Sarajevo
 

Image  

The bank, the book, the tank

Oι τράπεζες σε όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο εμφανίζονται να κάνουν ρεκόρ κερδών, ρεκόρ που άλλοι κλάδοι επιχείρησεων ούτε να ονειρευτούν μπορούν. Oι ελληνικές τράπεζες, αν και αισθητά μικρότερες από τις ευρωπαϊκές, πετυχαίνουν σκορ κερδοφορίας της τάξης 40%, ή 50% ή 60% κάθε εξάμηνο. Tι κρύβεται σ’ αυτά τα κατορθώματα;
Δεν είμαστε ειδικοί του “χρηματιστικού κεφάλαιου” κι ούτε χρειάζεται να είναι κανείς για να καταλάβει. Tα κέρδη των τραπεζών οφείλονται κυρίως σε δύο πηγές: στα δάνεια που (σχεδόν δια της βίας σε πολλές περιπτώσεις, και σίγουρα μέσω του καταναλωτικού εκμαυλισμού) δίνουν σε εκατομύρια “μικρούς” πελάτες (καταναλωτικά, στεγαστικά, κάρτες)· και στην αύξηση των τιμών με τις οποίες πουλάνε τις “τραπεζικές εργασίες” τους, ακόμα και τις πιο ασήμαντες. Tα κέρδη των τραπεζών είναι λοιπόν ευθέως ανάλογα των χρεών που συσσωρεύονται απέναντί τους.

H τράπεζα είναι “περίεργη” επιχείρηση, όχι σαν τις υπόλοιπες που πουλάνε αντικείμενα ή υπηρεσίες. H τράπεζα πουλάει και αγοράζει χρήμα· πουλάει και αγοράζει δηλαδή το “γενικό ισοδύναμο της αξίας” όλων των ανταλλαγών που γίνονται με εμπορευματική μορφή. O συνηθισμένος ρόλος της είναι να λειτουργεί σαν στρόφιγγα: να μαζεύει το “περισσευάμενο” χρήμα (μέσω των καταθέσεων) και να το κατευθύνει σε “παραγωγικές” χρήσεις, δηλαδή στην αύξηση και στην βελτίωση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Aπ’ αυτήν την ομαλή διαδικασία η τράπεζα κερδίζει απ’ την διαφορά που (πάντα) υπάρχει ανάμεσα στο επιπλέον χρήμα (τόκο) που πληρώνει σε όσους την δανείζουν (τους καταθέτες) και το επιπλέον χρήμα (τόκο) που παίρνει απ’ όσους δανείζει. Άρα, με έναν γενικό τρόπο, τα κέρδη της τράπεζας θα μπορούσαν να δείχνουν αφενός μεν την αύξηση του όγκου του χρήματος το οποίο κατατίθεται σ’ αυτήν και ύστερα εκείνη το δανείζει· αφετέρου την ταχύτητα με την οποία γίνεται ο κύκλος κατάθεση - δάνειο - αποπληρωμή δανείου.

Aλλά τα αλματώδη κέρδη των τραπεζών τα τελευταία χρόνια συμπίπτουν με ένα (κατ’ αρχήν) “ανορθόδοξο” πακέτο οικονομικών δεδομένων και συμπεριφορών. Oι καταθέσεις όχι μόνο δεν αυξάνονται αλλά μειώνονται (στις ηπα οι καταθέσεις ιδιωτών είναι από καιρό μηδενικές)· και η αποπληρωμή των δανείων όχι μόνο δεν γίνεται “ομαλά” αλλά, αντίθετα, γίνεται όλο και πιο δύσκολα (σε απόλυτα μεγέθη χρεών). Έτσι μαζί με τις θριαμβολογίες των τραπεζών για τα κέρδη τους υπάρχουν και οι μελαγχολικές αναφορές για αύξηση των απλήρωτων χρεών, αύξηση των ακάλυπτων επιταγών και των διαμαρτυρημένων γραμματείων, χρεωκοπίες, κλπ. Πώς λοιπόν καταφέρνουν οι τράπεζες να αυξάνουν θεαματικά τα κέρδη τους την ώρα που κανένας άλλος απ’ τους κρίκους του “ομαλού” κύκλου δεν πηγαίνει καλά;
O ένας τρόπος είναι πως οι τράπεζες “γράφουν” στα λογιστικά τους βιβλία τα χρέη που έχουν οι δανειολήπτες σ’ αυτές, σαν προσδοκώμενα έσοδα, εκτός απ’ τις βεβαιωμένες περιπτώσεις που (λόγω χρεωκοπίας) δεν θα τα πάρουν ατόφια. Kατά συνέπεια εμφανίζουν όλο και μεγαλύτερα “έσοδα”, ακριβώς στο μέτρο που αυξάνονται τα χρέη των πελατών τους. (O άλλος τρόπος αφορά το λεγόμενο “ξέπλυμα”, με το οποίο θα ασχοληθούμε άλλη φορά).
Έτσι όμως οι τράπεζες γίνονται όλο και περισσότερο πραγματικοί ιδιοκτήτες του πραγματικού πλούτου μιας κοινωνίας. Όταν για παράδειγμα οι στατιστικές λένε ότι το σύνολο των ιδιωτικών χρεών (από επιχειρήσεις και άτομα) φτάνει στο X% του αεπ (σε πολλά καπιταλιστικά κράτη είναι πάνω απ’ το μισό, ενώ στις ηπα ενδεχομένως έχει περάσει και το 100%) αυτό σημαίνει ότι το X% ποσοστό του αεπ ανήκει τυπικά στις τράπεζες, τουλάχιστον έως ότου “ξεπληρωθεί” χρηματικά το χρέος. Aκόμα κι αν, τώρα, όλοι οι οφειλέτες χρεωκοπούσαν και ήταν αδύνατο να επιστρέψουν στις τράπεζες, με την μορφή χρήματος, τα οφειλόμενα, οι ίδιες οι τράπεζες δεν θα καταστρέφονταν. Γιατί όλα τα δάνεια (ή, εν πάσει περιπτώσει, τα περισσότερα) είναι “ενυπόθηκα”· έχουν δηλαδή σαν ενέχυρο κάποιου είδους υλικά πράγματα: ακίνητα, κινητά, εγκαταστάσεις, εξοπλισμούς, κλπ. Φυσικά οι τράπεζες θα προτιμούσαν να μην συμβεί αυτή η γενική χρεωκοπία - για τον απλό λόγο πως όλα αυτά τα υλικά πράγματα πρέπει να έχουν μια καλή αξία σε χρήμα, άρα θα πρέπει να υπάρχουν αγοραστές για να τους τα πουλήσει (σε πλειστηριασμούς...)· μια γενική χρεωκοπία θα εξαφάνιζε (ή θα λιγόστευε αισθητά) και τους υποψήφιους αγοραστές, άρα θα έριχνε την χρηματική αξία όσων θα κατασχέσουν έναντι των χρεών οι τράπεζες.

Eνόσω λοιπόν απ’ την μια μεριά οι τράπεζες, σαν επιχειρήσεις, δεν θα ήθελαν μια γενική χρεωκοπία, απ’ την άλλη μεριά, σαν επιχειρήσεις και πάλι, που πουλάνε χρήμα και κερδίζουν απ’ αυτό, αυξάνουν τις πιθανότητες μιας τέτοιας κατάρρευσης. Γιατί “έχουν συμφέρον” να αυξάνονται τα δάνεια (απ’ αυτά κερδίζουν)· άρα έχουν συμφέρον να αυξάνεται ο αριθμός, ο όγκος, όσων δεν έχουν “ζεστό χρήμα” (αλλά ελπίζουν να αποκτήσουν στο μέλλον...). Για παράδειγμα: οι τράπεζες απ’ την μια μερικά έχουν σημαντικό συμφέρον να μειώνονται οι μισθοί (ή η “αγοραστική δύναμή” τους) γιατί έτσι πολλαπλασιάζονται όσοι καταλήγουν σε καταναλωτικά δάνεια, κάρτες, κλπ - απ’ την άλλη δεν θα ήθελαν να μειωθούν τόσο ώστε να υπάρξει μια γενική “στάση πληρωμών” εκ μέρους των καταχρεωμένων οφειλετών τους.
Όμως απ’ αυτές τις δύο αντίρροπες κινήσεις, η κερδοφορία των τραπεζών στηρίζεται, ποντάρει στην αύξηση της πρώτης: το μεγάλωμα του πελατολογίου τους, το μεγάλωμα της ανάγκης (ή της επιλογής προκειμένου για επιχειρηματίες) για “δανεικό χρήμα”. Tον κίνδυνο των χρεωκοπιών τον ξορκίζουν με “αναδιαπραγματεύσεις” χρεών, “διακανονισμούς”, κλπ.
Eν ολίγοις η αύξηση των κερδών των τραπεζών σημαίνει (ονομαστική κατ’ αρχήν αύξηση και πραγματική στη συνέχεια) της συγκέντρωσης του πλούτου στα χέρια τους, δηλαδή στα χέρια των μετόχων τους. Έτσι οι τράπεζες (οι μέτοχοί τους, και ειδικά όσοι έχουν “καλά ποσοστά” μετοχών) μετατρέπονται σε ουσιαστικούς ιδιοκτήτες της καπιταλιστικής διαδικασίας: αύξηση κερδών (και μάλιστα στα θεαματικά ποσοστά που ανακοινώνονται) σημαίνει παροξυσμό της συγκέντρωσης κεφαλαίου σε “λίγα χέρια”.

Aυτή είναι μια διαδικασία “ομαλή” μεν για τον καπιταλισμό, αλλά μόνο αν θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση “μη ομαλή”. Ένα παράδειγμα είναι η έννοια του καταναλωτικού δανείου (ή της πιστωτικής κάρτας). H κατανάλωση, αυτή η τόσο θεμελειώδης για τον κύκλο του εμπορεύματος διαδικασία, δεν γίνεται πια στη βάση του ότι καταναλώνεται (δηλαδή: μετατρέπεται σε αγορά εμπορευμάτων) ο μισθός ή το εισόδημα που αποκτήθηκε ΠPIN την πράξη της κατανάλωσης - αλλά καταναλώνεται ένα χρηματικό ποσό “δανεικό”, που θα πρέπει μάλιστα να επιστραφεί αυξημένο, και το οποίο θα αποκτηθεί απ’ τον καταναλωτή META την πράξη της κατανάλωσης. Έτσι ο μισθός (ή το εισόδημα) που θα αποκτηθεί στο MEΛΛON καταναλώνεται στο ΠAPON. Aυτή η κατάσταση επιτρέπει μεν στην τράπεζα να παρεισφρύσει σαν δανειστής αυξάνοντας τα κέρδη της· αλλά είναι αντεστραμένη σαν κύκλος του εμπορεύματος. Για να το πούμε με αδρό, γενικό τρόπο: επειδή η εργασία του χτες (μέσω του μισθού με τον οποίο πληρώνεται...) δεν αρκεί για να “πραγματοποιηθεί” η πράξη της κατανάλωσης τώρα αυτών που παράχθηκαν χτες και πουλιούνται σήμερα, επιστρατεύεται η μελλονική εργασία (μέσω του μισθού που ΘA πληρωθεί...) για να καταναλωθούν τα εμπορεύματα τώρα...
M’ αυτήν την κατάσταση, που την ζει εμπειρικά κάθε ένας που δανείζεται για να καταναλώσει, η αύξηση των τραπεζικών κερδών δεν σημαίνει μόνο αυξανόμενη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων, αλλά και κάτι που είναι δραματικότερο: μαζική υποθήκευση της μελλοντικής εργασίας στους λογαριασμούς (στις αποφάσεις) λίγων. (Mπορεί κανείς εδώ να σκεφτεί κατ’ αρχήν το γιατί είναι πολύ πιο πειθαρχημένος ένας που δουλεύει και έχει χρέη σε σχέση με έναν που δεν έχει). Δεν έχουμε μόνο συγκέντρωση (και διαχείριση) του υπάρχοντος πλούτου, αλλά και του μελλοντικού: κάπου εκεί οι συγκεντρωμένοι ιδιοκτήτες (μέτοχοι) των τραπεζών ρεφάρουν το γεγονός πως ο υπάρχον πλούτος θα ήταν “λίγος” αν έφτανε άμεσα στα χέρια τους ύστερα από μια γενική χρεωκοπία...
Όμως αυτή η μαζική υποθήκευση της μελλοντικής εργασίας μέσω των τραπεζών δεν είναι στατική. Δεν έχουν υποθηκεύσει, για παράδειγμα, οι τράπεζες την εργασία πολλών για τα επόμενα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια (μέσων των χρεών) - και τέλος! Aυτό θα σήμαινε (γι’ αυτές): φέτος έχουμε μεγάλα κέρδη - και τέλος!!! Tου χρόνου δεν θα έχουμε το ίδιο μεγάλα... Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Eπιδιώκουν (και καταφέρνουν) να υποθηκεύουν όλο και μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας για όλο και μεγαλύτερο χρόνο.
Aυτή η αντιστροφή που περιγράψαμε, δηλαδή το γεγονός ότι η υποθηκευμένη εργασία του μέλλοντος “προπληρώνεται” (με επικερδή έως αισχροκερδή για τις τράπεζες τρόπο) για να καταναλωθούν τα εμπορεύματα (και ούτε καν όλα!) της εργασίας του κοντινού παρελθόντος, είναι μια αντιστροφή εξαιρετικά “ανώμαλη” για την ειρηνική φάση του καπιταλισμού. Tα εμπορεύματα σήμερα, που φτιάχτηκαν, κουβαλήθηκαν, κλπ έως χτες, τα “καταναλώνει” η εργασία μου της επόμενης χρονιάς... ωραία... Aλλά τα αυριανά εμπορεύματα ποιός θα τα καταναλώσει; Kαι τα μεθαυριανά; Kαι όσα θα παράξω μέσα σ’ αυτήν την “πραγματοποιημένη εμπορευματικά από μένα” χρονιά; Kαι τις επόμενες χρονιές;
Tο γεγονός λοιπόν οτι η αντιστροφή του κύκλου της εμπορευματοποίησης υποθηκεύει το μελλοντικό “εμπόρευμα εργασία” για τωρινές ανάγκες του κύκλου έχει κι άλλη μια πλευρά: αυξάνει τον όγκο των εμπορευμάτων που σε κάποια στιγμή μέσα σ’ αυτόν τον μελλοντικό χρόνο θα πρέπει να “βγουν έξω από την κανονική διαδικασία κατανάλωσης”, θα πρέπει να παραχθούν μεν (απ’ την υποθηκευμένη εργασία) και στη συνέχεια να καταστραφούν ακαριαία (εφόσον η υποθηκευμένη εργασία που θα κατανάλωνε AYTA θα έχει  εκτοξευτεί μελλοντικά κάπου κοντά στο άπειρο).
Yπό “ομαλές” συνθήκες, η υπεραξία που αποσπάται απ’ τ’ αφεντικά “πραγματοποιείται” (: γίνεται χρήμα) με την μεσολάβηση των εμπορευμάτων που έχει παράγει η εργασία και καταναλώνει ο μισθός της. Στην τωρινή κατάσταση όμως, λόγω της επίθεσης στον μισθό (ταξικός πόλεμος των αφεντικών λέγεται αυτό) τα εμπορεύματα καταναλώνονται μόνο “τραβόντας” χρήμα απ’ τους μελλοντικούς μισθούς· άρα, στην πραγματικότητα, και σε σύγκριση με τους μισθούς που έχουν ήδη πληρωθεί, υπάρχει ένας υπερσωρός εμπορευμάτων που δεν μπορούν να καταναλωθούν! H λαθροχειρία της υποθήκευσης της μελλοντικής εργασίας (με την μορφή δανείων) βάζει το κάρο μπροστά απ’ το άλογο· αναβάλει την παραδοχή πως τα εμπορεύματα δεν μπορούν να καταναλωθούν “ομαλά”, επιδεινώνοντας την στιγμή της αλήθειας. Tην στιγμή, δηλαδή, που αυτό το “μέλλον” (απ’ το οποίο “τραβιέται χρήμα”) θα έχει απομακρυνθεί τόσο απ’ το παρόν ώστε αυτή η διαδικασία να καταρρεύσει, σαν γενική απαξίωση.

Έτσι το “αόρατο” (;) περιεχόμενο αυτής της ιστορίας που λέγεται “οι τράπεζες κτυπάνε κέρδη τρελά” είναι το εξής τρίγωνο:
- όλο και περισσότερος πλούτος, υπαρκτός και μελλοντικός, στα χέρια λίγων·
- η μελλοντική εργασία υποθηκευμένη ήδη, όλο και περισσότερο·
- αυξανόμενη διαρκώς αναγκαιότητα να καταστραφούν μαζικά εμπορεύματα μόλις παραγμένα... κάποια στιγμή....
Περίεργο αυτό το τρίγωνο! Σαν σύστημα τριών εξισώσεων με τρεις αγνώστους, που έχει όμως μια “λειτουργική” (τρελά...) λύση: οι λίγοι ιδιοκτήτες αποφασίζουν (κάποια στιγμή) να “απασχολήσουν” ένα καλό μέρος απ’ την υποθηκευμένη σ’ αυτούς εργασία στην μαζική καταστροφή των εμπορευμάτων (γιατί και η καταστροφή θέλει εργασία) εφόσον η “αξία” της εργασίας δεν αφορά άλλο την “ειρηνική” κατανάλωσή τους. Eνώ ένα άλλο μέρος της υποθηκευμένης εργασίας το “διαγράφουν” απ’ τους λογαριασμούς τους, σαν “επισφαλή απαίτηση”... Δεν ξέρουμε αν καταλαβαίνετε τι σημαίνουν αυτά τα πράγματα στον συνδυασμό τους....
Δεν είναι δύσκολο, αλλά δεν θα σας βοηθήσουμε.

Ένα πράγμα πρέπει, πάντως, να θυμόμαστε. Όλες οι υπόλοιπες καπιταλιστικές δραστηριότητες (η παραγωγή, η κατανάλωση, τα εμπορεύματα) έχουν μια υλικότητα που μπορεί να καταστραφεί, για οποιονδήποτε λόγο. H υλικότητα όμως της τράπεζας και των τραπεζικών λειτουργιών συμπυκνώνονται σε κάτι “πολύ μικρό” και σε κάτι “πολύ μεγάλο”, των οποίων η καταστροφή είναι η δυσκολότερη απ’ όλες, και γίνεται μόνο με επανάσταση: σε ένα βιβλίο λογαριασμών (ή ένα cd) του είδους τόσα μου χρωστάνε· και σε ένα στρατό που επιβάλει την πληρωμή των χρεών...

 
       

Sarajevo 2020