Cyborg
Cyborg #18 - 06/2020

#18 - 06/2020

το πολιτικό όνειρο της πανούκλας

Ιδού, σύμφωνα με ένα κανονισμό στα τέλη του 17ου αιώνα, τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν σε περίπτωση που εκδηλωθεί πανούκλα σε μια πόλη.

Κατ’ αρχάς, ένας αυστηρός διατετραγωνισμός του χώρου: κλείσιμο, ασφαλώς, της πόλης και του “εδάφους”, απαγόρευση εξόδου που τιμωρείται με την ποινή του θανάτου, θανάτωση όλων των αδέσποτων ζώων· διαίρεση της πόλεις σε συνοικίες, όπου διορίζεται από ένας επόπτης. Κάθε δρόμος τίθεται υπό την εξουσία ενός συνδίκου· τον επιτηρεί, και αν τον εγκαταλείψει τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Σε μια καθορισμένη μέρα διατάσσονται όλοι να κλειστούν στα σπίτια τους· όποιος βγαίνει, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Ο σύνδικος κλείνει απ’ έξω την πόρτα κάθε σπιτιού· παίρνει το κλειδί και το παραδίδει στον επόπτη της συνοικίας· εκείνος το κρατά μέχρι να λήξει η απομόνωση. Κάθε οικογένεια πρέπει να έχει κάνει τις προμήθειές της· αλλά για το κρασί και το ψωμί είχαν φτιαχτεί στους δρόμους και στα σπίτια ξύλινα κανάλια που επέτρεπαν να διανέμεται το μερίδιο του καθενός χωρίς να υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στους προμηθευτές και τους κατοίκους· για το κρέας, το ψάρι και τα χορταρικά, χρησιμοποιούνται τροχαλίες και καλάθια. Αν υπάρξει απόλυτη ανάγκη να βγουν κάποιοι από τα σπίτια τους, βγαίνουν εκ περιτροπής και χωρίς να πραγματοποιείται καμμία συνάντηση. Θα κυκλοφορούν μόνο οι επόπτες, οι σύνδικοι, οι στρατιώτες της φρουράς και επίσης, ανάμεσα στα μολυσμένα σπίτια, από το ένα πτώμα στο άλλο, τα “κοράκια”, που είναι αδιάφορο αν τελικώς πεθάνουν: είναι “τιποτένια πλάσματα που μεταφέρουν ασθενείς, θάβουν τους νεκρούς, καθαρίζουν και προσφέρουν διάφορες ταπεινές και χαμερπείς υπηρεσίες”. Χώρος διαιρεμένος, ακίνητος, παγωμένος. Καθένας οδηγείται στην θέση του. Κι αν κινηθεί, τίθεται σε κίνδυνο η ζωή του, λόγω μόλυνσης ή τιμωρίας.

Η επιτήρηση λειτουργεί ασταμάτητα. Το βλέμμα βρίσκεται παντού σε επαγρύπνηση: υπάρχει “μια σημαντική δύναμη πολιτοφυλακής, η οποία διευθύνεται από καλούς αξιωματικούς και ενάρετους ανθρώπους”, υπάρχουν φρουρές στις πύλες της πόλης και στο δημαρχείο, και σε όλες τις συνοικίες, για να είναι ταχύτερη η υπακοή του λαού και περισσότερο απόλυτη η εξουσία των δημοτικών αρχόντων, “αλλά και για να προλαβαίνουν όλες τις ταραχές, τις κλοπές και τις λεηλασίες”. Στις πύλες υπάρχουν θέσεις επιτήρησης· στην άκρη κάθε δρόμου φρουροί. Καθημερινά, ο επόπτης επισκέπτεται τη συνοικία που έχει αναλάβει, πληροφορείται αν οι σύνδικοι εκτελούν τα καθήκοντά τους ή αν έχουν παράπονα οι κάτοικοι· “επιτηρούν τις πράξεις τους”. Καθημερινά επίσης ο σύνδικος διασχίζει τον δρόμο που έχει υπό την ευθύνη του, σταματά μπροστά από κάθε σπίτι, ζητά από τους κατοίκους να παρουσιαστούν στα παράθυρα (όποιος μένει σε δωμάτιο που βλέπει στην αυλή έχει στην διάθεσή του ένα παράθυρο που βλέπει στον δρόμο όπου παρουσιάζεται μόνον αυτός), καλεί καθένα με το όνομά του, πληροφορείται για την κατάσταση όλων, διαδοχικά – “αν οι κάτοικοι δεν πουν την αλήθεια τιμωρούνται με την ποινή του θανάτου”. Αν κάποιος δεν παρουσιαστεί στο παράθυρο, ο σύνδικος ζητά να μάθει τον λόγο: “Δεν θα δυσκολευτεί τότε να ανακαλύψει αν κρύβουν στο σπίτι νεκρούς ή αρρώστους”. Καθένας, κλεισμένος στο κλουβί του, στο παράθυρό του, αποκρίνεται στο άκουσμα του ονόματός του και παρουσιάζεται όποτε του ζητείται: ιδού η μεγάλη επιτήρηση των ζωντανών και των νεκρών.

Η επιτήρηση αυτή βασίζεται σε ένα σύστημα συνεχούς καταγραφής: αναφορές των συνδίκων στους επόπτες, και των τελευταίων στους δημοτικούς αξιωματούχους ή τον δήμαρχο. Κατά την πρώτη φάση της “σύσφιξης”, ορίζονται διαδοχικά οι ρόλοι όλων των κατοίκων που είναι παρόντες στην πόλη· αναφέρονται “το όνομα, η ηλικία, το φύλο, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης”: ένα αντίγραφο για τον επόπτη της συνοικίας, ένα δεύτερο για τα γραφεία του δημαρχείου, ένα τρίτο για να μπορεί ο σύνδικος να απευθύνει το καθημερινό προσκλητήριο. Οτιδήποτε παρατηρείται κατά την διάρκεια των επισκέψεων – θάνατοι, αρρώστιες, παράπονα, παρατυπίες – σημειώνεται και αναφέρεται στους επόπτες και τους δημοτικούς άρχοντες. Οι τελευταίοι έχουν το πάνω χέρι στην ιατρική περίθαλψη, καθώς έχουν διορίσει έναν υπεύθυνο γιατρό· κανείς άλλος θεραπευτής δεν μπορεί να αναμειχθεί, κανένας φαρμακοποιός δεν μπορεί να παρασκευάσει φάρμακα και κανένας εξομολογητής δεν μπορεί να επισκευθεί έναν ασθενή, αν δεν έχει λάβει από αυτόν ένα γραπτό σημείωμα, “για να μην υπάρχει συγκάλυψη και για να μην περιθάλψει, εν αγνοία των αρχών, ασθενείς με μολυσματικά νοσήματα”. Η καταγραφή του παθολογικού πρέπει να είναι σταθερή και να συγκεντροποιείται. Η σχέση του καθενός με την ασθένειά του και με τον θάνατό του περνά από τις βαθμίδες της εξουσίας, από την καταγραφή στην οποία προβαίνουν, από τις αποφάσεις που λαμβάνουν.

Πέντε ή έξι μέρες μετά την έναρξη της απομόνωσης καθαρίζονται όλα τα σπίτια, το ένα μετά το άλλο. Βγαίνουν έξω οι κάτοικοι. Σε κάθε δωμάτιο σηκώνουν ή κρεμούν “τα έπιπλα και τα εμπορεύματα”. Ρίχνουν ένα αρωματικό υγρό και μετά το καίνε, αφού έχουν πρώτα σφραγίσει τα παράθυρα, τις πόρτες, ακόμη και τις κλειδαρότρυπες, που τις έχουν κλείσει με κερί. Στο τέλος κλείνουν ολόκληρο το σπίτι για όση ώρα καίγεται το υγρό. Γίνεται έρευνα στους απολυμαντές κατά την έξοδό τους, όπως και κατά την είσοδό τους, “παρουσία των κατοίκων του σπιτιού, για να διαπιστωθεί αν έχουν κάτι που δεν το είχαν όταν ήρθαν”. Μετά από τέσσερις ώρες, οι κάτοικοι μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Αυτός περίκλειστος και τεμαχισμένος χώρος, ο οποίος επιτηρείται απ’ άκρου εις άκρον, όπου τα άτομα τοποθετούνται σε μια καθορισμένη θέση, όπου και οι παραμικρές κινήσεις ελέγχονται, όπου όλα τα συμβάντα καταγράφονται, όπου μια αδιάκοπη εργασία γραφής συνδέει το κέντρο με την περιφέρεια, όπου η εξουσία ασκείται αδιαμοίραστη, σύμφωνα με μια συνεχή ιεραρχική μορφή, όπου κάθε άτομο εντοπίζεται μονίμως, εξετάζεται και κατανέμεται ανάμεσα στους ζωντανούς, τους αρρώστους και τους νεκρούς – όλα αυτά αποτελούν ένα περιεκτικό πρότυπο του πειθαρχικού μηχανισμού. Στην πανούκλα απαντά η τάξη· αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει όλες τις συγχύσεις: τη σύγχυση της ασθένειας, που μεταδίδεται όταν τα σώματα ανακατεύονται, την σύγχυση του κακού, που πολλαπλασιάζεται όταν ο φόβος και ο θάνατος εξαλείφουν τις απαγορεύσεις. Η τάξη καθορίζει για τον καθένα τη θέση του, το σώμα του, την ασθένεια και τον θάνατό του, τα αγαθά του, ως επακόλουθο μιας εξουσίας που βρίσκεται παντού και γνωρίζει τα πάντα, που υποδιαιρείται αυτή η ίδια με τρόπο εύτακτο και αδιάκοπο, μέχρι τον τελικό προσδιορισμό του ατόμου, αυτού που το χαρακτηρίζει, αυτού που του ανήκει, αυτού που του συμβαίνει. Ενάντια στην πανούκλα που είναι ανάμειξη, η πειθαρχία προτάσσει την εξουσία της, που έχει μορφή ανάλυσης. Υπήρξε γύρω από την πανούκλα μια ολόκληρη λογοτεχνική μυθοπλασία της εορτής: οι νόμοι καταργούνται, οι απαγορεύσεις αίρονται, ο χρόνος τρέχει φρενήρης, τα σώματα αναμειγνύονται χωρίς σεβασμό, τα άτομα ξεσκεπάζονται, εγκαταλείπουν την επίσημη ταυτότητά τους και τη μορφή υπό την οποία τα αναγνώριζαν, αφήνοντας να διαφανεί μια τελείως διαφορετική αλήθεια. Αλλά υπήρξε επίσης ένα πολιτικό όνειρο της πανούκλας, που ήταν το επακριβώς αντίθετο: όχι η συλλογική γιορτή αλλά οι αυστηροί διαχωρισμοί· όχι οι νόμοι που παραβιάζονται αλλά η διείσδυση του κανονισμού μέχρι τις έσχατες λεπτομέρειες της ύπαρξης και μέσω μιας ολοκληρωμένης ιεραρχίας που διασφαλίζει την τριχοειδή λειτουργία της εξουσίας· όχι τα προσωπεία που φοριούνται και βγαίνουν, αλλά η απόδοση στον καθένα του “αληθινού” του ονόματος· της “αληθινής” του θέσης, του “αληθινού” του σώματος και της “αληθινής” του ασθένειας. Η πανούκλα ως μορφή της αταξίας, ταυτοχρόνως πραγματική και φαντασιακή, έχει ως ιατρικό και πολιτικό σύστοιχο την πειθαρχία. Πίσω από τους πειθαρχικούς μηχανισμούς διαφαίνεται η εμμονή των “μολύνσεων”, της πανούκλας, των εξεγέρσεων, των εγκλημάτων, της αλητείας, της λιποταξίας, των ανθρώπων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, που ζουν και πεθαίνουν σε συνθήκες αταξίας.

Έτσι ξεκινάει το κεφάλαιο “Πανοπτισμός” στο “Επιτήρηση και Τιμωρία” του Φουκώ. Τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν στο ενδεχόμενο πανούκλας σε μια πόλη του 17ου αιώνα δεν έχουν πολλά κοινά με τα μετρά που λήφθηκαν εν έτει 2020. Αν κάποιος βρίσκει ομοιότητες, αυτές έχουν να κάνουν με την προσπάθεια της εξουσίας να πειθαρχήσει τα άτομα, κατασκευάζοντάς τα ως τέτοια μέσω της κατα-γραφής, της επίτηρης και της τιμωρίας. Οι διαδικασίες όμως είναι διαφορετικές. Η απολύμανση δεν γίνεται από επιθεωρητές του κράτους με αρώματα και φωτιές, αλλά με αντισηπτικά και ψεκαστικά. Η διανομή του φαγητού δεν γίνεται με τροχαλίες και καλάθια, αλλά από εργάτες με μηχανάκια. Το σπάσιμο της καραντίνας δεν τιμωρείται με θάνατο (οκ, εξαιρούνται οι φιλιππίνες), αλλά με πρόστιμο. Οι μεταφορείς των ασθενών και των νεκρών δεν θεωρούνται τιποτένια πλάσματα αλλά ήρωες πολέμου. Το χαρτί εξόδου δεν το διαθέτει ο αρμόδιος γιατρός, αλλά η γενική γραμματεία πολιτικής προστασίας. Η καταμέτρηση και ο έλεγχος της υγείας δεν γίνεται με καντάδες κάτω από τα παράθυρα, αλλά με τεστ σε διαγνωστικά κέντρα και “έξυπνες” εφαρμογές. Και αυτό έχει σημασία.

Η αναγωγή κάθε δυστοπικού παρόντος στις χούντες και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του παρελθόντος, είναι άχρηστη για την διατήρηση της μνήμης και της ιστορικής συνέχειας, αν παράλληλα δεν γίνεται ο εντοπισμός και η ανάδειξη των κάθε φορά αλλαγών, ώστε η κριτική να μπορεί να είναι ανταγωνιστική στο τώρα. Διαφορετικά, ο κίνδυνος του ξεπεσμού στην ιδεολογία είναι μια ματαιοδοξία μακριά.

Μια τέτοια (δομική) αλλαγή εντοπίζει ο Φουκώ ανάμεσα στον τρόπο αντιμετώπισης της λέπρας και  αυτόν της πανούκλας, συνεχίζοντας:

Αν είναι αλήθεια ότι η λέπρα υποκίνησε τα τελετουργικά αποκλεισμού που παρουσίασαν σε έναν βαθμό το πρότυπο και τη γενική μορφή του μεγάλου Εγκλεισμού, η πανούκλα υποκίνησε αντιθέτως πειθαρχικά σχήματα. Αντί για έναν μαζικό και δυαδικό διαχωρισμό των μεν σε σχέση με τους δε, απαιτεί πολλαπλές διαιρέσεις, εξατομικευμένες κατανομές, μια οργάνωση σε βάθος των επιτηρήσεων και των ελέγχων, μια επίταση και μια διακλάδωση της εξουσίας. Ο λεπρός εντάσσεται σε μια πρακτική του αποκλεισμού, της εξορίας-περίφραξης· τον αφήνουν να χαθεί εκεί σαν μέρος μια μάζας που λίγο ενδιαφέρει να διαφοροποιηθεί· οι πάσχοντες από πανούκλα εντάσσονται σε έναν σχολαστικό τακτικό διατετραγωνισμό, όπου οι ατομικές διαφοροποιήσεις είναι τα εξαναγκαστικά αποτελέσματα μιας εξουσίας που πολλαπλασιάζεται, συναρθρώνεται και υποδιαιρείται. Αφενός ο μεγάλος εγκλεισμός, αφετέρου η ορθή εκγύμναση. Αφενός η λέπρα και ο διαχωρισμός της, αφετέρου η πανούκλα και οι περιτμήσεις της. Η πρώτη στιγματίζεται, η δεύτερη αναλύεται και κατανέμεται. Η εξορία του λεπρού και ο περιορισμός της πανούκλας δεν συνοδεύονται από το ίδιο πολιτικό όνειρο. Αφενός το όνειρο μιας καθαρής κοινότητας, αφετέρου το όνειρο μιας πειθαρχημένης κοινωνίας. Δύο τρόποι να ασκείται η εξουσία στους ανθρώπους, να ελέγχονται οι σχέσεις τους, να λύονται οι επικίνδυνες αναμείξεις τους. Η πανωλόβλητη πόλη εκφράζει την ουτοπία της τέλειας κυβερνώμενης πόλης: είναι μια πόλη που διατρέχεται ολόκληρη από ιεραρχία, επιτήρηση, βλέμμα, γραφή· μια πόλη η οποία ακινητοποιείται κατά την λειτουργία μιας επεκτατικής εξουσίας που ασκείται διακριτικά σε όλα τα ατομικά σώματα. Η πανούκλα (εκείνη τουλάχιστον που δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί) είναι η δοκιμασία κατά την διάρκεια της οποίας μπορεί να οριστεί με ιδεατό τρόπο η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας. Για να θέσουν σε λειτουργία σύμφωνα με την καθαρή θεωρία τα δικαιώματα και τους νόμους, οι νομομαθείς τοποθετούνταν φαντασιακά στη φυσική κατάσταση· για να δουν τις τέλειες πειθαρχίες να λειτουργούν, οι κυβερνώντες ονειρεύονταν την κατάσταση πανούκλας. Στο βάθος των πειθαρχικών σχημάτων η εικόνα της πανούκλας ισοδυναμεί με όλες τις αταξίες, με όλες τις συγχύσεις· όπως ακριβώς η εικόνα της λέπρας, της επαφής που πρέπει να διακοπεί, βρίσκεται στο βάθος των σχημάτων αποκλεισμού.

Η μολυσματικότητα της λέπρας, ως κάτι διακριτό και μονόδρομα “επικοινωνίσιμο”, ενσωματώνεται και αναβαθμίζεται στην εκδοχή της πανούκλας· γίνεται πλέον αόρατη και ακαθόριστα διάχυτη. Ως τέτοια απαιτεί, όχι την απαγόρευση της επαφής μέσω στοχευμένων εγκλεισμών, αλλά μιας καθολικής πειθαρχίας εγκλεισμού του κοινωνικού σώματος της πόλης. Η φυλακή-κτήριο αναβαθμίζεται σε πανοπτικό· η τέχνη της εξουσίας (και) ως εξειδίκευση, απαλλοτριώνεται από την ίδια της την εξέλιξη· τεμαχίζεται, ταξινομείται, απο-ειδικεύεται και απλώνεται ώστε να μπορεί να την ασκεί και ο μέχρι τότε ανειδίκευτος.

Για τον Bentham αυτή η εξουσία πρέπει να είναι “… ορατή και ανεπαλήθευτη. Ορατή: ο κρατούμενος θα έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του την επιβλητική φιγούρα του κεντρικού πύργου απ’ όπου τον κατασκοπεύουν. Ανεπαλήθευτη: ο κρατούμενος δεν πρέπει ποτέ να γνωρίζει αν όντως παρακολουθείται· αλλά πρέπει να είναι σίγουρος ότι μπορεί ανα πάσα στιγμή να παρακολουθείται.” Τα κελιά στην φυλακή του Bentham είναι συμβολικά· δεν έχουν πλέον καμία χρησιμότητα. Οι αλυσίδες και τα κάγκελα ως η βία της εξουσίας, δίνουν την θέση τους στα παράθυρα των σπιτιών και τους επιθεωρητές της πόλης. Το ζητούμενο είναι “να αντικατασταθεί μια εξουσία που εκδηλώνεται μέσω της λαμπρότητας εκείνων που την ασκούν με μια εξουσία που αντικειμενοποιεί ύπουλα εκείνους στους οποίους εφαρμόζεται· να σχηματιστεί μια γνώση γι’ αυτούς παρά να ξεδιπλωθούν τα στομφώδη διακριτικά γνωρίσματα της ανώτατης αρχής. Κοντολογίς, οι πειθαρχίες είναι το σύνολο των μικροσκοπικών τεχνικών εφευρέσεων που επέτρεψαν να αυξηθεί το χρήσιμο μέγεθος των πολλαπλοτήτων, μειώνοντας τις δυσχέρειες της εξουσίας, που για να τις καταστήσει χρήσιμες οφείλει ακριβώς να τις διευθύνει”.

Αυτές οι τεχνικές εφευρέσεις, λέει ο Φουκώ, που δημιουργεί ο πανοπτισμός ως “τεχνολογία των ατόμων” αποτελούν κατασκευές όμοιες με εκείνες που δημιουργούν και οι υπόλοιπες επιστήμες, μέσω της διπλής διαδικασίας της συσσώρευσης γνώσεων από την εξουσία (με την μορφή ιδρυμάτων: πανεπιστήμιο, νοσοκομείο, εργαστήριο κλπ) και την κατ’ επέκταση ανάπτυξη της εξουσίας, που με την σειρά της ανοίγει τον δρόμο σε νέες πιθανές γνώσεις. Ο συνδετικός κρίκος κάθε τέτοιας (επιστημονικής) διπλής διαδικασίας, που συνδέει το προηγούμενο με το επόμενο είναι οι πειθαρχίες που “δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από ένα υπο-δίκαιο. Φαίνονται να προεκτείνουν μέχρι το απειροελάχιστο επίπεδο των ενικών υπάρξεων τις γενικές μορφές που ορίζονται από το δίκαιο”, κατηγοριοποιόντας, ταξινομόντας και εξειδικεύοντας. Στην περίπτωση του πανοπτισμού, η “τεχνολογία των ατόμων” ενεργοποιεί και επιτρέπει να επαυξηθεί η “άμεση και υλική εξουσία που ασκούν οι άνθρωποι, οι μεν στους δε”.

Οι ουσιαστικές αλλαγές είναι δύο. Η ενσωμάτωση: “Εκείνος που υπάγεται σε ένα πεδίο ορατότητας, και που το γνωρίζει, αποδέχεται τους εξαναγκασμούς της εξουσίας· τους θέτει αυθόρμητα σε λειτουργία πάνω του· εγγράφει μέσα του την σχέση εξουσίας στην οποία παίζει ταυτοχρόνως και τους δύο ρόλους· γίνεται καταστατική αρχή της ίδιας του της καθυπόταξης. Αυτό επιτρέπει στην εξωτερική εξουσία να ανακουφιστεί από τα υλικά βαρίδια της, τείνοντας στο ασώματο στοιχείο· και όσο περισσότερο πλησιάζει σ’ αυτό το όριο, τόσο πιο σταθερά είναι τα αποτελέσματά της, τόσο βαθύτερα, κεκτημένα άπαξ διά παντός και αενάως προεκτεινόμενα: διηνεκής νίκη που αποφεύγει κάθε σωματική αντιπαράθεση και η οποία έχει πάντοτε κριθεί εκ των προτέρων”. Και η καθολικότητα: “Το πανοπτικό σχήμα προορίζεται να διαδοθεί στο κοινωνικό σώμα, χωρίς να καταργείται ή να χάνει οποιαδήποτε ιδιότητά του· προορισμός του είναι να γίνει μια γενικευμένη λειτουργία στο πλαισιο του κοινωνικού σώματος”.

Η ενσωμάτωση του φόβου της εξουσίας από τους πληβείους, καθώς και η προσπάθεια της εξουσίας να επιβληθεί καθολικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι πάντα ίσχυε [1Ο προβληματισμός για το αν υπάρχουν εγγραφές των εξουσιαστικών ενστίκτων στο dna είναι άχρηστος. Αν ισχύει, τότε η υπάρχουσα κανονικότητα τα χρησιμοποιεί και τα ακονίζει. Αν δεν ισχύει, τότε η υπάρχουσα κανονικότητα τα δημιουργεί, τα χρησιμοποιεί και τα ακονίζει. “Άρα, άπαξ και τα δημιουργήσει, αυτές οι εγγραφές μένουν και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά”, θα ήταν ένα εύλογο συμπέρασμα· αλλά δεν είναι εδώ ο χώρος και χρόνος για έναν διάλογο τύπου “περιβάλλον ή γονίδιο” και μια κριτική στην ιδεολογία της γενετικής. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να ψάξουν σχετικά σε προηγούμενα (και επόμενα) τεύχη.].  Η εξέλιξη αυτών των διαδικασιών όμως, η αναβάθμιση των μεθόδων και η σταδιακή μετατόπιση της ευθύνης για πειθαρχία από τον φύλακα στον φυλακισμένο, διαμορφώνει νέα παραδείγματα στην ίδια πραγματικότητα. Με την “νεα κανονικότητα” να είναι η πλέον δημοφιλής έκφραση για αυτό που έρχεται, και μέσα στην σε-εξέλιξη 4η βιομηχανική επανάσταση, θα κάνουμε μια αναφορά κάποιων σημείων στα οποία στηρίζεται η πραγμάτωση του πολιτικού ονείρου της πανούκλας: την “διείσδυση του κανονισμού μέχρι τις έσχατες λεπτομέρειες της ύπαρξης και μιας ολοκληρωμένης ιεραρχίας που διασφαλίζει την τριχοειδή λειτουργία της εξουσίας”.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Wintermute

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Ο προβληματισμός για το αν υπάρχουν εγγραφές των εξουσιαστικών ενστίκτων στο dna είναι άχρηστος. Αν ισχύει, τότε η υπάρχουσα κανονικότητα τα χρησιμοποιεί και τα ακονίζει. Αν δεν ισχύει, τότε η υπάρχουσα κανονικότητα τα δημιουργεί, τα χρησιμοποιεί και τα ακονίζει. “Άρα, άπαξ και τα δημιουργήσει, αυτές οι εγγραφές μένουν και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά”, θα ήταν ένα εύλογο συμπέρασμα· αλλά δεν είναι εδώ ο χώρος και χρόνος για έναν διάλογο τύπου “περιβάλλον ή γονίδιο” και μια κριτική στην ιδεολογία της γενετικής. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να ψάξουν σχετικά σε προηγούμενα (και επόμενα) τεύχη.
[ επιστροφή]

κορυφή