Cyborg
Cyborg #12 - 6/2018

#12 - 06/2018

Cambridge Analytica: εσωτερικές cyber psyops του 4ου παγκοσμίου πολέμου

«Αποκάλυψη! Η Λουφτβάφε βομβαρδίζει το Λονδίνο». Ένα τέτοιο πρωτοσέλιδο σε βρετανική εφημερίδα, την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου θα ήταν οπωσδήποτε αδιανόητο· ο πόλεμος τότε ήταν η άμεσα βιωμένη πραγματικότητα με όρους σκληρής υλικότητας. Οπωσδήποτε, υπήρχαν εξελίξεις, επιχειρήσεις και γεγονότα καλά κρυμμένα κι άγνωστα για τη μάζα του πληθυσμού, όπως υπήρχε κι άφθονη προπαγάνδα που στρέβλωνε την πραγματικότητα. Αλλά ο ίδιος ο πόλεμος, το γεγονός ότι στην Ευρώπη και στη συνέχεια σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, οι κοινωνίες κινητοποιήθηκαν κι ενεπλάκησαν σε μία θανάσιμη αναμέτρηση, δεν ήταν υπόθεση της δημοσιογραφικής κάλυψης προκειμένου να τεκμηριωθεί ότι συμβαίνει.
Σήμερα όμως, πρωτοσέλιδοι τίτλοι του είδους «50 εκατομμύρια προφίλ του Facebook υποκλάπηκαν από την Cambridge Analytica στη μεγαλύτερη διαρροή δεδομένων ποτέ» ή «Η μεγάλη βρετανική ληστεία του Brexit: πώς έγινε πειρατεία στην δημοκρατία μας» διεκδικούν κάλλιστα τον χαρακτηρισμό της «αποκάλυψης», χωρίς να παραβιάζουν την κοινή λογική και την στοιχειώδη αντίληψη του τι συμβαίνει στον κόσμο. Πρόκειται όντως για αποκαλυπτική δημοσιογραφία. Επειδή η πλειοψηφία στις δυτικές κοινωνίες αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει την σκληρή πραγματικότητα του εξελισσόμενου τέταρτου παγκοσμίου πολέμου κι  επειδή η γενικευμένη ψηφιακή μεσολάβηση εξακολουθεί να προσφέρει σε αφθονία την καταπραϋντική ψευδαίσθηση μιας κάποιος κανονικότητας, ο κυβερνοπόλεμος (ή cyber warfare,  αν προτιμάτε τον πιο αυθεντικό όρο) μαίνεται στον κυβερνοχώρο με έναν τρόπο αδιόρατο, σαν μια τεράστια υπεκφυγή, μεταμφιεσμένος πότε σε αθλιότητα των social media, πότε σε κακουργηματικές έως πραξικοπηματικές πρακτικές αδίστακτων εταιρειών και πότε σε πανουργία των troll factories (κατά προτίμηση ρωσικών), αλλά ποτέ, μα ποτέ, σαν αυτό που πράγματι είναι: κομμάτι του παγκόσμιου πολέμου· η πέμπτη διάσταση του μοντέρνου πεδίου μάχης που έχει να κάνει κεντρικά με τον «χειρισμό της συμπεριφοράς» του πληθυσμού σε μεγάλη κλίμακα.

Υπάρχουν δύο εκδοχές της ίδιας ιστορίας. Η μία είναι αυτή που ξεκινά στις 17 Μαρτίου 2018, όταν ταυτόχρονα δημοσιεύματα στoν Guardian και τους New York Times αποκαλύπτουν ότι η εταιρεία Cambridge Analytica είχε υποκλέψει 50 εκατομμύρια προφίλ χρηστών του Facebook, προκειμένου να ενισχύσει, με ψυχολογικές μεθόδους μαύρης προπαγάνδας και πλύσης εγκεφάλου, τις καμπάνιες του Leave EU στο βρετανικό δημοψήφισμα και του Τραμπ στις αμερικανικές εκλογές. Η εκδοχή αυτή περιλαμβάνει τον απαραίτητο διεθνή σάλο για το πόσο απροστάτευτα είναι τα προσωπικά δεδομένα στο internet, τις κλασσικές καταγγελίες για ανάμειξη του ρωσικού παράγοντα, έναν Ζuckerberg να σέρνεται στις επιτροπές του Κογκρέσο και τώρα του ευρωκοινοβουλίου προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, νέους κανονισμούς και ρυθμίσεις για προστασία των προσωπικών δεδομένων, πτώχευση της εταιρείας-πέτρας του σκανδάλου… και κάπου εδώ η ιστορία ξεθυμαίνει.

Η δεύτερη εκδοχή ανήκει στην θεματολογία του πολέμου (κι αποτελεί συνέχεια ενός άλλου διαδικτυακού «σκανδάλου», των fake news, για το οποίο ήδη έχουμε γράψει: don’t believe the hype: social media και μαύρη προπαγάνδα, cyborg #8). Ξεκινά αρκετά χρόνια πριν, με πρωταγωνιστές τους μηχανισμούς του βαθέος κράτους σε ΗΠΑ και Βρετανία που βγαίνουν από το μισοσκόταδο του παρασκηνίου κι αναλαμβάνουν, λόγω της κρίσης και των εξελισσόμενων συγκρούσεων, τις άμεσες ευθύνες της πολεμικής διαχείρισης. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος κειμένου να αναλυθούν, η αναδίπλωση των δύο στενά συμμαχικών καπιταλισμών περιλάμβανε αφενός την πλήρη αποδέσμευση της Βρετανίας από το ευρωπαϊκό μπλοκ κι έξοδο από την ΕΕ και την ανάληψη της αμερικανικής προεδρίας από μία βιτρίνα πίσω από την οποία θα γινόταν εφικτή η απαγκίστρωση από στρατηγικές του παρελθόντος που κρίθηκαν αποτυχημένες. Αν αυτοί ήταν οι άμεσοι πολιτικοί στόχοι, υπήρχε ταυτόχρονα μια δεύτερη, πιο κοινωνική, επιδίωξη: το ακροδεξιό και ρατσιστικό ρεύμα των μικροαστών φασιστών να γίνει εκτός από πλειοψηφικό, που ήταν ήδη, και τυπικά ηγεμονικό, με στερεή και αδιαμφισβήτητη πολιτική εκπροσώπηση σε όλη την κλίμακα του κράτους.

Όπως συμβαίνει ήδη εδώ και χρόνια με τις μπίζνες του πολέμου, η δουλειά έσπασε σε εργολαβίες κι έγινε outsourcing. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα, είναι ότι ένα κομμάτι της δόθηκε σε μια βρετανική εταιρεία, την SCL, που ήταν βγαλμένη και στελεχωμένη απευθείας μέσα από το βρετανικό βαθύ στρατιωτικό κατεστημένο. Οι περγαμηνές της εταιρείας ήταν λαμπρές. Μέσω «στρατηγικών που στοχεύουν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές» (σύμφωνα με το site της) είχε παρουσία και δράση σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα του πλανήτη, από την Μέση Ανατολή ως την κεντρική Ασία κι από την Αφρική ως την ανατολική Ευρώπη, με μεγάλη εμπειρία και υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα σε αυτό το πεδίο που στην σύγχρονη στρατιωτική ορολογία χαρακτηρίζεται ως «psyops» (psychological operations: επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου) ή «information operations». Σε όλες τις περιπτώσεις, η SCL - διαφημίζοντας η ίδια για τον εαυτό της ότι «βρίσκεται στην πρωτοπορία του cyber warfare» - εφάρμοζε τεχνικές που είχαν αναπτυχθεί στα στρατιωτικά εργαστήρια κι αφορούσαν από τα βασανιστήρια και τις μεθόδους ανάκρισης μέχρι την διασπορά ψευδών ειδήσεων, την προπαγάνδα και την χειραγώγηση σε μαζική κλίμακα. Με λίγα λόγια, πρόκειται για μία εταιρεία-παράρτημα του αγγλοσαξονικού στρατιωτικού κατεστημένου, η οποία είχε προσθέσει πρόσφατα στα πεδία δράσης της τα big data και την ανάλυσή τους. Και τι προκύπτει άραγε όταν μια εταιρεία με τέτοιο background και τέτοια εργαλεία στη διάθεσή της, αποκτά πρόσβαση σε μια αχανή δεξαμενή προσωπικών δεδομένων; Το ανάλογο μιας πυρηνικής βόμβας, σε ψηφιακή εκδοχή ή για να ακριβολογούμε, μια εκτεταμένη, καλοσχεδιασμένη και με επιμέλεια εκτελεσμένη επιχείρηση κυβερνοπολέμου, η μεγαλύτερη του είδους της μέχρι σήμερα…

Στην Βρετανία, το σχέδιο λειτούργησε υποδειγματικά και η επιλογή της εξόδου από την ΕΕ επικυρώθηκε πανηγυρικά και δημοκρατικά, αναδεικνύοντας τον απόπατο της βρετανικής πολιτικής σκηνής σε πρωταγωνιστή της μετα-ευρωπαϊκής Αλβιόνας. Στις ΗΠΑ φαίνεται ότι η αρχική επιλογή των μηχανισμών ήταν η προώθηση του Ted Cruz, ο οποίος πράγματι από αουτσάιντερ εξελίχτηκε σε φαβορί, σημειώνοντας μερικές παντελώς αναπάντεχες νίκες σε προκριματικές εκλογές. Όμως, για λόγους που αγνοούμε, η δυναμική του ξεφούσκωσε, ώσπου εντέλει αποσύρθηκε από την κούρσα και την θέση του πήρε ο Τραμπ. Επίσης δεν γνωρίζουμε όλους τους λόγους για τους οποίους το βαθύ αμερικανικό κράτος επέλεξε ένα τόσο ψόφιο κουνάβι για βιτρίνα του, ξέρουμε όμως σίγουρα ότι ήταν τόσο κούφιος, και τόσο νάρκισσος, ώστε να ακολουθεί κατά γράμμα τις αλγοριθμικές προσταγές που του όριζαν οι ψηφιακοί ινστρούχτορές του. Κι έτσι για πρώτη φορά, ο κυβερνοχώρος έβγαλε πρόεδρο, έναν «τέλεια καιροσκοπικό αλγόριθμο… του οποίου κάθε μήνυμα σχεδόν ήταν προϊόν των data».

ψυχομετρία και big data: η επιστήμη της χειραγώγησης

Η ψυχομετρία, ή ψυχογραφία όπως αναφέρεται κάποιες φορές, εστιάζει στην μέτρηση ψυχολογικών χαρακτηριστικών και την ποσοτικοποίηση της προσωπικότητας. Την δεκαετία του ’80, δύο ομάδες ψυχολόγων ανέπτυξαν ένα μοντέλο που υποτίθεται ότι μπορούσε να εκτιμήσει και να κατατάξει τους ανθρώπους στη βάση πέντε χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους, γνωστά ως «Big Five» (τα μεγάλα πέντε). Αυτά είναι: η ανοιχτότητα (πόσο ανοιχτός είσαι σε νέες εμπειρίες;)· η ευσυνειδησία / επιμέλεια (πόσο τελειομανής είσαι;)· η εξωστρέφεια (πόσο κοινωνικός είσαι;)· η συγκαταβατικότητα (πόσο συναινετικός και συνεργάσιμος είσαι;)· και ο νευρωτισμός (ταράζεσαι εύκολα;). Με βάση αυτές τις πέντε διαστάσεις (είναι γνωστές και ως OCEAN, ένα ακρωνύμιο από τους πέντε αγγλικούς όρους: openness, conscientiousness, extroversion, agreeableness, neuroticism) οι ψυχομέτρες ισχυρίζονται ότι μπορούν να κάνουν μια σχετικά ακριβή τεκμηρίωση του ανθρώπου που έχουν απέναντί τους. Αυτό περιλαμβάνει τις ανάγκες και τους φόβους του και το πώς ενδέχεται να συμπεριφερθεί σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Το μοντέλο των «Big Five» έγινε η στάνταρ τεχνική της ψυχομετρίας. Αλλά για πολύ καιρό, το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση ήταν η συλλογή των δεδομένων, επειδή περιελάμβανε την συμπλήρωση ενός περίπλοκου, εξαιρετικά προσωπικού ερωτηματολογίου. Αλλά μετά ήρθε το internet. Και το Facebook. Και ο Kosinski, ένας πολωνός μεταπτυχιακός φοιτητής του Cambridge.

Ο Michal Kosinski ήταν φοιτητής στην Βαρσοβία όταν έγινε αποδεκτός, το 2008, από το Cambridge για να κάνει το διδακτορικό του στο Κέντρο Ψυχομετρίας, ένα από τα παλιότερα ιδρύματα αυτού του είδους παγκοσμίως. Ο Kosinski ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον συμφοιτητή του David Stillwell (ο οποίος είναι τώρα λέκτορας στην Judge Business School του Cambridge) στο φτιάξιμο μιας μικρής εφαρμογής στο Facebook· ο  Stillwell είχε ήδη έναν περίπου χρόνο που δούλευε πάνω στην εφαρμογή, από τότε ακόμη που το Facebook δεν ήταν το μεγαθήριο της εποχής μας. Η εφαρμογή τους με το όνομα MyPersonality καλούσε τους χρήστες να συμπληρώσουν διάφορα ψυχομετρικά ερωτηματολόγια που περιελάμβαναν μια πληθώρα ψυχολογικών ερωτήσεων από το big - five - ερωτηματολόγιο («Πανικοβάλλεσαι εύκολα;», «Αντιπαρατίθεσαι με άλλους;»…) Με βάση την αξιολόγηση, οι χρήστες λάμβαναν ένα «προφίλ προσωπικότητας» - τις τιμές με βάση το μοντέλο Big Five· επίσης καλούνταν να δώσουν την συναίνεσή τους προκειμένου οι ερευνητές να αποκτήσουν πρόσβαση στο προφίλ τους στο Facebook.

Ο Kosinski περίμενε ότι η ανταπόκριση θα περιοριζόταν σε λίγες δεκάδες γνωστούς από την σχολή που θα συμπλήρωναν το ερωτηματολόγιο, αλλά πριν περάσει πολύ καιρός, εκατοντάδες, χιλιάδες και μετά εκατομμύρια ανθρώπων άρχισαν να αποκαλύπτουν τις πιο μύχιες πεποιθήσεις τους. Ξαφνικά, οι δύο υποψήφιοι διδάκτορες βρέθηκαν να κατέχουν το μεγαλύτερο σετ δεδομένων που είχε ποτέ συλλεχτεί και το οποίο συνδύαζε ψυχομετρικά αποτελέσματα και προφίλ του Facebook.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Harry Tuttle

κορυφή