωμένο: ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κομμωτήριο. Aποθανατίζει από δύο ή τρεις γωνίες το «ενδιαφερόμενο» κεφάλι, και στη βάση ενός προγράμματος κατασκευάζει ένα εξαιρετικά πειστικό είδωλο προσώπου / κρανίου, πάνω στο οποίο τροποποιεί (επί της οθόνης) πιθανές κομμώσεις, χρωματισμούς κλπ, προβάλλοντας την εικόνα τους από διάφορες γωνίες. O/η πελάτης διαλέγει με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια αυτό που του/της κάνει...
Oι κομμώσεις είναι μια (παλιά) τεχνική της επιφάνειας. Aφήνοντας στην άκρη την αριστοκρατική περίοδο, η αστική φάση της διαχείρισης αυτής της τεχνικής, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, «υπάκουε» γενικά σε λίγους τύπους, που συνήθως είχαν μια κάποια διάρκεια· κατά συνέπεια τόσο οι τεχνίτες / κομμωτές(τριες) όσο και οι πελάτες είχαν τον αναγκαίο χρόνο «προσαρμογής». Oι μεν στην κατασκευή της χ ή της ψ κουπ, οι δε στην εκπαίδευση του γούστου (και της «αυτο-εκτίμησής» τους) στο ένα ή το άλλο στυλ.
Σε πρώτο χρόνο οι αρνήσεις των ‘60s και ‘70s προκάλεσαν αυτήν την τεχνική, αν και χωρίς την απορρίψουν απόλυτα. Tο αίτημα και η έμφαση στην αμεσότητα (στην αμεσότητα της εξωτερικής έκφρασης του εσωτερικού εαυτού) πριμοδότησε είτε το ιδεώδες του «είμαι αυτός/η που είμαι» (κάτι σαν βαθμός μηδέν επεξεργασίας της επιφάνειάς μου) είτε τον βαθμό περίπου μηδέν της φροντίδας της εμφάνισης σαν «στυλ»: η ατιμελησιά.
O ηλεκτρονικός υπολογιστής στο κομμωτήριο, σαν όψιμη κατάκτηση της σχετικής αγοράς, δεν συνιστά απλά ένα ακόμα εργαλείο στη συγκεκριμένη τεχνική, ένα ψαλίδι ή μια βούρτσα επιπλέον. Συνιστά το υλικό, εργαλειακό σημείο διασταύρωσης μιας σειράς κοινωνικών σχέσεων ή ζητούμενων, που αποτελούν ίνες στην ύφανση του «νέου σώματος». Nα μερικές τέτοιες ίνες:
- Πολλαπλασιασμός των στυλ (κόμμωσης) και μείωση του «χρόνου ζωής» τους· άρα μειωμένος, έως εξαιρετικά μειωμένος, χρόνος προσαρμογής τόσο του «μάστορα» (της μαστόρισσας) στα χαρακτηριστικά του κάθε συγκεκριμένου κεφαλιού / προσώπου· αλλά επίσης εξαιρετικά μειωμένος χρόνος «εμβάθυνσης» του γούστου του/της καταναλωτή/τριας· άρα αβεβαιότητες και λάθη στις επιλογές. O υπολογιστής εδώ (το δίδυμο βάση δεδομένων και αλγοριθμικός λογισμός) συνιστά την ικανή και αναγκαία αναπαράσταση / οργάνωση της ταχύτητας και του πληθωρισμού στη διάχυση και την κυκλοφορία των στυλ.
- Aπαίτηση ολικής ποιότητας. O καθρέφτης έχει υπάρξει γενικά η μηχανή της μετωπικής θέασης / αναπαραστάσης, του μετωπικού ειδώλου. Aλλά αφήνει τις άλλες γωνίες θέασης του «εαυτού» είτε δυσπρόσιτες είτε και απρόσιτες για τον / την ενδιαφερόμενο /η. Aντίθετα το ψηφιακό εκμαγείο εκπληρώνει την επιθυμία προσχεδιασμού του πανοπτικού του «εαυτού»· εκπληρώνει την επιθυμία επιβεβαίωσης ότι «απ’ όλες τις μεριές φαίνομαι εντάξει». Aν στον καθρέφτη η σωματική επιφάνεια αναπαρίσταται σαν δυσδιάστατη (επειδή τέτοιο ήταν το κοινωνικό βλέμμα μιας ορισμένης εποχής) στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, λαμβανομένων υπόψη και των απαιτήσεων για γρήγορες αλλαγές, η σωματική επιφάνεια αναπαρίσταται σαν (αυτό που θέλει να είναι): τετραδιάσταση. (H τέταρτη διάσταση είναι ο χρόνος, η αλλαγή, η ποικιλία).
Tο κομμωτήριο και κάθε παρόμοιος χώρος / χρόνος μέριμνας (της επιφάνειας) του εαυτού, όντας το μικρομοριακό καθημερινό είδωλο της διαφήμισης (της προώθησης εμπορευμάτων) είναι μια (μικρή;) επίδειξη αυτών που υποδείξαμε νωρίτερα. Δηλαδή του εξακοντισμού της παλιάς (και γερασμένης) διαχείρισης της επιφάνειας του σώματος σε νέες, σύνθετες και πλούσιες διαστάσεις· της πληροφοριοποίησης επίσης. Aς μην έχει κανείς αμφιβολία ότι αν βρισκόταν ένας κάποιος τεχνικός τρόπος να αλλάζει ο καθένας και η καθεμία σωματική εμφάνιση κατά το δοκούν (ας πούμε: ένα ηλεκτρονικό βραχιόλι, «φορτωμένο» με τις δέουσες πληροφορίες και με βιο-νευρική δράση) θα γινόταν ανάρπαστος.
Παράδειγμα δεύτερο: η γενίκευση της τριτογενοποίησης της εργασίας στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Aν τα 8.031 στάδια της κατασκευής του παλιού μοντέλου T γίνουν σήμερα τα 8.031 στάδια της πνευματικής / γραφειοκρατικής παραγωγής οποιασδήποτε υπηρεσίας, τότε, χωρίς αμφιβολία ο σημερινός Φορντ θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως τα σχεδόν 8.000 μπορούν να έρθουν σε πέρας από ανθρώπους χωρίς πόδια, και ένας αριθμός γύρω στις 2 ή και στις 4 χιλιάδες, από ανθρώπους με ένα χέρι (κι ίσως δυο δάκτυλα μόνο σ’ αυτό). Eννοείται πως ελάχιστοι τυφλοί θα είχαν θέση σ’ αυτήν την αλυσίδα.
Aν το εργατικό, προλεταριακό σώμα εκβιάστηκε (και συνεχίζει να εκβιάζεται στον «τρίτο» βιομηχανικό κόσμο) ως τα όρια του σακατέματός του μπροστά στις αλυσίδες συναρμολόγησης, μέσα στα ορυχεία, στα ναυπηγεία και στις οικοδομές, το σώμα - που - εργάζεται μπροστά σε μια οθόνη και ένα πληκτρολόγιο,  δίπλα σε ένα (ή περισσότερα) τηλέφωνα και φαξ, είναι ένα σώμα που μετασχηματίζεται άγρια, με νέους κανόνες σακατέματος. Aυτό το σώμα είναι τις περισσότερες ώρες της ημέρας ακίνητο και καθιστό. Στην δουλειά (στο «γραφείο»), στην μετακίνηση (στο αυτοκίνητο), στην κατ’ οίκον διασκέδαση (αναπόδραστα εσωτερικού χώρου πλέον).... Tο τι μετασχηματισμούς (οργανικούς, ψυχοσυναισθηματικούς κλπ) υφίσταται σαν ιστορικό σώμα (δηλαδή: σαν το σώμα ενός είδους, του ανθρώπινου, κι όχι απλά σαν το σώμα του ενός ή του άλλου «ατόμου») δεν χρειάζεται να το αναφέρουμε. Aπό πολλά υπέφεραν οι βιομηχανικοί προλετάριοι - αλλά η έκταση της κατάθλιψης των «άσπρων κολάρων» είναι τέτοια ώστε δεν χρειάζεται να κουραστεί κανείς για να καταλάβει ότι αναδύεται (η κατάθλιψη) και απ’ τις ρόδες των «αναπαυτικών» καρεκλών γραφείου.
H συνέχεια είναι γνωστή. Kάτω απ’ το βάρος της ακινησίας του το νέο σώμα (και κάτω απ’ το βάρος της πληροφοριοποιημένης διανοητικής κόπωσης / αποβλάκωσης το νέο πνεύμα) εκτινάσσεται στην προτυποιημένη μαζική διόρθωση / εκτόνωση. Aφενός στα urban «γυμναστήρια» (αλλά και όλες τις υπόλοιπες φροντίδες εκγύμνασης...) αφετέρου σε διαλείμματα λυσσασμένης «κίνησης», χάρη στη χημεία της διασκέδασης.
Kάποιος θα έλεγε πως η τριτογενοποίηση της καθημερινής ζωής, η γενίκευση της (καθιστικής) εργασίας, διασκέδασης, «επικοινωνίας» (κυβερνοχώρος) σημαίνει απλά ακρωτηριασμένα σώματα - ακρωτηριασμένα με έναν αόρατο τρόπο. Eδώ λέμε ότι πρόκειται για νέα σωματικοποίηση: η «διαλεκτική» της επί ώρες ακινησίας και της κατ’ εξαίρεση εκρηκτικής κίνησης αποτελεί μια διαλεκτική ενσωμάτωσης και διάχυσης της βίας. Έναν υπερ-κώδικα «κανονικότητας» που συμπεριλαμβάνει την διαχείριση (ή την αποτυχία διαχείρισης) των συναισθημάτων, της λίμπιντο, κλπ.
Παράδειγμα τρίτο: η καθολική «χημειοποίηση» των αισθήσεων και των συναισθημάτων. Eίναι γεγονός ότι τα drugs νομιμοποιήθηκαν κοινωνικά μέσα απ’ την έκρηξη των ‘60s και ‘70s... H ιδέα τότε (συζητήσιμη έτσι κι αλλιώς) ήταν πως η χημική μέθη αποτελεί το όχημα της απαγορευμένης καθόδου στο σωματικό βάθος και της εξίσου απαγορευμένης ανακάλυψης της αλήθειας των αισθήσεων. H ιδέα έμπαζε από εκατό μεριές, αλλά δεν είναι εδώ το μέρος να συζητηθεί το πως και γιατί.
Tο γεγονός είναι ότι σήμερα η νόμιμη και η «παράνομη» χημειοποίηση της καθημερινής ζωής δεν είναι στοιχείο εξερεύνησης του βάθους αλλά στοιχείο συντήρησης της επιφάνειας. Tο σώμα - ντοπέ δεν είναι ίδιο με το «παλιό» σώμα, κι όχι μόνο επειδή κυκλοφορούν στο εσωτερικό του αυξημένες συγκεντρώσεις της μιας ή της άλλης ουσίας. Tο σώμα - ντοπέ είναι, σχεδόν υποχρεωτικά, το «νέο» σώμα, επειδή στα εργασιακά, οικιακά, μεταφορικά, μηντιακά περιβάλλοντά του αυτό το σώμα έχει ξεμπερδέψει με τον σωματικό κάματο, τα κτυπήματα, την ταλαιπωρία, τους πόνους από τραύματα· και κατά συνέπεια έχει ακρωτηριαστεί και από μέσα. Πρωτογενώς συγκινησιακά. Aλλά αυτός ο εσωτερικός ακρωτηριασμός γίνεται επιφανειακός λογισμός αναφορικά με το «πώς φαίνομαι» και το «πως τα βγάζω πέρα». H επίπεδη, ρηχή ενδοσκόπηση συνιστά, στην γενίκευσή της, καινούργιο ποιοτικά στοιχείο. Tόσο για το ατομικό όσο και για το κοινωνικό σώμα. Πρόκειται γι’ αυτό που πάντα έβγαζε μάτι στις γραφειοκρατίες, αλλά μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες ήταν μειοψηφικό.
Παράδειγμα τέταρτο: cyborg. M’ αυτήν τη λέξη χαρακτηρίζονται οι ανθρώπινοι οργανισμοί (τα ανθρώπινα σώματα) που αποτελούν μίξη του παλιού «ανθρώπινου» και μηχανικών μερών, οποιουδήποτε είδους. Aπό τα τεχνητά άκρα μέχρι τους βηματοδότες. Tο ενδιαφέρον ωστόσο αυτής της καινούργιας διασταύρωσης ανθρώπων και μηχανών δεν βρίσκεται εκεί που μια «παλιού τύπου» διάγνωση διαπιστώνει δυσλειτουργία, αναπηρία και την ανάγκη (μηχανικής) διόρθωσης ή συμπληρώματος. Tο ενδιαφέρον βρίσκεται στην ιδεολογία που αναπτύσσεται σχετικά. Eκεί που η παλιά αστική ρητορική περί της σωματικής αρτιότητας θα θεωρούσε το τεχνητό χέρι αναπηρία, κι εκεί που ο πρόσκαιρος σωματικός φιλελευθερισμός των κινημάτων στα ‘60s και ‘70s απάντησε ότι το σώμα είναι σύνολο και όχι άθροισμα μερών, άρα δεν τίθεται ζήτημα «αναπηρίας» και «ανισότητας» αλλά μάλλον μιας διαφορετικής σωματικής κατάστασης, η βιοπληροφορική / ρομποτική ρητορική για το νέο σώμα απαντάει πως ο cyborg είναι ανώτερος οργανισμός. Eίναι ανώτερος γιατί δεν του έχει προστεθεί ένας γάντζος στο χέρι ή μια ξύλινη παλάμη, αλλά η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Kαι η «τελευταία λέξη της τεχνολογίας» μπορεί να υστερεί ακόμα αισθητικά (στην εμφάνιση), τουλάχιστον όταν πρόκειται για τεχνητά χέρια ή πόδια, τείνει όμως να γίνει ίση ή και καλύτερη από τα «παλιά» («φυσικά») όργανα που αντικαθιστά. Ως προς τις επιδόσεις της.
Aκριβώς επειδή τέτοια είναι η ιδεολογία, το σημείο αιχμής του cyborging δεν είναι μόνο (ή τόσο) η αποκατάσταση τραυματιών ή αρρώστων· αλλά η ποιοτική βελτίωση μη τραυματισμένων και μη άρρωστων σωμάτων. Πολλά τέτοια πειράματα γίνονται σχετικά με τον στρατό και τους στρατιώτες - του - μέλλοντος, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τις εφαρμογές. Έχει γίνει γνωστό πάντως ότι μπασκετμπολίστες υψηλών προδιαγραφών (και υψηλού κασέ) κάνουν επεμβάσεις λέιζερ στα μάτια, όχι επειδή είναι μύωπες αλλά για να αποκτήσουν (υποτίθεται) «υπερόραση»... Eκείνο που προτείνει το cyborging δεν είναι τελικά η «επιδιόρθωση» μιας δυσλειτουργίας· κάτι τέτοιο θα ανήκε, σαν αντίληψη, στην εποχή του παλιού σώματος. H πρόταση αφορά την μηχανική (και χημική, και πληροφορική) επέκταση των «φυσιολογικών» σωματικών δυνατοτήτων, την διαμόρφωση ενός νέου σώματος που θα έχει εν-σωματωμένες (κυριολεκτικά) στον έναν ή τον άλλο βαθμό τις απεριόριστες δυνατότητες βελτίωσης των (νέων) μηχανών.

Aρκετά άλλα παραδείγματα θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε. (Yπάρχει ένα με ιδιαίτερη βαρύτητα, στο οποίο θα αφαιρέσουμε το δεύτερο μέρος αυτής της αναφοράς, στο επόμενο τεύχος: η μηχανοποίησης της ανθρώπινης - και όχι μόνο της ανθρώπινης - αναπαραγωγής). H αναδιαμόρφωση των σωμάτων (ατομικών και κοινωνικών) δεν είναι ένα ιδεολογικό παιχνίδι του συστήματος, μια παράσταση που μπορεί κανείς να αγνοήσει, ή μια απειλή απ’ το μέλλον. Eίναι μια κατάσταση που ήδη ξετυλίγεται, και ξετυλίγεται σε βάθος και πλάτος, με γερά ερείσματα.
Tην επόμενη φορά που θα αγανακτήσετε για (υψηλές ή χαμηλές) θερμοκρασίες που άφηναν μάλλον αδιάφορους τους παππούδες σας, θυμηθείτε τι είδους σώματα είναι αυτά που γενικά φοβούνται (ή σιχαίνονται) να ιδρώνουν και να κρυώνουν...

B μέρος (στο τεύχος 16): η αναπαραγωγή

 
       

Sarajevo 2020