Cyborg
Cyborg #13 - 10/2018

#14 - 02/2019

engineering of everything: η ατμόσφαιρα...

Μπορεί ο αμερικάνος πρόεδρος να ειρωνεύεται, ζητώντας την επιστροφή του “global warming” τις μέρες (στα τέλη του περασμένου Γενάρη) που στο βόρειο και κεντρικό τμήμα των ηπα είχε πολικές (κυριολεκτικά) θερμοκρασίες. Ωστόσο η “υπεθέρμανση του πλανήτη” (μερικές φορές “φαινόμενο του θερμοκηπίου”) βρίσκεται εδώ και δυο τουλάχιστον δεκαετίες στην ημερήσια διάταξη κυβερνητικών μέτρων, συνεδρίων, ενεργειακής αναδιάρθρωσης - απειλών “Αποκάλυψης” αλλά και μύθων. Η πιο γνωστή πλευρά του ζητήματος είναι ο περιορισμός των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Δεν είναι η μόνη. Ούτε πρόκειται για την ομολογημένη στόχευση στην αλλαγή του ενεργειακού μοντέλου του καπιταλιστικού κόσμου, με την απομάκρυνση απ’ την καύση υδρογονανθράκων· κατ’ αρχήν πετρελαίου, για γεωπολιτικούς λόγους.
Σύμφωνα με την wikipedia:

Geoengineering [θα μπορούσαμε να το πούμε “γεωμηχανική’;] είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για την climate engineering. Πρόκειται για την ηθελημένη και μεγάλης κλίμακας παρέμβαση στο γήινο κλιματικό σύστημα, συνήθως με σκοπό να αντιστραφεί η παγκόσμια υπερθέρμανση. Ο όρος climate engineering είναι όρος ομπρέλλα, που καλύπτει μέτρα δύο κατηγοριών: την απομάκρυνση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, και την διαχείριση της ηλιακής ακτινοβολίας. Η δεύτερη κατηγορία προσεγγίσεων στοχεύει στην αντιμετώπιση των συνεπειών των φαινομένων του θερμοκηπίου μέσα από παρεμβάσεις ώστε να απορροφά ο πλανήτης μικρότερη ποσότητα ηλιακής ακτινοβολίας.

Αυτή καθ’ αυτή η άποψη περί υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι, ουσιαστικά, χωρισμένη στα δύο. Στη μια μεριά βρίσκονται όλα όσα μπορούν να θεωρηθούν “επιστημονικά δεδομένα” - τα οποία, παράδοξο ή όχι, δεν είναι πολλά. Απ’ την άλλη μεριά βρίσκονται οι κοινωνικές πεποιθήσεις και, οπωσδήποτε, οι ερμηνείες των αισθητών αλλαγών στο κλίμα όταν σχετίζονται (ή όχι) με την άποψη περί υπερθέρμανσης.
Για παράδειγμα οι αλλαγές (και η σταδιακή άνοδος) της μέσης θερμοκρασίας στα ανώτερα στρώματα της γήινης ατμόσφαιρας τις τελευταίες δεκαετίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακριβή και απτά “επιστημονικά δεδομένα” - τα θερμόμετρα δεν κοροϊδεύουν. Η αιτιολόγηση αυτής της ανόδου (καθώς και οι προβλέψεις για την πορεία της) είναι, όμως, εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Για παράδειγμα η ιδέα περί αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη από ανθρωπογενείς παράγοντες, και πιο συγκεκριμένα λόγω της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, δεν είναι ιδέα του 20ου αιώνα με αιτία την Β βιομηχανική επανάσταση - όπως νομίζουν πολύ. Αλλά των αρχών του 19ου - μιας περιόδου που η Α βιομηχανική επανάσταση (και η καύση άνθρακα) ήταν μόλις στα πρώτα της βήματα, και σε καμμία περίπτωση ένα εντατικό φαινόμενο παγκόσμιας κλίμακας.

Όπως πολλοί άλλοι βικτωριανοί φυσικοί φιλόσοφοι ο John Tyndall ενδιαφερόταν για πολλά ζητήματα. Ενώ ετοίμαζε μια σημαντική μελέτη για την “θερμότητα σαν τρόπο κίνησης” είχε χρόνο να ασχολείται και με τη γεωολογία. Ο Tyndall είχε από πρώτο χέρι γνώση του αντικειμένου, μιας και ήταν ενθουσιώδης αλπινιστής. Καθώς ήταν εξοικειωμένος με τους παγετώνες στα βουνά, είχε πεισθεί ότι δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν κολοσσιαία στρώματα πάγου κάλυπταν όλοι την βόρεια Ευρώπη. Πως έγινε εφικτό να αλλάξει το κλίμα τόσο δραστικά;
Μια πιθανή απάντηση θα ήταν η αλλαγή στην σύνθεση της γήινης ατμόσφαιρας. Ξεκινώντας από την δουλειά του Joseph Fourier τη δεκαετία του 1820, οι επιστήμονες εκείνης της εποχής είχαν καταλάβει ότι τα αέρια στην ατμόσφαιρα θα μπορούσαν να παγιδεύουν την θερμότητα που φτάνει απ’ τον ήλιο. Όπως το έθεσε ο Fourier, η ενέργεια με την μορφή του ορατού φωτός διαπερνά εύκολα την ατμόσφαιρα, και φτάνει στην επιφάνεια ζεσταίνοντάς της· αλλά η θερμότητα δεν μπορεί να ανακλαστεί εύκολα στο διάστημα. Επειδή ο αέρας απορροφά αόρατες ακτίνες θερμότητας καθώς αυτή βγαίνει απ’ την επιφάνεια. Ο έτσι θερμαινόμενος αέρας ξαναεκπέμπει ένα μέρος της θερμότητας στην επιφάνεια, διατηρώντας την ζεστή...
Οι εξισώσεις και τα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους οι επιστήμονες τον 19ο αιώνα ήταν ελάχιστα για να μπορέσουν να κάνουν έναν ακριβή υπολογισμό. Ωστόσο οι φυσικοί εκείνης της περιόδου ήταν πεπεισμένοι ότι μπορούσαν να αποδείξουν ότι ένας απλός βράχος χωρίς ατμόσφαιρα, και σε απόσταση απ’ την ήλιο όσο η γη, θα ήταν πολύ πιο κρύος απ’ τον δικό μας πλανήτη.
Ο Tyndall το έκανε σκοπό του να βρει αν πράγματι υπάρχουν αέρια στη γήινη ατμόσφαιρα που να μπορούν να παγιδεύσουν την θερμότητα. Το 1859, ύστερα από προσεκτική εργαστηριακή δουλειά, ταυτοποίησε διάφορα αέρια που θα μπορούσαν να λειτουργούν έτσι. Το πιο σημαντικό ήταν η αέρια μορφή του νερού, οι υδρατμοί. Επίσης αποτελεσματικό ήταν το διοξείδιο του άνθρακα, παρά την ιδιαίτερα αραιή συγκέντρωση του στην ατμόσφαιρα. [1Spencer Weart, The carbon dioxide greenhous effect, 2008.]

Έχει το ενδιαφέρον του το γεγονός ότι η διαπίστωση της ευθύνης του διοξειδίου άνθρακα προέκυψε ιστορικά μαζί με την διαπίστωση της ακόμα μεγαλύτερης ευθύνης των υδρατμών (για την “παραγωγή” της γήινης θερμότητας). Συνεπώς, εξαιρουμένης της ηλιακής ακτινοβολίας, ο άλλος σημαντικός παράγοντας γι’ αυτήν την θερμότητα και την συγκράτηση ενός μέρους της ήταν (τουλάχιστον με βάση τις διαπιστώσεις του πρωτοπόρου Tyndall) το γεγονός ότι το 70% της επιφάνειας του πλανήτη γη καλύπτεται με νερό... Δύσκολο θα ήταν να αποδειχθεί σαν επιστημονικά σωστή η άποψη (του 19ου αιώνα) ότι “ένας απλός βράχος χωρίς ατμόσφαιρα... κλπ” αφού, πολύ απλά, ήταν ένας κυκλικός συλλογισμός: αν δεν έχει νερό δεν έχει ατμόσφαιρα...
Σε κάθε περίπτωση, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο σουηδός φυσικο-χημικός Svante Arrhenius, με τα ίδια προ-ιστορικά ενδιαφέροντα με τον Tyndall, υποστηρίξε ότι αν η ποσότητα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα αυξηθεί στο μέλλον, αυτό ίσως επηρεάσει το κλίμα. Αναδρομικά, κατά την γνώμη του Arrhenius, το ξεπέρασμα της εποχής των παγετώνων θα έπρεπε να αποδοθεί στο διοξείδιο του άνθρακα που είχε εκλυθεί απ’ τις εκρήξεις των ηφαιστείων.
Γιατί, όμως, ο Arrhenius έδωσε τέτοια έμφαση, σε σχέση με την θερμότητα στην επιφάνεια και τα χαμηλά στρώματα της ατμόσφαιρας, στο διοξείδιο του άνθρακα και όχι στους πολύ περισσότερους υδρατμούς; Για ταπεινούς λόγους: η ποσότητα των υδρατμών στην ατμόσφαιρα αλλάζει συνέχεια, συνεπώς δεν θα μπορούσε ένας τόσο ασταθής παράγοντας να γίνει αντικείμενο μέτρησης και, κατά συνέπεια, επιστημονικό στοιχείο... Κατά την άποψη του Arrhenius η αύξηση της συγκέντρωσης CO2 δεν θα επηρέαζε άμεσα αλλά έμμεσα την θερμοκρασία, επειδή θα μείωνε την εξάτμιση του νερού - που, κατά τα άλλα, παρέμενε ο βασικός (αλλά μη μετρήσιμος) ρυθμιστής της θερμοκρασίας του πλανήτη.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Ziggy Stardust

Σημειώσεις

1 - Spencer Weart, The carbon dioxide greenhous effect, 2008.
[ επιστροφή ]

κορυφή