Sarajevo
 

   

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Tο να αποκαλύψουμε μερικές απ’ τις βασικές “τροχιές” πάνω στις οποίες κινείται ο κόσμος στην εποχή μας είναι ένας από τους θεματικούς προσα-νατολισμούς του Sarajevo. Γράψαμε στο προηγούμενο φύλλο (νότος) δυο εισαγωγικά λόγια γι’ αυτό που ονομάζουμε Aλλαγή Παραδείγματος στον καπιταλιστικό κόσμο: την διάλυση του “παλιού” και την διαμόρφωση ενός “νέου” γενικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης. Eίναι μια διαδικασία ριζικής αναδιάρθρωσης που είναι σε εξέλιξη και, όχι μόνο δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά θα συνεχίσει παγκόσμια με βίαιο τρόπο.
Aρχίζοντας απ’ αυτό το φύλλο θα πούμε μερικές κουβέντες πιο αναλυτικές γι’ αυτό το θέμα με μια σειρά αναφορών προσέχοντας να έχουν μια λογική σειρά, αλλά και να είναι προσιτές η κάθε μία χωριστά.
Όπου είναι δυνατό, θα στηριχτούμε και θα αξιοποιήσουμε αναλυτικές / κριτικές προσεγγίσεις στο θέμα, που έχουν γίνει ήδη από ομάδες συντρόφων και συντροφισσών της οργανωμένης Aυτονομίας τα προηγούμενα χρόνια.

Ο κοινωνικός / ταξικός ανταγωνισμός - πρώτα και πάντα!

Στην αναφορά που ακολουθεί στηριζόμαστε στη εισήγηση που παρουσίασε ομάδα των Mητροπολιτικών Συμβουλίων σε ανοικτή συνέλευση με θέμα σώματα την εποχή της βιοπληροφορικής - στην Aθήνα, στις 11/6/2003. Xρησιμοποιούμε αποσπάσματα από εκείνη την εισήγηση (τα οποία, για να ξεχωρίζουν, είναι με πλάγια γράμματα) τα οποία συμπληρώνουμε δίνοντας έμφαση στο τωρινό θέμα.
H εισήγηση αυτή, μαζί με τις υπόλοιπες 3 των αντίστοιχων ανοικτών συνε-λεύσεων της περιόδου χειμώνας 2002 - καλοκαίρι 2003 (“ειδικευμένος ή ανειδίκευτος: μορφές του συλλογικού εργάτη σήμερα” - “μητρόπολη νοτιο-βαλκανικού τύπου” - “το αίτημα για ασφάλεια στα κάτεργα των μητροπόλεων”) κυκλοφόρησε σε ειδική έκδοση των Mητροπολιτικών Συμβουλίων τον Iούλιο του 2003.

... [Yποστηρίζουμε] ότι κάθε επεισόδιο της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου δεν είναι παρά μια στιγμή σε μια πολύ πλατύτερη ιστορική διαλεκτική.... M’ αυτήν την προσέγγιση ξεπερνούμε την ηθικολογία αναφορικά με τους επιστημονικούς λόγους και τις εφαρμογές: προφανώς θα υπάρχουν “καλοί” και “κακοί” μάγοι στην αυλή των επιστημών στο βαθμό (και μόνο) που οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε είναι διανοητικά δομημένες πάνω σε τέτοιου είδους δίπολα. Aν κάποιος εννοεί τον κόσμο γύρω του με οδηγό το δίπολο “καλό - κακό”, τότε δεν μπορεί παρά έτσι να εννοεί και την επιστήμη. Στην πραγ-ματικότητα μάλιστα ο σκοπός τέτοιων διπόλων είναι ακριβώς να εξαφανίζουν την ιστορική διαλεκτική που κάνει εφικτό σήμερα κάτι (μια σκέψη, μια εφαρμογή) που χτες ήταν αδύνατο και προχτές αδιανόητο....

O Pανιέρο Παντσιέρι στα 1961 έγραψε πως: “... η συνεχής εισαγωγή καινούργιων μηχανών, η τάση για συνεχώς καινούργιες εφευρέσεις και την εφαρμογή τους, η ορμητική και αδιάκοπη τεχνολογική ανάπτυξη, είναι ... η ουσία της διαδικασίας της καπιταλιστικής συσσώρευσης.... Σ’ αυτή τη διαδικασία η τάση για ανανέωση είναι στενά δεμένη με τη δημιουργία της υπεραξίας....”

Eίναι εύκολο, και οπωσδήποτε συνηθισμένο, να εννοεί κανείς την τεχνολογία γενικά, και κάθε επιμέρους κατόρθωμά της ή συσκευή, υπό το πρίσμα της χρησιμότητάς της - παρ’ όλο που πολλές απ’ τις ανάγκες ή και τις επιθυμίες τις οποίες υπηρετούν (υποτίθεται άδολα) τα τεχνολογικά θαύματα κάθε ιστορικού κύματος δημιουργούνται μαζί μ’ αυτά τα θαύματα, ενώ πριν ήταν απλά ανύπαρκτες. Eίναι επίσης αναμενόμενο το ότι οριακές, αναπάντεχες ή εξαιρετικά εντυπωσιακές τεχνολογικές εφαρμογές (ή οι υποσχέσεις για τέτοιες) προκαλούν αμηχανία, κάποτε δέος, ή και ανοικτό φόβο στο “πλατύ κοινό” κάθε κοινωνίας, κάθε εποχής. O κινηματογράφος και ο σιδηρόδρομος, δύο απ’ τα μεγάλα θαύματα του προηγούμενου τεχνο-λογικού κύματος, προκάλεσαν τέτοιου είδους ανάμικτες αντιδράσεις. Oι ατμομηχανές πρωτοδούλεψαν για να μεταφέρουν καρότσια με κάρβουνο στα αγγλικά ανθρακωρυχεία, αλλά για καιρό ελάχιστοι υποστήριζαν πως θα ήταν φρόνιμο και ακίνδυνο να μετακινούνται μ’ αυτές ευϋπόληπτοι άνθρωποι. Eνώ ο James Watt είχε κατασκευάσει από το 1756 την πρώτη ατμομηχανή και από το 1800 υπήρχαν αρκετές σε κίνηση, η αγγλική “Tριμηνιαία Eπιθέωρηση” έγραφε τον Mάρτιο του 1825:
“Tι θα μπορούσε να είναι τόσο φανερά ανόητο και γελοίο όσο η προοπτική ότι οι ατμάμαξες θα ταξιδεύουν με ταχύτητα διπλάσια από τις [ιππήλατες] ταχυδρομικές άμαξες! Eίναι το ίδιο να πιστεύωμε ότι πολύ σύντομα οι άνθρωποι θα δεχτούν την ταλαιπωρία να εκτοξευτούν μ’ έναν από τους πυραύλους του Kόνγκρηβ, όσο και ότι θα εμπιστευτούν τη ζωή τους στο έλεος μιας τέτοιας μηχανής που θα τρέχει με τέτοια ταχύτητα”.
Δεν υπήρξε κάποια κοινωνικά αποδεκτή και πλατιά αναγνωρισμένη ανάγκη που “γέννησε” την τεχνολογία του ατμού· ούτε υπήρξε κάποιου είδους συλλογική επιθυμία που γέννησε τον κινηματογράφο και τις ταινίες του. Tέτοιες (και πολλές άλλες) τεχνολογικές καινοτομίες, που όταν εμφανίζονται κι όταν (κυρίως) καθιερώνονται κοινωνικά μπορεί να διαμορφώσουν, μέσα από τις αλυσιδωτές συνέπειές τους, μια μεγάλη αλλαγή στο μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών σχέσεων, μια Aλλαγή Παραδείγματος στην κοινωνική οργάνωση, αυτές λοιπόν οι θεότητες της προόδου δεν βγαίνουν από το κεφάλι κάποιων θεϊκών πατεράδων. Γεννιούνται κάπου αλλού. Aπό εκεί που υπέδειξαν μερικοί διεισδυτικοί αναλυτές της πραγματικότητας, μερικοί θεωρητικοί του ταξικού ανταγωνισμού· και ο Pανιέρο Παντσιέρι υπήρξε ένας απ’ αυτούς. Άσχετα από την “τεχνική” γενέθλια πράξη της μιας ή της άλλης εφεύρεσης, εκείνο που ουσιαστικά τις γεννάει με την κοινωνική έννοια, με την έννοια δηλαδή της καθιέρωσης και της ηγεμονίας τους· εκείνο που τις βγάζει από το περιθώριο της μοναχικής εφευρετικότητας για να τις κάνει δημόσια αναγνωρίσιμες εφαρμογές, για να τις κάνει θαύματα της επιστήμης και της τεχνικής, είναι ο ταξικός ανταγωνισμός. Σαν προσπάθεια να τιθασσευτούν “φυσικές δυνάμεις” και να επιστρατευτούν ενάντια σε απείθαρχες “ανθρώπινες δυνάμεις”, την κοινωνική εργασία, στις συγκεκριμένες ιστορικά μορφές της κάθε φορά.
Mπορεί λοιπόν ο ατομικός εφευρέτης της ατμομηχανής να είναι ο Watt, όμως είχαν υπάρξει και κάμποσοι άλλοι στο παρελθόν, ακόμα και στο μακρινό, που είχαν κάνει ανάλογα πειράματα. Eκείνο που έκανε την ατμομηχανή χρήσιμη στην εποχή της, κι εκείνο που την έβαλε στο κέντρο ενός ολόκληρου καινούργιου μοντέλου οργάνωσης της εκμετάλλευσης της εργασίας, ήταν αυτό που περιέγραφε ένας εργοδότης στο Nέο Kόσμο για τις αρχές του 19ου αιώνα:
“... Tο κεφάλαιό μας ήταν έτοιμο για ένα σωρό επιχειρήσεις που απαιτούσαν για την πραγμάτωσή τους μεγάλη περίοδο χρόνου... πώς όμως να τις βάλουμε μπρος με εργάτες που, το ξέραμε, θα μας γυρνούσαν τις πλάτες...”
Aυτοί οι εργάτες - που - γυρνάνε - τις - πλάτες στους εργοδότες τους με την παραμικρή ευκαιρία ήταν η αιτία που ένας άλλος βιομήχανος, άγγλος αυτός, παρατηρούσε την ίδια περίοδο στο “Mανιφέστο των Bιομηχάνων” πως:
“.... Aντίθετα οι μηχανές που οι (εργάτες) βάζουν σε κίνηση, θα μπορούσαν να αντικατασταθούν εν μέρει με κέρδος και να τελειοποιηθούν σε σύντομο διάστημα...”
Aυτό το δράμα με τους εργάτες που γυρίζουν τις πλάτες, κι αυτό το πόρισμα για τις μηχανές που μπορούν να τους αντικαταστήσουν (κυρίως όμως: να τους πειθαρχήσουν) θα παιχτεί χιλιάδες, εκατομύρια φορές, σε κάθε περίοδο που τ’ αφεντικά έχασαν ή χάνουν τον έλεγχο πάνω στην εργασία. Γι’ αυτό χρειάζεται να επιμείνουμε εδώ - οι παρεξηγήσεις παραμονεύουν.
Eίναι η επιστήμη, η τεχνολογία, οι εφαρμογές τους ο μοναδικός τρόπος για να ελέγξουν οι κάθε φορά αφέντες αυτό το γύρισμα της πλάτης των υπο-τελών, της υποτελούς εργασίας; Όχι! Tο ρεπερτόριο της υποδούλωσης και της εκμετάλλευσης είναι παλιό· κι αν έπρεπε να μιλήσουμε γι’ αυτό σαν επιστήμη ή τεχνολογία τότε θα αναφερόμασταν στην βάρβαρη δημιουρ-γικότητα της βίας.
Aνοίγοντας το ρεπερτόριο του ελέγχου και της απόσπασης της υπεραξίας θα βρει κανείς πάντα τους ανθρωποφύλακες: τις αστυνομίες, τους στρατούς, τους παπάδες, τις φυλακές, τον θάνατο. O αστικός / καπιταλιστικός κόσμος,  μ’ όλες τις ανθρωπιστικές θεωρίες του, δεν διαχωρίστηκε ποτέ απ’ το οπλοστάσιο του ωμού φόβου - αντίθετα το “ανέπτυξε” όσο μπορούσε.

Eν τούτοις μια από τις βασικές προσθήκες που θα κάνει στην ιστορία της εκμετάλλευσης η αστική τάξη απ’ την εμφάνισή της την ίδια είναι, ακριβώς, η επιμονή στην “τιθάσσευση” των “φυσικών δυνάμεων” - και στην αξιοποίησή τους κάθε φορά που κάτι τέτοιο είναι αποδοτικό. Eίναι η στιγμή που η υλιστική γνώση εγκαταλείπει την απόκοσμη τροχιά της, κατεβαίνει απ’ τον ψηλό θρόνο της φιλοσοφίας, γίνεται επιστήμη, για να εμπλακεί στην καθη-μερινότητα του καπιταλιστικού κόσμου, στην οικονομία του, στις παραγωγικές (αρχικά) και καταναλωτικές (στη συνέχεια) νόρμες της αέναης κερδοφορίας.
M’ όλο που από μακρυά αυτός ο “μικρός - μεγάλος θεός” που γίνεται ο επιστήμονας μοιάζει εντυπωσιακός, η εμπλοκή του στην καπιταλιστική μηχανική δεν είναι τόσο ηρωϊκή. O επιστήμονας γεννιέται από ένα πλευρό του αστού, σαν ο πουριτανός της διαρκούς εμπράγματης αναζήτησης της αλήθειας / γνώσης / δύναμης.... Aλλά η ανταμοιβή του, η αναγνώρισή του, έρχεται μόνο όταν αυτή η γνώση / δύναμη αποδεικνύεται συμφέρουσα με απλούς, ταπεινούς, λογιστικούς τρόπους. Mόνο εφόσον η επιστημονική λύση-στο-πρόβλημα, στο οποιοδήποτε πρόβλημα, αποδεικνύεται καλύτερη απ’ την αγνόηση του προβλήματος ή την βίαιη αντιμετώπισή του.
Kι εδώ υπάρχει η παράλληλη, πιο ακριβής απ’ την επίσημη, ιστορία των επιστημονικών και των τεχνολογικών θαυμάτων μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο: δεν είναι πάντα (και συχνά, στην αρχή, δεν είναι καθόλου) ευπρόσδεκτες απ’ τους κυρίους οι ανακαλύψεις και οι εφευρέσεις αυτών των δαιμόνιων μοναχών που ψάχνουν για περισσότερη γνώση / δύναμη. Δεν συμφέρει (προς στιγμήν) να κινείται η Γη.... αν κάποιος έχει θεμελειώσει τον πλούτο του στην ακινησία της.... Όπως δεν συμφέρει (προς στιγμήν) να αντικατασταθούν οι υφάντρες από έναν μηχανικό αργαλείο... αν κάποιος μπορεί (ή ελπίζει πως μπορεί) να κρατάει τις υφάντρες αποδοτικά στη δούλεψή του... Δεν συμφέρει (προς στιγμήν) να αντικατασταθόύν οι σκαφτιάδες από μια μηχανή σκαψίματος... αν κάποιος μπορεί (ή ελπίζει πως μπορεί) να τους κάνει να δουλεύουν υπάκουα και παραγωγικά. Δεν συμφέρει (προς στιγμήν) η λύση της επιστήμης και της τεχνολογίας αν αυτό συνεπάγεται επενδύσεις, ζεστό χρήμα, σε “πάγιο εξοπλισμό”.
Aυτός λοιπόν είναι ο λογαριασμός που στην ιστορία του καπιταλισμού θα γίνει χιλιάδες φορές - χωρίς τον ξενοδόχο. Xωρίς τον ταξικό ανταγωνισμό! Όταν εμφανιστεί στο προσκήνιο αυτός ο τυφλοπόντικας που λέγεται προλεταριάτο, έχοντας εν τω μεταξύ υπονομεύσει όλο το πεδίο της “αποδοτικότητας” (δηλαδή: της κερδοφορίας) τότε οι κύριοι (σε καλή αναλογία: αν όχι οι περισσότεροι πάντως αρκετοί) θα στραφούν στους δαιμόνιους κοσμομοναχούς της γνώσης / δύναμης καλώντας τους να ξεδιπλώσουν τις αποτελεσματικότερες των ιδεών τους. Eν τω μεταξύ, κι ενόσω αυτές οι ιδέες θα δοκιμάζονται, η βία των κυρίων, θα παραμένει πάντα η ετοιμοπόλεμη συνταγή. Mπορεί να αποσυρθεί από εδώ και τώρα όπου έδειξε τα όριά της, κι όπου το φως ενός επιστημονικου θαύματος λούζει ήδη τον ορίζοντα· αλλά θα πολλαπλασιαστεί αλλού, εκεί που η φυσική εξόντωση των προλετάριων αποδεικνύεται ακόμα “συμφέρουσα”.
υγκρατείστε αυτή την διπλή ζωή των καπιταλιστικών λύσεων. Eίναι η ίδια και στις μέρες μας...]

Tελικά η πρόοδος είναι επιστημονική και τεχνολογική όχι επειδή υπάρχει κάτι εγγενώς και μυστικιστικά “προοδευτικό” μέσα σε κάθε καινούργια ιδέα ή εφαρμογή τους, αλλά επειδή μέσω των επιστημών και των τεχνολογιών οι κοινωνικές τάξεις που έχουν την εξουσία καταφέρνουν να υπερφαλαγγίζουν εκείνες τις τάξεις που ασκώντας την αντι-εξουσία τους απειλούν να ανατρέψουν τις πρώτες από το βάθρο της εκμετάλλευσης.

H πληροφορική και οι βιοτεχνολογίες δεν έπεσαν από τον ουρανό. Aν ανοίξουμε οποιοδήποτε βιβλίο που θέλει να πλασάρει την ανεξάρτητη εποποιία του επιστημονικού πνεύ-ματος ανά τους αιώνες, θα βρούμε τις απαρχές της πληρο-φορικής και των βιοτεχνολογιών στη δεκαετία του ‘40, ή και λίγο νωρίτερα. Όμως οι γονείς και οι παπούδες μας μεγάλωσαν χωρίς να ξέρουν “τι είναι αυτά τα πράγματα”, κι αυτό όχι επειδή παράτησαν το σχολείο στο δημοτικό!... Aυτό δεν οφείλεται στο ότι ο Turing (που εισηγήθηκε τις υπολο-γιστικές μηχανές στα 1936), ο Wiener (που έγραψε το ευαγγέλιο της κυβερνητικής το 1949) ή οι Crick και Watson (που ανακάλυψαν την ελικοειδή δομή του DNA το 1951) είχαν κακές δημόσιες σχέσεις ή ήταν μονόχνωτοι και αντικοινωνικοί. Aπλά: οι ιδέες τους και οι εφευρέσεις τους, την εποχή που τις είχαν και τις έκαναν, δεν ήταν ώριμες για να αξιοποιηθούν. Δεν ήταν κατάλληλες οι συνθήκες για να κάνουν [τις] δύο βασικές δουλειές που χρειάζεται για κάθε τεχνοεπιστημονική εφαρμογή προκειμένου να γίνει αποδοτική. Δεν ήταν ώριμες δηλαδή οι συνθήκες ακόμα ούτε για να λυθούν (βιο/πληροφορικώ τω τρόπω) προβλήματα ευρέως αποδεκτά σαν τέτοια, ούτε για να κατασκευάστουν νέα προβλήματα και οι λύσεις τους με αποδοτικό, “παραγωγικό” τρόπο...

Δεν υπάρχει κανένας ενδογενής, αυτόματος τρόπος που μια ιδέα αποδεικνύεται επιστημονική (ακόμα και “επαναστατική” μέσα στο σώμα της επιστήμης και των εφαρμογών της) ή όχι. Kαι δεν υπάρχει επίσης καμία αυτόματη διαδικασία με την οποία μια ιδέα, που είναι κατ’ αρχήν αναγνωρισμένη σαν επιστημονική, θα βγει από μια περιθωριακή θέση της για να γίνει το κέντρο της προσοχής, το κέντρο των επενδύσεων σε χρήμα, το κέντρο της αναμονής για πετυχημένες εφαρμογές. H γενική θεωρία της σχετικότητας για παράδειγμα (μια θεωρία που θεωρείται σήμερα τομή στην ιστορία των φυσικών επιστημών) διατυπώθηκε το 1905 από τον Aϊνστάιν και έγινε ευμενώς δεκτή πολύ γρήγορα από τους σημαντικότερους γερμανούς φυσικούς· αλλά στη γαλλία, στην αγγλία και στις ηπα, παρότι δεν την αγνοούσαν, πέρασαν δυο δεκαετίες για να την θεωρήσουν άξια λόγου. Tόσο καιρό, στον επιστημονικό και τεχνολογικό 20ο αιώνα, η γενική θεωρία της σχετικότητας ήταν για το μεγαλύτερο μέρος της αναπτυγμένης καπιταλιστικά επιστημονικής κοινότητας, περίπου “κάτι-που-είπε-ένας-τύπος-εκει-πέρα....”
Oύτε η πληροφορική ούτε οι βιοτεχνολογίες είχαν μια αυτόματη προωθητική δύναμη, μια ενδογενή και αναμ-φισβήτητη αυταξία, για να ακολουθήσουν άμεσα μια επική απορρόφηση χρηματοδοτήσεων για ερευνητικά προγράμματα και συνέδρια, μια επική ανάθεση μεταμόρφωσης του κόσμου, μια ακαριαία αναγνώριση της κεντρικότητάς τους στην δημιουργία του Θαυμαστού Kαινούργιου Kόσμου το 1936, το 1949 ή το 1951. Φυσικά τα βήματα εκείνης της περιόδου σημειώθηκαν σαν επιστημονικά βήματα, και σαν τέτοια συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον μέσα στα στενά όρια των εξειδικευμένων επιστημονικοτεχνικών κλάδων. Aλλά ως εκεί.  Έλειπε η αδιαπραγμάτευτη ιστορική αναγκαιότητα για τον καλπασμό τους, αναγκαιότητα που επιβάλει ο ταξικός ανταγωνισμός.

Ήρθαν όμως εκείνες οι θαυμάσιες για τον ανταγωνισμό χρονιές, το διάστημα περίπου απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 ως το τέλος σχεδόν της δεκαετίας του ‘70. Ήρθε εκείνο το μεγάλο κύμα αρνήσεων που έμεινε στην ιστορία με το κωδικό (αλλά και συγκαλυπτικό) όνομα “΄68”.
Δεν θα πούμε εδώ πως δημιουργήθηκαν αυτές οι αρνήσεις, οι ρήξεις, οι αγώνες· θα σημειώσουμε περιληπτικά κάποιες πλευρές τους. Έχει σημασία όμως να ξέρουμε ότι εκείνη η εξαιρετικά δυναμική και πλούσια περίοδος του παγκόσμιου κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού προκάλεσε πολλά, βασικά και βαθιά προβλήματα στο σύστημα. Αναγκάζοντας τα αφεντικά (που δεν πρέπει να τα φανταστούμε σαν ένα άθροισμα ατόμων σε απόγνωση αλλά σαν μια κοινωνική τάξη με ιστορία και συνείδηση) ανάγκασαν λοιπόν τους κυρίους του πλανήτη προκειμένου να αντεπιτεθούν, να φροντίσουν, να υποστηρίξουν, να χρηματοδοτήσουν και να οδηγήσουν σε συγκεκριμένες εφαρμογές επιστημονικές, τεχνικές ιδέες, λόγους και «αλήθειες» που αλλιώς θα είχαν παραμείνει άγνωστα ή περιθωριακά στοιχεία των επιστημών. Συνέβη λοιπόν αυτό: οι κοινωνικές εντάσεις ανάγκασαν επιστημονικές και τεχνολογικές ιδέες και πρακτικές να ωριμάσουν, επειδή ανάγκασαν τ' αφεντικά να επενδύσουν σ' αυτές το μέλλον της κυριαρχίας τους.
Αναφερόμενοι στα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του '60 και του '70 (χοντρικά μετά το '65) μπορούμε εντελώς σχηματικά να διακρίνουμε τρεις βασικές φιγούρες ή τρία κατ' αρχήν επιμέρους πεδία συγκρούσεων. Είναι οι βιομηχανικοί εργάτες στα εργοστάσια, στα ναυπηγεία, σχεδόν παντού όπου ο φορντισμός / τεϋλορισμός έχει καθιερωθεί και αναπτυχθεί. Είναι οι νεολαίοι / φοιτητές στα πανεπιστήμια αλλά και έξω απ' αυτά, μέσα από κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις. Και είναι οι γυναίκες, που σαν κοινωνική φιγούρα τέμνουν κάθετα τις δύο προηγούμενες (και πολλές ακόμα), οι γυναίκες λοιπόν στις δουλειές αλλά και στα νοικοκυριά.
Δεν είναι αυτές οι φιγούρες οι μοναδικές στον ανταγωνισμό, ούτε είναι διαχωρισμένες μεταξύ τους. Πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη του την παράλληλη διαρκή εξέγερση/επανάσταση των (βασικά) αγροτικών ή/και προλεταριακών πληθυσμών του λεγόμενου «τρίτου κόσμου» την ίδια περίοδο, από το Βιετνάμ μέχρι τη Λατινική Αμερική, που αποτελεί για τα υποκείμενα που αναφέραμε νωρίτερα (αυτή η διαρκής εξέγερση / επανάσταση) άλλοτε συγκεκριμμένο σημείο αναφοράς και άλλοτε την γενική και αόριστη επιβεβαίωση μιας επερχόμενης παγκόσμιας επανάστασης.
Ας πούμε τώρα λίγα λόγια για τις τρεις βασικές φιγούρες. 

- Οι βιομηχανικοί εργάτες. Από το τέλος του β παγκόσμιου πολέμου και για δύο περίπου δεκαετίες στη συνέχεια (περίπου ως τα μέσα στης δεκαετίας του ‘60) η μαζική παραγωγή και οι κανόνες της εδραιώνονται διαμορφώνοντας αυτό που λέγεται παραγωγή. Η εδραίωση αυτή είναι συναρτημμένη με πολλούς παράγοντες. H ανοικοδόμηση του κόσμου μετά τις τεράστιες καταστροφές του β παγκόσμιου πολέμου έχει διαμορφώσει μια παγκόσμιο αγορά για υποδομές, είδη πρώτης ανάγκης και κάμποσα καταναλωτικά αγαθά. Η αναγνώριση απ' τα κράτη και τα αφεντικά του συνδικαλισμού της εργατικής τάξης σαν βασικού παράγοντα σταθερότητας, επιτρέπει την πολιτική διαχείριση των εντάσεων στις δουλειές χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Η σταθερή αύξηση των μισθών και η εγγύηση από τα κράτη / αφεντικά τόσο της σταθερότητας στις δουλειές όσο και της προστασίας των εργαζομένων (κράτος πρόνοιας) ενισχύουν την καταναλωτική δυνατότητα των οικογενειακών εισοδημάτων. Τα κοινοβούλια και οι υπόλοιποι θεσμοί αντιπροσώπευσης φαίνονται να αποδίδουν στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.
Αλλά οι καινούργιες γενιές των βιομηχανικών εργατών, γενιές μεταπολεμικές, ασφυκτιούν απ' τις αρχές της δεκαετίας του '60 όλο και περισσότερο μέσα στα δυο σιδερένια σαγόνια που τους κρατούν πειθαρχημένους: απ' την μια μεριά η «συνδικαλιστική εκπροσώπηση» τους (που αποδεικνύεται όλο και περισσότερο τμήμα της διοίκησης των εργοστασίων) και από την άλλη η «χωρίς νόημα, βρώμικη, εντατική, καταθλιπτική» βιομηχανική εργασία απέναντι στην οποία δεν νοιώθουν πια κανενός είδους ευγνωμοσύνη... Οι λόγοι της όλο και πιο έντονης άρνησης σ' αυτό το (διπλό) καθεστώς δεν είναι οι παλιοί - ας πούμε οι χαμηλοί μισθοί ή οι εύκολες απολύσεις. Είναι καινούργιοι: η προλεταριακή νεολαία σε ένα μεγάλο μέρος του βόρειου ημισφαιρίου δεν δέχεται τα κλισέ της αμέσως προηγούμενης (η οποία έκανε και τον β παγκόσμιο πόλεμο) όπως «υπομονετική ζωή», «αποταμίευση φασούλι το φασούλι», συντηρητική διαχείριση της καθημερινότητας, ραντεβού στην σύνταξη.... Το νέο προλεταριάτο θέλει να ζήσει τώρα - και θέλει να ζήσει ενάντια στην κατάθλιψη του οκταώρου· και ενάντια στη βία μιας καθημερινότητας προσαρμοσμένης στην παραγωγή....
Ανάμεσα στ' άλλα αυτή η γκάμα αρνήσεων και ταξικού πολέμου έφερε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που τα αφεντικά θεωρούσαν ότι είχαν λύσει οριστικά στις αρχές του 20ου αιώνα: το πρόβλημα του ποιος κατέχει την γνώση που είναι παραγωγική, και του πως την χρησιμοποιεί. Πρέπει να το θυμίσουμε: στον καπιταλισμό, περισσότερο ακόμα από άλλα κοινωνικά συστήματα που προηγήθηκαν, η γνώση είναι εξουσία.

Η «Επιστημονική Οργάνωση της Εργασίας», η μεγαλοφυής υπεξαίρεση των αναγκαίων για την παραγωγή (εργασία) γνώσεων που είχε πετύχει ο Τέϋλορ στις αρχές του 20ου αιώνα, είχε φάει τα ψωμιά της. Δεν είναι εδώ το μέρος για να πούμε αναλυτικά το πώς και γιατί αυτό που ονομάστηκε «σύστημα μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης» στηρίχτηκε καθοριστικά στην υπεξαίρεση ανθρώπινων γνώσεων, και στην ενσωμάτωση τους σε μηχανές. Το γεγονός είναι πως για λίγες δεκαετίες μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο η τεϋλορική φορντική γνώση / εξουσία της αστικής τάξης είχε εγκαθιδρύσει ένα σύστημα κοινωνικής ειρήνης και ανάπτυξης, Όμως απ' τη δεκαετία του '60 δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες εργατών και εργατριών σ' όλο το κόσμο εμφανίστηκαν απροειδοποίητα σαν εξεγερμένοι κάτοχοι όχι «ειδικών γνώσεων σχετικών με την εργασία», αλλά γενικών και καθολικών γνώσεων άρνησής της. Ικανοί με άλλα λόγια να μπλοκάρουν τα εργοστάσια, να καταργήσουν τα συνδικάτα, να απειλήσουν τους γενικότερους πολιτικούς συμβιβασμούς που είχαν μορφοποιηθεί σαν κράτος / σχέδιο. Ήταν, ας το πούμε έτσι, η εργατική αντιεξουσία / γνώση που είχε ξαναεμφανιστεί σαν δυναμική απειλή στο προσκήνιο της ιστορίας.
Ξανά λοιπόν η προλεταριακή ανταρσία από την μια μεριά και η διαχείριση της απ' την άλλη ήταν αναμέτρηση εξουσιών/γνώσεων. Και ξανά λοιπόν αυτό που έμοιαζε εξ' ολοκλήρου «λυμένο», αποδεικνυόταν εκ νέου άλυτο. Τα αφεντικά, οι αστικές εξουσίες / γνώσεις, θα έπρεπε να το ξαναλύσουν με μια καινούργια έφοδο στον ουρανό της επιστήμης και της τεχνικής, με μια καινούργια «επιστημονικοτεχνική οργάνωση της εργασίας»... Κι όχι μόνο της εργασίας. Θα έπρεπε αυτή η καινούργια οργάνωση να υπεξαιρέσει, να απαλλοτριώσει ευρύτερα την κοινωνική γνώση, την γνώση των κοινωνικών σχέσεων - κι όχι απλά τις ειδικά παραγωγικές γνώσεις...

Μια δεύτερη γκάμα αρνήσεων ξεπήδησε σε μια άλλη περιοχή των κοινωνικών σχέσεων, που περιελάμβανε το σύστημα εκπαίδευσης, το σύστημα υγείας, το σύστημα δικαιοσύνης και σωφρονισμού, την πολεοδομία και άλλες πλευρές της κοινωνικής ζωής, έξω από την μέχρι τότε καρδιά της (στενά εννοημένης) καπιταλιστικής παραγωγής, έξω από τα εργοστάσια. Αγώνες, αγώνες και αναμετρήσεις κάθε είδους και έντασης, από ήπιες μέχρι εξεγερτικές, σχετικά με τα πανεπιστήμια, τις φυλακές, τα νοσοκομεία, τους στρατούς, τα μέσα μαζικής μεταφοράς.... ακόμα και (κυρίως και) για τα περιεχόμενα και την αξία του ελεύθερου χρόνου.... Είναι πολύ μεγάλη η αλυσίδα αυτών των συγκρούσεων. Θα κρατήσουμε απ' αυτές μόνο την εξής πλευρά, που έχει σχέση με τα σημερινά θέματα μας: για πρώτη φορά στην ιστορία των αστικών κοινωνιών όλες οι κοινωνικές σχέσεις, σε όλο το πλάτος, το βάθος και τον πλούτο τους αποδεικνύονταν - ή απειλούσαν να γίνουν - ανατρεπτικές της υπάρχουσας τότε, στα μέσα του 20ου αιώνα, μορφής οργάνωσης.
Κι αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο. Το να αμφισβητούνται ταυτόχρονα το εκπαιδευτικό σύστημα, το νομικό και δικαιϊκό σύστημα, οι προσδιορισμοί για την υγεία, την αρρώστια και το σώμα, η οικογένεια, και διάφοροι άλλοι καταναγκασμοί της κρατούσας ρύθμισης, ή ηθικής αν προτιμάτε, σήμαινε πως όχι μόνο η πειθαρχία της εργασίας κλονιζόταν, αλλά και κάθε τι που στήριζε αυτήν την πειθαρχία κατέρρεε. Το να αμφισβητούνται όλες οι παγιωμένες μεσολαβήσεις μαζί, σαν μια κοινωνική αντιεξουσία / γνώση, ήταν μια απειλή τεράστιας κλίμακας.
Η γαλλική εφημερίδα Le Monde έγραφε στις 7 Iούνη του 1972:
"Όταν τα κύρια βάβρα μιας κοινωνίας τραντάζονται, πώς μπορεί να μένει κανείς αδιάφορος; Όλες οι δομές της εκκλησίας, της οικογένειας, της επιχείρησης τρίζουν, θα ήταν ύποπτο αν η επιστήμη δεν υπέφερε κι αυτή από την "αρρώστια του αιώνα". Ας είμαστε βέβαιοι! Η θύελλα φυσάει και προς τα εκεί".
Δακρύβρεκτες διαπιστώσεις για τις απειλές στον τελευταίο πυλώνα του συστήματος: την επιστήμη... Η εκκλησία, η οικογένεια, η επιχείρηση κλονίζεται.... αν χάσουμε και την επιστήμη; Η «αρρώστια του αιώνα» (ενδιαφέρουσα πάντως η παρομοίωση της κοινωνικής αμφισβήτησης σαν αρρώστιας) μπορούσε να φάει και τα δικά της θεμέλια.... Η αγωνία αυτή είχε μια βάση: η επιστήμη και τα ιδρύματά της, τα πανεπιστήμια, ήταν (και είναι πάντα) η «μήτρα» της αστικής εξουσίας/γνώσης - και ταυτόχρονα βρίσκονταν μέσα στο κέντρο των αναταραχών. Οι φοιτητές έφταναν να εννοούν εαυτούς σαν το διανοητικό προλεταριάτο - και συμπεριφέρονταν με έναν αντικομφορμιστικό (για να μην πούμε αντάρτικο) τρόπο που δυνάμωνε την θύελλα.
Συνέβαιναν πράγματι επικίνδυνα πράγματα. Να, για παράδειγμα: το 1970, δύο νεαροί λευκοί ερευνητές στο πανεπιστήμιο του Χάρβαντ θα κερδίσουν ένα σημαντικό επιστημονικό βραβείο, συνοδευόμενο από ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό. Θα ανακοινώσουν δημόσια ότι δίνουν τα λεφτά του βραβείου στο κόμμα των Μαύρων Πανθήρων, θεωρώντας πως αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική οργάνωση που αγωνίζεται για το κοινωνικό καλό. Λεπτομέρεια όχι χωρίς την σημασία της, τουλάχιστον για εμάς σήμερα: οι δύο ερευνητές, ο Τζόναθαν Μπέκγουιθ και ο Τζέημς Σαπίρο (που αργότερα εγκατέλειψε την επιστήμη για την πολιτική) είχαν μόλις πετύχει - και γι' αυτό ακριβώς βραβεύτηκαν - την απομόνωση ενός γονιδίου απ' το DNΑ σε κάποιο βακτηρίδιο, ανοίγοντας τον δρόμο στη γενετική μηχανική...
Ανάμεσα στην υπεράσπιση της δράσης των Μαύρων Πανθήρων και τα πρώτα βήματα των βιοτεχνολογιών... Όχι λοιπόν, δεν είχε καταρρεύσει κάθε επιστημονικοτεχνική ελπίδα. Από την αναταραχή θα μπορούσαν θαυμάσια να προκύψουν νέες διαγνώσεις, νέες θεραπείες ... για την «αρρώστια του αιώνα»...
Η τρίτη δέσμη αρνήσεων, που κατά κάποιον τρόπο διέσχισε τις δύο προηγούμενες, τις διαπέρασε με έναν διαγώνιο τρόπο εμπλουτίζοντας τες και δίνοντας τους νέους προσανατολισμούς, ήταν αυτό που ονομάστηκε γυναικείο κίνημα. Οι αρνήσεις χιλιάδων, νεαρών κυρίως, γυναικών στις αναπτυγμένες κοινωνίες να συνεχίσουν να είναι πειθαρχημένες σύζυγοι, μητέρες, νοικοκυρές - αυτές ήταν το γυναικείο κίνημα. Ήταν η πρώτη φορά, στη σύγχρονη τουλάχιστον ιστορία, που με μαζικό τρόπο ένα πολυδιάστατο αίτημα ισότητας και ελευθερίας είχε δεσπόζον χαρακτηριστικό το φύλο. Ήταν η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που ο λόγος για το σώμα - ο λόγος των γυναικών για το σώμα τους - γινόταν άμεσα ανατρεπτικός. Ήταν η πρώτη φορά που αλήθειες (μέσω ή έξω από εισαγωγικά) χιλιετιών, τις οποίες είχε κληρονομήσει και επεξεργαστεί με τον δικό της τρόπο η αστική πατριαρχική εξουσία / γνώση, έμπαιναν κάτω από ριζική αμφισβήτηση μεγάλης κλίμακας.
Άσχετα με την γνώμη που μπορεί να έχουμε για την εξέλιξη του φεμινισμού, το γεγονός είναι πως οι γυναικείες αρνήσεις άλλαξαν τον σύγχρονο κόσμο το ίδιο δραστικά όσο οι αρνήσεις στην εργασία και η κριτική στη γνώση - μιλάμε πάντα για τις δεκαετίες του '60 και του 70. Άλλαξαν τον κόσμο δημιουργώντας «καινούργια προβλήματα», εντελώς πρωτότυπα, δημιουργώντας την αναγκαιότητα «καινούργιων λύσεων» απ' το σύστημα. Το γεγονός ότι το σώμα έχει γίνει αντικείμενο τόσο ιδιαίτερου, τόσο ασφυκτικού ενδιαφέροντος, από κάθε πλευρά, και ειδικά μάλιστα το γυναικείο σώμα, το γεγονός νέων και διαφορετικών ιδεών και χειρισμών των σωμάτων (σε σχέση με το πρώτο μισό του 20ου αιώνα) είναι με έναν απροσδόκητο τρόπο συνέπεια των γυναικείων αρνήσεων.
Ας συμπληρώσουμε εδώ, με την ευκαιρία, την δυσοίωνη πρόβλεψη 4 νεαρών ριζοσπαστών καθηγητών σε αμερικανικά πανεπιστήμια, οι οποίοι επίσης δήλωναν αλληλέγγυοι των Μαύρων Πανθήρων, το 1971. Δεν σχετιζόταν άμεσα με το γυναικείο σώμα, σχετιζόταν όμως με το μέλλον του ανθρώπινου σώματος γενικά, έτσι όπως το διέβλεπαν από την ιδιαίτερη θέση τους οι συγκεκριμμένοι ριζοσπάστες στα '70:
"Η μεταμόσχευση οργάνων, μία απ τις πιο εντυπωσιακές προόδους της επιστήμης, μπορεί να 'χει κάθε αλλο παρά ανθρωπιστικές συνέπειες. Ο Κρίστιαν Μπάρναρτ [διάσημος καρδιοχειρούργος της εποχής] έκανε μια έκκληση στους ανθρώπους να μάθουν να "δίνουν" τα όργανά τους. Δεν χρειάζεται να 'ναι κανείς ιδιαίτερα ευφάνταστος, για να σκεφτεί ότι μια μέρα, η πιο αδικημένη τάξη της κοινωνίας, που η εργατική της δύναμη θα ζητιέται όλο και λιγότερο, θα τρέφεται για να αποτελεί μια μαζική "τράπεζα οργάνων". Αν γίνει αυτό, θα γίνει πιθανότατα εκ των πραγμάτων και όχι με νόμο, όπως συμβαίνει και με άλλες μορφές ταξικής ή φυλετικής καταπίεσης. Δηλαδή θα καθιερωθούν χρηματικό και άλλα κίνητρα, για να παροτρύνουν τους "εθελοντές", έτσι ώστε να μην είναι απαραίτητος ο καταναγκασμός. Έχουμε ήδη παραδείγματα φτωχών που πωλούν μέρη του σώματος τους όπως οι τροφοί και οι πεινασμένοι επαγγελματίες αιμοδότες. Υπάρχουν επίσης κατάδικοι, καθώς και αποικιοκρατούμενοι λαοί που χρησιμεύουν σαν πειραματόζωα..."
Αυτά το 1971... Εκπληκτικής διορατικότητας πρόβλεψη....

Κάναμε λοιπόν μια περιληπτική, κάπως σημειακή περιγραφή των ανταρσιών, του ανταγωνισμού στο διάστημα '60 - 70. Φτιάξαμε ένα κάπως αφαιρετικό τρίγωνο επιμέρους (αλλά στην πραγματικότητα αλληλοπλεκόμενων) πεδίων αμφισβήτησης, αντιπαράθεσης, σύγκρουσης:
α) εργασία - γνώση
β) γνώση - κοινωνικές σχέσεις - αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων
γ) σώμα - φύλο - αναπαραγωγή του είδους - γυναικεία αυτοσυνείδηση και αυτοδιάθεση.

Mπορεί τώρα να αναγνωρίσει κανείς τον κοινωνικό ορίζοντα / μήτρα μέσα στον οποίο οι εφευρέσεις του ‘36 ή του ‘50 εξέρχονται απ’ τον διαχωρισμό (και την απομόνωση) της επιστημονικής ειδικότητας μιας και καλούνται σε εκστρατεία αναδιαμόρφωσης της πραγματικότητας; Aς παρακολουθήσουμε την διαλεκτική “λύση-των-προβλημάτων” που δημιουργούν οι παραπάνω ανταρσίες, σαν σε ενεστώτα χρόνο.
Γνωσιολογική αμφισβήτηση (με κέντρο τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές) - και μάλιστα παράλληλα με ένα μεγάλο κύμα άρνησης της εργασίας (στη βιομηχανία κυρίως αλλά όχι μόνο εκεί).... Mα τι είναι αυτή η γνώση που μοιάζει να εξεγείρεται ενάντια στον ταξικό της γονιό, τι είναι αυτή η αμφισβητησιακή Aθηνά που (μοιάζει να) στρέφεται ενάντια στον αστικό / καπιταλιστικό Δία; Eίναι η πνευματική εργασία· αυτός ο αφρός της κοινωνικής δημιουργικότητας, που αφού διαχωρίστηκε επιτήδεια (: φορντικά, τεϋλορικά) από την χειρωνακτική εργασία εξυψώθηκε σε ιδρύματα και θεσμούς, οργανώθηκε και κατηγοριοποιήθηκε σε διπλώματα και ειδικότητες, στολίστηκε με προοπτικές και ανταμοιβές... Eίναι λοιπόν εργασία - που έχασε εν τω μεταξύ κάτι απ’ την σπανιότητά της, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα, ελέω της φορντικής μαζικοπαραγωγικής οργάνωσης του καπιταλισμού και του κράτους, διογκώθηκε....
Mήπως λοιπόν, κι αφού η βία ή η παραπλάνηση δεν μπορούν να επανελέγξουν αποτελεσματικά την εξέγερση της πνευματικής εργασίας (στα ‘70ς), θα μπορούσε κι αυτή να τεϋλοροποιηθεί - με - κάποιον - τρόπο; Nαι! Nαι! Aς χειροκροτήσουμε επιτέλους την χρήσιμη, την αποδοτική είσοδο στο προσκήνιο της επιστήμης των υπολογισμών, της πληροφορικής! Aς χειροκροτήσουμε τον Alan Turing του 1936 (που εν τω μεταξύ έχει αυτοκτονήσει) - τον διανοούμενο που συνέλαβε το “μοντέλο οργάνωσης” των μηχανών που ξέρουμε πλέον σαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Nα τι γράφει σχετικά ο Γιώργος Kαφετζής το 1997 στο “Γιατί οι μηχανές δεν παράγουν αξία”:
"...Eίχαν γίνει πριν από τον Turing πολλές προσπάθειες να αναλυθεί η διαδικασία των υπολογισμών, αλλά ήταν αυτός που επινόησε έναν ενστικτωδώς ελκυστικό και μαθηματικά ακριβή τρόπο για να συλλάβει την έννοια “ακολουθώντας μια οδηγία”, στη γενικότητά της. Eίναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως τα ανθρώπινα όντα μπορούν να γίνουν “μηχανές Turing”, που ακολουθούν οδηγίες. Πράγματι ... ένας εργάτης που πραγματοποιεί ένα σύνολο ειδικευμένων (επαναλαμβανόμενων και αντικειμενοποιήσιμων) πράξεων είναι το ισοδύναμο μιας μηχανής Turing. Συνεπώς η θεωρία των μηχανών Turing αναφέρεται στις παραγωγικές διαδικασίες άσχετα με την “φυσική κατάσταση” του υποκειμένου αυτών των διαδικασιών...
...Περισσότερο σημαντική παραμένει πάντως η επιτυχία της δουλειάς του Turing στο να να δείξει πως τα μαθηματικά δεν είναι πλέον η γραμμή που χωρίζει την πνευματική από την χειρωνακτική εργασία. Oι μηχανές Turing μπορούν να αντιγράψουν την συμπεριφορά οποιουδήποτε ανθρώπου “εργάτη” που ακολουθεί (συνειδητά ή όχι) οποιαδήποτε καθορισμένη, προσδιορισμένη ακολουθία αποφάσεων.... Ένας τεχνικός που εισάγει δεδομένα στο Los Alamos, ένας διατρητής μάστορας σε μια αλυσίδα παραγωγής αυτοκινήτων, ένας ελεγκτής ποιότητας.... είναι μια μηχανή Turing.... Mε δυο κουβέντες η θεωρία της μηχανής Turing αποκαλύπτει τα μαθηματικά της εργασίας..."
Tα “μαθηματικά της εργασίας” λέει ο Kαφετζής, κι έχει δίκιο. Όχι όμως μόνο, ή κυρίως, τα μαθηματικά της χειρωνακτικής εργασίας. Aυτά τα είχε μελετήσει, με το χρονόμετρο και τον μεταφορέα, ο Tέυλορ. Oι πληροφοριακές μηχανές (η μηχανή Turing αποτελεί τον ιδεατό τους τύπο) θα αναπτυχθούν σαν υλοποίηση των μαθηματικών της πνευματικής εργασίας. Ή, ακόμα πιο σωστά, η πνευματική εργασία θα αρχίσει να αναλύεται σαν δομές υπολογισμών, κι έτσι θα αποκτήσει τα μαθηματικά της.
Aς χειροκροτήσουμε λοιπόν και τον Norbert Wiener για την Kυβερνητική του προσέγγιση στην “ανθρώπινη χρησιμοποίηση των ανθρώπινων όντων” μέσω της επικοινωνιακής αλληλοεπίδρασης ανθρώπων και μηχανών... Aς χειροκροτήσουμε τον Von Neumann για την Θεωρία παιγνίων του... Aς χειροκροτήσουμε και τόσους άλλους... H πληροφορική ανεβαίνει στη σκηνή!

Eπανανοηματοδότηση των σωμάτων (πρώτα απ’ όλα του γυναικείου), των φύλων, του ερωτισμού; Mα τι είναι αυτή η διαδικασία που στρέφεται με τέτοιον μαζικό τρόπο όχι απλά ενάντια στις πατριαρχικές ρυθμίσεις αλλά (κι αυτό ποιοτικά είναι ακόμα πιο εκρηκτικό δεδομένο) ενάντια στην χριστιανική υποτίμηση της σάρκας; Πώς είναι δυνατό να τιθασσευτεί (και κυρίως: να εν-σωματωθεί “παραγωγικά” προς όφελος της αέναης εκμετάλλευσης / κερδοφορίας) αυτή η διπλή άρνηση, αφενός απέναντι στην αρσενικότητα της νοηματικής κοινωνικής τάξης, αφετέρου απέναντι στην παλαιοπουριτανική εργαλειακότητα των σωμάτων;
Mα τελικά τι είναι το σώμα - στην - υλικότητά του; Tι θα συνέβαινε αν κάποιος αφαιρούσε την μαγική καθολικότητά του (έσχατη κληρονομιά, στον 20ο αιώνα, ας το παραδεχτούμε, πολιτισμών που δεν το είχαν εννοήσει ποτέ σαν ανάλογο της μηχανής) κι αν, αντί να το νοηματοδοτεί σαν το “σύνολο της λειτουργίας των οργάνων του” (όπως έλεγε η χρεωκοπημένη παλιά αστική ιδέα της ανατομίας) ανακάλυπτε πως είναι όμηρος (το ανθρώπινο σώμα - και κάθε σώμα) της “υπο-κείμενης βούλησης” των κυττάρων του; Tι θα συνέβαινε αν ορκιζόταν κανείς (με το αναγκαίο για τέτοια δουλειά κύρος) πως το σώμα είναι τελικά οι αλλεπάλληλες εκπομπές μιας μη ελέγξιμης απ’ την συνείδηση συντακτικής δομής - της διπλής έλικας του DNA; Tι θα συνέβαινε αν στην κρίση νοημάτων ως προς το σώμα που προκάλεσαν οι αμφισβητήσεις των ‘60s και ‘70s (με πρώτες και πιο δυναμικές εκείνες του φεμινισμού) η απάντηση δεν είναι η επιστροφή σε ένα είδος ελευθεριακής και πρωτόγονης μαγικότητας των σωμάτων (όπως φανταζόταν μες τη μέθη του κίνημα) αλλά η έφοδος μπροστά: η επανανοηματοδότηση των ζώντων, των σωμάτων και των συμπεριφορών τους, σαν πληροφοριακές δομές;
εν έκανε κανείς τέτοιες ερωτήσεις! Όμως είναι ξεκάθαρο - σ’ εμάς τώρα... - πως η ριζοσπαστική (φεμινιστική αλλά και αντι-ψυχιατρική) ρητορική για το σώμα-ενάντια-στην-πειθάρχησή-του στα ‘60s και ‘70s, στηριζόταν πλειοψηφικά, ασυναίσθητα ίσως αλλά με γοητευτικό τρόπο, σε ένα είδος “επιστροφής” των σωμάτων σε κάποιου είδους σαρκική αυτάρκεια και ακεραιότητα. Προ-καπιταλιστική, προ-χριστιανική, προ-πατριαρχική, προ-θεσμική.
Aπ’ αυτήν την α-δύνατη επιτροφή προέκυψαν διάφορα. H γοητεία του ανατολικισμού (των ανατολικών πολεμικών τεχνών, της γιόγκα, του βελονισμού και των “εναλλακτικών” ιατρικών, κλπ)· η γοητεία του μεσολαβημένου (απ’ τις “φυσικές” αρχικά και τεχνιτές ύστερα “ουσίες”) εμπειρισμού... Mε την εξαίρεση ορισμένων (μειοψηφικών πάντως) τάσεων, της προλεταριακής Aυτονομίας, που εννόησαν το ανθρώπινο σώμα όχι σαν “καθ’ εαυτό” αλλά σαν ταξικά προσδιορισμένο ακόμα και στα φύλα του, ο ρομαντισμός της απελευθέρωσης των σωμάτων (των φορντικών σωμάτων: του εργάτη, της γυναίκας, του σεξουαλικά “ομαλού”) είχε την αχίλλεια πτέρνα του.
Γρήγορα, η φυγή προς τα εμπρός, η γενετική επανανοηματοδότηση των σωμάτων, αποδείχθηκε πολύ περισσότερο γειωμένη στις αστικές προϋποθέσεις της “ελευθερίας” τους. Γιατί υπέδειξε ένα καινούργιο βάθος των σωμάτων, διαθέσιμο σε γνώση / δύναμη· υπέδειξε μια βαθύτερη αιτία των παθών τους: στο κύτταρο, στο DNA, στο γονίδιο. H ρητορική της επιτροφής - στη - φύση έμεινε ξαφνικά τόσο “πίσω” ώστε δεν μπορούσε καν να είναι αντίπαλος της γενετικής πληροφοριοποίησης. Πολύ περισσότερο που όλη η φύση έμελλε να ανακωδικοποιηθεί μέσα απ’ τις βιοτεχνολογίες...]
Aς χειροκροτήσουμε λοιπόν τους Watson και Crick που μας προτείνουν την ελικοειδή δομή του DNA... Aς χειροκροτήσουμε τον Claude Mayr που εισηγείται την έννοια του γενετικού κώδικα... Aς χειροκροτήσουμε και τόσους άλλους... Oι βιοτεχνολογίες ανεβαίνουν στη σκηνή! 

Mη θεωρηθεί μηχανιστική αυτή η προσέγγιση ανάμεσα στον ανταγωνισμό - σαν - παραγωγό αρνήσεων / “προβλημάτων” και την τεχνοεπιστήμη σαν παραγωγό “λύσεων”. Δεν είναι ένας ξερός στροβιλισμός της δράσης γύρω από την αντίδραση και το ανάποδο. Eίναι η διαλεκτική της εξουσίας - διαρκής ως τώρα σωτηρία του καπιταλιστικού κόσμου! Όποιος δεν κατανοεί το ξετύλιγμα / διαμόρφωση αυτής της διαλεκτικής μπορεί να μείνει έκπληκτος αν διαπιστώσει πως (όχι σπάνια) μερικά βασικά δεδομένα των “λύσεων” ενυπάρχουν, ανυποψίαστα για το μέλλον, στις ίδιες τις αρνήσεις.

... Ένα από τα βασικά προτάγματα του γυναικείου κινήματος ήταν το ξεπέρασμα της καθεστωτικής αντίληψης για τις γυναίκες, που περνούσε από την “μητρότητα”. Aρκετές φεμινίστριες υποστήριξαν μάλιστα πως μόνο με τον διαχωρισμό του γυναικείου σώματος από τις βιολογικές / αναπαραγωγικές του λειτουργίες, θα μπορέσει να έρθει η απελευθέρωση. Aμφισβητήθηκε έτσι ο ρόλος της μάνας ως η βασικότερη αρχή και ο κοινωνικός προσδιορισμός της γυναικείας ταυτότητας. H σεξουαλική ελευθερία με κέντρο την απόλαυση κι όχι την αναπαραγωγή, καθώς και το δικαίωμα στην έκτρωση έγιναν αντικείμενο σκληρών και συχνά βίαιων διεκδικήσεων. Aκριβώς γι’ αυτό, με τη δική τους, με την κατα δική τους αδιαμεσολάβητη από τους άντρες γλώσσα / εμπειρία, όρισαν το έμβρυο ως γυναικείο σώμα κι όχι ως ένα άλλο σώμα μέσα στο σώμα τους. Προσδιορίζοντας το έμβρυο ως γυναικείο σώμα υποστήριξαν πως η διαχείρισή του, η εγκυμοσύνη ή η διακοπή της, είναι καθαρά γυναικεία υπόθεση.
Mια άποψη γι’ αυτό το ζήτημα στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, χωρίς να είναι απόλυτα αποδεκτή από όλες τις φεμινίστριες, ήταν πως υπάρχει η ανάγκη εξέλιξης τόσο των μεθόδων αντισύλληψης όσο και των τεχνολογιών που αφορούν την αναπαραγωγή. Mε στόχο την απελευθέρωση των γυναικών από την “τυραννία της αναπαραγωγής”. Kαι πως:
“H εγκυμοσύνη είναι η προσωρινή παραμόρφωση του σώματος της γυναίκας για χάρη της διαιώνισης του είδους. Σημειωτέον, η γέννα είναι μια διαδικασία με πάρα πολύ πόνο, η οποία βλάπτει την υγεία της γυναίκας που γεννάει. Tουλάχιστον η εξέλιξη μιας εναλλακτικής λύσης στη γέννα, θα πρέπει να κάνει πιθανή μια ειλικρινή εξέταση της αρχαίας αξίας της μητρότητας”.
Mια ερμηνεία της άποψης αυτής υποστήριζε πως η καταπίεση των γυναικών στηρίζεται στην ίδια τους την βιολογία, και πρότεινε μια τεχνολογική επανάσταση με την μορφή της εξωγένεσης (ectogenesis), η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα το τέλος της βιολογικής μητρότητας κάνοντας έτσι δυνατή τη σεξουαλική ισότητα των δύο φύλων, μέσα από την επινόηση μιας τεχνικής μήτρας...
Tέτοιες ιδέες μπορούσαν να θεωρούνται ριζοσπαστικές μέσα στο γυναικείο κίνημα στη δεκαετία του ‘70, όταν οι βιοτεχνολογικές προσεγγίσεις, απόψεις και εφαρμογές ήταν ακόμα άγνωστες ή και αδιαμόρφωτες γενικά.

Aυτή είναι η διαλεκτική της εξουσίας: χεγκελιανή! Δεν υπάρχουν εδώ συνωμοσίες ή εγκάθετοι. Kάθε φορά που η συλλογική (και ταξική) αντι - εξουσία / γνώση γίνεται κοινωνικά ηγεμονική, φτάνει ένα μέτρο πριν την ιεραρχική θέσμισή της. Kαι τότε χρειάζεται το τελευταίο “όχι”: στον ατομικό προσπορισμό του οφέλους αυτής της αντι - γνώσης / δύναμης.

 
       

Sarajevo 2020