Sarajevo
 
   

should I stay or should I go?
come on and let me know!

Αυτή η κοινωνία είναι σε θέση να παράγει μαζικά πολλές ειδικότητες, στην αυτοδίδακτη εκδοχή τους μεν, αλλά με σιγουριά πολλών τόνων. Κατά καιρούς παράγει μαζικά σεισμολόγους, ποινικολόγους, προπονητές (ποδοσφαίρου κατά προτίμηση), και κάθε έλληνας ξέρει. Το τελευταίο είδος είναι η μαζική παραγωγή οικονομολόγων. Μαζί με τη νοσταλγία του “εθνικού νομίσματος” και την απαρίθμιση των ακαταμάχητων πλεονεκτημάτων του. Που συνοψίζονται στα εξής: α) θα ξεφορτωθούμε τους “ξένους” (ευρωπαίους), που “μας έχουν κάτσει στο σβέρκο χωρίς να μας ρωτήσουν”... β) “θα φυτεύουμε μαρούλια και ντομάτες” για να περνάμε μια χαρά.... γ) “καλύτερα φτωχοί και ελεύθεροι παρά φτωχοί και σκλάβοι”... δ) “θα ξαναφτιάξουμε την βιομηχανία μας που μας την κατέστρεψαν οι ευρωπαίοι”...
Είναι αμφίβολο το κατα πόσον πληθυσμοί που επιδεικνύουν τόση και τέτοια αναίδεια και ακρισία απέναντι ακόμα και στο ίδιο τους το (πρόσφατο) παρελθόν αξίζουν κάτι περισσότερο απ’ το να αυτοκαταστρέφονται. Απ’ την άλλη είναι απόλυτα εξακριβωμένο ότι ακριβώς οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες γενιές, κατά μόνας και σαν “πλήθος”, “κοινή γνώμη” κλπ, την τελευταία δωδεκαετία ήταν κατηγορηματικοί και απόλυτα σίγουροι διαδοχικά για τα εξής: α) ότι με το χρηματιστήριο θα γίνουν πλούσιοι... β) ότι το ευρώ είναι “γαμώ”... γ) ότι η εθνική ποδοσφαιρική ομάδα τους είναι “γαμώ”... δ) ότι οι ολυμπιακοί αγώνες είναι “γαμώ”... ε) ότι “στην ελλάδα δεν υπάρχει κρίση ούτε θα υπάρξει γιατί εδώ, ευτυχώς, δεν έχουμε βιομηχανία”... Μετά από τόσες και τέτοιες απανωτές επιβεβαιώσεις της λαϊκής σοφίας γιατί να μην γίνονται τώρα, όλο και περισσότεροι όλο και κατηγορηματικότεροι, ότι η “νέα δραχμή” θα είναι σκέτη “γλυκειά απελευθέρωση” - από τον ζυγό των γότθων;
Είναι επίσης απόλυτα σίγουρο ότι οι έλληνες δεν ξέρουν ούτε τι είναι το χρήμα ούτε τι είναι το νόμισμα - πως “λειτουργούν” δηλαδή. Αν ήξεραν δεν θα είχαν (τους καλούς καιρούς) ούτε κάρτες ούτε δάνεια... Όχι μόνο δεν ξέρουν (πράγμα όχι για θάνατο από μόνο του) αλλά, κυρίως, δεν ενδιαφέρονται να κοπιάσουν όσο χρειάζεται για να μάθουν οτιδήποτε. Και, επιπλέον, δεν θυμούνται - για την ακρίβεια προτιμούν να ξεχνάνε. Ατομικά και συλλογικά. Αν και δεν είναι αυτό το θέμα μας, θα αναδημοσιεύσουμε λίγες παραγράφους από καθεστωτικό, καθεστωτικότατο life style έντυπο. Παρακαλούμε διαβάστε το απ’ την σκοπιά της τρέχουσας συλλογικής “μνήμης - αυτογνωσίας”:

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα στην Πάρο, τη δεκαετία του ’90, έπινα καφέ με φίλους, διαβάζοντας το περιοδικό «ΚΛΙΚ». Ήταν το τεύχος «Ελλάδα και  Έλληνες», με τον χαριτωμένο υπέρτιτλο «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη». Το περιοδικό σατίριζε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, ενώ αποθέωνε την ικανότητα των Ελλήνων να λουφάρουν και να καλοπερνούν. Εκ των υστέρων μπορεί να πει κανείς ότι λέγοντας, γράφοντας και προπαντός πιστεύοντας τέτοιες κουταμάρες, βρεθήκαμε στα σημερινά μας χάλια. Όμως τότε, στην παραλία με τους φίλους, ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια, ειδικά με τα αστεία που αφορούσαν στους Γερμανούς.
Μονάχα ένα σημείο με είχε σοκάρει: Συγκρίνοντας τους σύγχρονους με τους αρχαίους Έλληνες, το περιοδικό ισχυριζόταν ότι, όπως εκείνοι είχαν τότε τους είλωτες, εμείς σήμερα διαθέτουμε τους Αλβανούς. Δεν ήταν τόσο το απαράδεκτο σχόλιο, όσο το ότι διατυπωνόταν με ιταμή μαγκιά σε ένα έντυπο που ευαγγελιζόταν τον κοσμοπολιτισμό και την καλή ζωή.
Έχοντας ξεφύγει από το ταπεινό, πρόσφατο παρελθόν μας, οι  Έλληνες, μαζί με το ΙΧ, το βίντεο και την παρμεζάνα, νιώθαμε την ανάγκη να μειώσουμε τους «φτωχούς συγγενείς» μας για να φανούμε σπουδαίοι. Δεν ήταν θέμα μίσους, αλλά χαβαλέ: Ένας «λάιφσταϊλ ρατσισμός» γινόταν της μόδας. Έκτοτε εντόπιζα αρκετά συχνά προκλητικές, για ευρωπαϊκή χώρα, φυλετικές αναφορές, σε περιοδικά, ακόμα και σε εφημερίδες:  Ήταν η εποχή που ο Θέμος Αναστασιάδης έκανε σουξέ με ρατσιστικά ανέκδοτα, μέσα από τη στήλη «Μαύρη τρύπα», στην τελευταία σελίδα της Ελευθεροτυπίας.
Τα έντυπα εξέφραζαν βέβαια τη νοοτροπία του συρμού: Ο νέος  Έλληνας ήταν κοσμική φίρμα και όχι «Αλβανός τουρίστας», αφεντικό και όχι «Φιλιππινέζα των άλλων» – και βέβαια νταβραντισμένος επιβήτορας που ανέμενε «Προσεχώς Βουλγάρες» σε κάθε γωνιά της πατρίδας.
Τα περιοδικά ανέλαβαν όμως και μια «ευγονική» μέριμνα για τη μετάλλαξη του μελαψού Ρωμιού σε ψηλό, ανοιχτόχρωμο καμάρι του photoshop: Χαρακτηριστικά, η καινούργια φουρνιά των σέξι κοριτσιών ήταν «νέας τεχνολογίας», όπως διατυπώθηκε σε εύστοχο σλόγκαν και υποδείκνυε ξανθές, πρασινομάτες Ελληνίδες, χωρίς «περιφέρεια» και… μουστάκι. Το πρότυπο αυτό επικρατούσε και στην εποχή της Αλίκης ή της Λάσκαρη, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ορθά, όμως πλέον και οι άνδρες στα περιοδικά έπρεπε να έχουν δυτικά χαρακτηριστικά: Να φωτογραφίζονται σαν Καλιφορνέζοι σέρφερ το καλοκαίρι και σαν ραντσέρηδες του Κολοράντο το χειμώνα… Με το σκύλο, το τζιπ και την καρό κουβέρτα του πικ νικ απλωμένη πάνω στις ξερές πευκοβελόνες.
Ναι, η Ελλάδα δεν ήταν πλέον ψωροκώσταινα. Η Ελλάδα ήταν «μόδα». Μετά τις πρώτες επιτυχίες της Πατουλίδου στους Ολυμπιακούς ή των Antique στη Γιουροβίζιον, η γαλανόλευκη πούλαγε ξανά. Το μπουφανάκι «παφ και τάληρο» του «Λαλάκη του εισαγόμενου» είχε δώσει τη θέση του στα - φιλανθρωπικά - πουλόβερ με την ελληνική σημαία και την υπογραφή της Μαρί Σαντάλ.
Καθώς δεν διαθέταμε τις «βιομηχανίες ονείρων» της μόδας και του σινεμά στην πατρίδα μας, η προσοχή στράφηκε στη μουσική και στα σπορ, δύο χώρους με εμπορικό ενδιαφέρον, διεθνείς επιδόσεις και δυνατότητα δημιουργίας αστεριών. Οι τραγουδίστριες των τσιφτετελιών μεταμορφώθηκαν σε «Μαντόνες» bonnes pour l’ orient, ενώ οι Ολυμπιονίκες μας απαθανατίστηκαν με μια αχλύ αιώνιας μεγαλοπρέπειας να τους περιβάλλει, αντάξιας της Λένι Ρίφενσταλ. Το κοινό ενθουσιάστηκε και, μέσω των νέων του ειδώλων, πίστεψε ότι πράγματι μια ξεχωριστή μοίρα, έξω από τα μίζερα βαλκανικά όρια, επιφυλασσόταν για το έθνος. Άλλωστε τα συνεχόμενα ανδραγαθήματά μας σε διαδοχικές Ολυμπιάδες και διαγωνισμούς τραγουδιού αποδίδονταν στην πατριωτική ομοψυχία μας, στην πολιτιστική μας μοναδικότητα και - για κάποιους ανόητους - στη φυλετική μας ανωτερότητα.

Αν, τελικά, κάτι μπορεί να εκφράσει επιγραμματικά την τωρινή δραματική φάση του “μέσου έλληνα”, δεν είναι το “απ’ το ευρώ στη δραχμή” αλλά το “απ’ την αστακομακαρονάδα στη φασολάδα”. Προς δόξα, πάντως, όλων εκείνων που είδαν έγκαιρα (όχι σαν εμάς τα στραβάδια!) ότι τα νομισματικά προβλήματα του καπιταλισμού είναι (μπορεί και πρέπει να είναι) το κατεξοχήν πεδίο ανάκτησης της “συλλογικής / λαϊκής αυτοσυνείδησης”, μεγαλώνει ο όγκος εκείνων των υπηκόων που ανακαλύπτουν, χάρη σε κάποια θεία φώτιση, πως ξέρουν πια πολύ καλά “πόσο κακό έκανε στην πατρίδα η ένταξη στην ε.ο.κ.”, “πόσο κακό έκανε στις τσέπες μας το παλιοευρώ”... Και, επειδή υπάρχουν συνάφειες και “κυκλοφορία” των πεποιθήσεων, ξέρουν πια πολύ καλά “πόσο καταστροφικός υπήρξε κάθε ‘ευρωπαϊσμός’” και “πόσο χάσαμε την ψυχή μας σαν έλληνες”...  (Εν τω μεταξύ τα ευρώ κρύβονται όλο και πιο βαθιά, αφού άλλωστε ο μαυραγοριτισμός έχει μακριά παράδοση κι αυτός στα μέρη μας).
Υπάρχει πάντως ένα είδος εθνικής (πολιτικοϊδεολογικής) πρόνοιας σε σχέση με τις “μεγάλες αποφάσεις”. Αν καταλήξουν σε θρίαμβο, τότε ο λαός έχει το μερίδιο της ευθύνης του σ’ αυτόν, κι άρα πανηγυρίζει με όλο του το δίκιο. Αν καταλήξουν σε καταστροφή, τότε φταίει κάποιος άλλος. [...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Sarajevo.
Σημεία διακίνησης και ταχυδρομικές αποστολές.

 
       

Sarajevo 2012