sarajevo

η χρεωκοπία των δημόσιων υπηρεσιών υγείας

η χρεωκοπία των δημόσιων υπηρεσιών υγείας

Σχεδόν 6 χρόνια διαχείρισης της κρίσης α λα ελληνικά. Και το (δημόσιο) σύστημα υγείας εξακολουθεί να είναι προβληματικό, ειδικά στα χαμηλότερα επίπεδα παροχής υπηρεσιών, εκεί δηλαδή που στις πόρτες του σκάει μεγάλο μέρος των πληβείων, για σχετικά απλά ζητήματα. Η γενική ιδέα είναι ότι (μέσα στα υπόλοιπα) η “τρόικα” και τα “μνημόνια” κατέστρεψαν και το δημόσιο σύστημα υγείας. Άλλοι θα προσθέσουν ότι αυτά είναι τα δεινά του νεοφιλελευθερισμού.
Η αλήθεια είναι διαφορετική. Ενώ κανένα απ’ τα κράτη της ε.ε. δεν διατείνεται ότι είναι “σοσιαλιστικό”, κι ενώ ο νεοφιλελευθερισμός (ο ορντοφιλελευθερισμός πιο σωστά) είναι, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, η κυρίαρχη οικονομική “αλήθεια”, τα δημόσια συστήματα υγείας στας ευρώπας δεν έχουν καμία σχέση με το ελληνικό. Παραμένουν πολύ καλύτερα.
Το ελληνικό δημόσιο σύστημα υγείας (συμπεριλαμβανόμενων των κλάδων υγείας των ασφαλιστικών ταμείων) ήταν εξαιρετικά προβληματικό πολύ πριν το 2010. Η προσθήκη της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης (η οικονομίστικη προσέγγιση του θέματος) επιδείνωσε μια ήδη εξαιρετικά κακή κατάσταση.
Η μία πραγματικότητα είναι ότι το ελληνικό δημόσιο σύστημα υγείας ήταν ήδη έντονα ιδιωτικοποιημένο. Μπορεί το “φακελάκι” να θεωρούνταν (και να θεωρείται) παράνομο, όταν όμως είναι σχετικά γενικευμένη πρακτική δεν μπορεί να θεωρηθεί τίποτα περισσότερο από μια υπόγεια μεν αλλά καθαρή μορφή ιδιωτικοποίησης: πληρώνεις για να κάνεις τη δουλειά σου... Η δεύτερα πραγματικότητα είναι ότι έχει καταφαγωθεί (λεηλατηθεί θα έπρεπε να πούμε) απ’ την γενική αρχή “λειτουργίας” της ελληνικής κοινωνίας / κράτους. Τον πολιτικό προσοδισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν, και δεν θα μπορούσε να είναι, η “λύση” για κανένα απ’ αυτές τις δύο μορφές θεσμικής νοσηρότητας. Που είχαν κάνει, όμως, τέτοια ζημιά ώστε ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει αυτό το σύστημα υγείας ήταν να τρώει λεφτά, τόσο απ’ τον δημόσιο προϋπολογισμό όσο και απ’ τους ιδιώτες.

Στις 14 Δεκέμβρη του 2011, πριν 5 χρόνια, τα μητροπολιτικά συμβούλια αυτόνομων παρουσίασαν δημόσια τα συμπεράσματα μιας έρευνας / ανάλυσης που είχαν κάνει τους προηγούμενους μήνες, με τίτλο η χρεωκοπία των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και ο ρόλος των γιατρών σ’ αυτήν. Γιατί τα μητροπολιτικά συμβούλια ασχολήθηκαν με το θέμα αν και δεν υπήρχε ούτε μισός γιατρός στις γραμμές τους; Επειδή είχαμε τη συνείδηση ότι αν δεν αναγνωρίσει κανείς τα προβλήματα δεν μπορεί να σκεφτεί ενδεχόμενες λύσεις· σίγουρα όχι από εργατική σκοπιά. Φυσικά η διαπίστωση των προβλημάτων είναι λιγότερο απ’ την μισή δουλειά. Τα μητροπολιτικά συμβούλια δεν ήταν σε θέση, και το ήξεραν, να δημιουργήσουν κάποιον συλλογικό αντι-θεσμό που να αναλάβει την έρευνα για τις απαντήσεις, υπέρ ενός σύγχρονου δημόσιου συστήματος υγείας, με βάση τα εργατικά συμφέροντα. Άρα απαντήσεων συγκρουσιακών. Τα χέρια τους έφταναν ως εκεί: στη χαρτογράφηση των αιτίων της χρεωκοπίας.
Μήπως θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν άλλοι απ’ την τάξη μας, το πιθανότερο αρμοδιότεροι (λόγω γνώσεων ή/και θέσης στον καταμερισμό εργασίας) για να κάνουν και το ένα και το άλλο· και τον εντοπισμό των ουσιαστικών αιτίων της “κρίσης στην υγεία” και την διαμόρφωση των λύσεων, ειδικά μετά το 2010, όταν το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο; Θεωρητικά ναι. Αλλά θα έπρεπε να ξεφορτωθούν μια για πάντα την σοφία “δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, για όλα φταίει η τρόικα”. Δύσκολο, πολύ δύσκολο για τον πολιτικό προσοδισμό που έχει ποτίσει μυαλά και συνειδήσεις σε βαθμό διάλυσης σχεδόν οποιασδήποτε έντιμης κριτικής (συλλογικής) δυνατότητας.
Αναδημοσιεύουμε λοιπόν μερικά αποσπάσματα από εκείνη την δουλειά. Περισσότερο απ’ όλα σαν υπενθύμιση ότι τα βαρίδια του ντόπιου κοινωνικού βουλιάγματος δεν “ήρθαν απ’ έξω”. Ήταν και είναι αποδώ, made in creece.

Η έμπνευση του ΕΣΥ

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί “δημόσια παροχή υπηρεσιών υγείας” στην ελλάδα, δεν ήταν καν και κάτι σα σύστημα, με στοιχειώδη ορθολογισμό. Ήταν ένα σύνολο αποτυχημένων κρατικών προσπαθειών και πετυχημένων ιδιωτικών καριερών, ανακατεμένων με τις παροχές των ασφαλιστικών ταμείων (κυρίως του ΙΚΑ, αλλά όχι μόνον αυτού) που γεφύρωναν βολικά την κρατική μέριμνα και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 υπήρχαν 380 διαφορετικοί ασφαλιστικοί οργανισμοί, απ’ τους οποίους οι 100 (που κάλυπταν την μεγάλη πλειονότητα των ασφαλισμένων) είχαν κλάδο υγείας. Που σημαίνει μάζευαν κρατήσεις και πλήρωναν (όπως και όσο) για υπηρεσίες υγείας του ιδιωτικού τομέα. Το 42% των κρεβατιών σε νοσοκομεία και κλινικές ήταν στα χέρια ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και πρακτικά, τα πολυϊατρεία του ΙΚΑ (και τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων) ήταν σταθμοί διανομής πελατών σε ιδιωτικά ιατρεία και κλινικές.

Λέγεται ότι οι υποσχέσεις του τότε πα.σο.κ. για ένα πραγματικό δημόσιο σύστημα υγείας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον εκλογικό του θρίαμβο το 1981. Οπωσδήποτε η δημοσιοποίηση του σχετικού νόμου (1397) το 1983 έδειχνε ότι οι σοσιαλιστές - στην - εξουσία είχαν πάρει το θέμα στα σοβαρά. Ο νόμος για το ΕΣΥ επιχειρούσε μια συνολική και αρκετά γενναία μεταρρύθμιση στο σύνολο του πράγματος, εγκαινιάζοντας για πρώτη φορά απ’ την δημιουργία του ελληνικού κράτους αυτό που κάθε άλλο καπιταλιστικό κράτος είχε καθιερώσει ήδη από δεκαετίες. Ένα ενιαίο και δημόσιο σύστημα υγείας, με ενιαία λογική, για όλη την επικράτεια.
Οι πιο σημαντικές αλλαγές που επέφερε (ή σκόπευε να φέρει) η δημιουργία του ΕΣΥ ήταν οι εξής:
1. Πρωτοβάθμια περίθαλψη
Το πιο σημαντικό είναι ότι ο νόμος για το ΕΣΥ καθιέρωνε την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Διέκρινε, δηλαδή, την περίθαλψη με δαπάνες του δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων σε εξωνοσοκομειακή (πρωτοβάθμια) που παρέχεται από τα κέντρα υγείας, τα περιφερειακά ιατρεία και τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων και σε νοσοκομειακή (δευτεροβάθμια) που παρέχεται από τα νοσοκομεία.
Τον κύριο λόγο για την πρωτοβάθμια περίθαλψη θα έπαιζαν τα θρυλικά κέντρα υγείας, επαρχιακά και αστικά, που θα συστήνονταν σαν αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού, και τα περιφεριακά ιατρεία που θα αποτελούσαν αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας. Με την ίδρυση των κέντρων υγείας θα έπρεπε να καταργηθεί οποιαδήποτε άλλη μορφή παροχής πρωτοβάθμιας περίθαλψης που είχε ιδρυθεί από το δημόσιο, την τοπική αυτοδιοίκηση ή τους ασφαλιστικούς φορείς.
2. Δημόσια νοσοκομεία
Απαγορεύτηκε η ίδρυση νοσοκομείων με οποιαδήποτε άλλη μορφή εκτός από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, και η χρησιμοποίηση του ονόματος “νοσοκομείο” ή οτιδήποτε παρεμφερούς, από ιδιωτικές κλινικές. Επιπλέον απαγορεύτηκε η ίδρυση, επέκταση σε δύναμη κρεβατιών και η μετατροπή ιδιωτικών κλινικών κατά αντικείμενο ή νομική μορφή της επιχείρησης. Δεδομένης της μέχρι τότε επέκτασης των ιδιωτικών κλινικών, επρόκειτο για μια πολύ σημαντική αλλαγή, ακόμα κι αν εξαιρέθηκαν από τη ρύθμιση τα πανεπιστημιακά και τα στρατιωτικά νοσοκομεία.
3. Γιατροί
Με το νόμο του 1983 οι θέσεις του ιατρικού προσωπικού των νοσοκομείων ορίστηκαν ως θέσεις γιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Αυτό σήμαινε ότι οι γιατροί θα ήταν μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, και ότι απαγορευόταν να ασκούν την ιατρική σαν ελεύθερο επάγγελμα, ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, και να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική θέση.
Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του προσωπικού των νοσοκομείων θα καθορίζονταν από ενιαίο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας. Υποτίθεται ότι σε κάθε νοσοκομείο θα υπήρχαν επιτροπές αξιολόγησης που θα έκριναν όλους τους γιατρούς που υπηρετούσαν στα νοσοκομεία και στα κέντρα υγείας.
Ο ίδιος νόμος καθόριζε τους μισθούς των γιατρών, το πενθήμερο και οκτάωρο, καθώς και την υποχρέωσή τους σε εφημερίες.
Εννοείται ότι με βάση τα παραπάνω ορίστηκαν σαν πειθαρχικά αδικήματα η άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, η λήψη αμοιβής, η δωροληψία, κλπ.
Υποτίθεται, τέλος, ότι με το νόμο για το ΕΣΥ τα έσοδα του κλάδου υγείας των ασφαλιστικών οργανισμών και ταμείων θα μεταφέρονταν στον προϋπολογισμό του υπουργείου υγείας. Η κατάργηση των ιατρείων και πολυϊατρείων των ασφαλιστικών ταμείων (όπως του ΙΚΑ για παράδειγμα) θα γινόταν σταδιακά, παράλληλα με την ολοκλήρωση της υποδομής του ΕΣΥ, και αυτη η κατάργηση θα οδηγούσε και στην ένταξη των γιατρών του ΙΚΑ στο ΕΣΥ: σαν πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης... (Μόνο που είχαν μάθει αλλιώς, και το “αλλιώς” το προτιμούσαν.)

η χρεωκοπία των δημόσιων υπηρεσιών υγείας

Η εφαρμογή του νόμου

Κανένας δεν ήταν (στα λόγια) ενάντια σ’ αυτό το σχέδιο. Αλλά στην πράξη; Σύμφωνα με την ρητορική των τότε σοσιαλιστών ήταν αναμενόμενο ότι ένας τέτοιος νόμος θα συναντούσε τις αντιδράσεις των “μονοπωλίων, όλων εκείνων των συμφερόντων που ξεκινούν από το φάρμακο, τους λεγόμενους μεγαλογιατρούς, τις μεγάλες ιδιωτικές κλινικές, τον ιδιωτικό τομέα γενικά, που κυριαρχούσε στην ελλάδα σαν μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο, γιατί μόνο στην ελλάδα υπήρχε το φαινόμενο ο ιδιωτικός και ο κρατικός τομέας να μοιράζονται επί ίσοις όροις τα κρεβάτια των νοσοκομείων”.
Αυτή ήταν η σοσιαλιστική ορολογία που χρησιμοποίησε ο τότε υπουργός υγείας Γιώργος Γεννηματάς, παρουσιάζοντας μέτωπα του πολέμου υπέρ και κατά του ΕΣΥ σαν μια αναμέτρηση ανάμεσα στους πολλούς και μια χούφτα πάμπλουτων. Όμως ακόμα κι αυτός, σε έναν πρώτο απολογισμό το 1985, θα παραδεχτεί ότι το πρόβλημα δεν ήταν τα μεγάλα συμφέροντα... Ήταν η στάση των γιατρών και των υπόλοιπων “λειτουργών” της υγείας.

Πριν το ΕΣΥ, οι νέοι γιατροί έβλεπαν τις μακρόχρονες σπουδές τους σαν ένα τούνελ στην άκρη του οποίου θα υπήρχε η επαγγελματική αυτοδυναμία και μια μεγάλη ανταμοιβή, ίσως και το όνειρο του μεγαλογιατρού. Το όνειρο αυτό είχε αρχίσει να δυσκολεύει στην αρχή της δεκαετίας του ‘80, και θα δυσκόλευε περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Γιατί στους γιατρούς που έβγαιναν από τα πανεπιστήμια (και ήταν αρκετοί λόγω της μαζικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερη τα επόμενα χρόνια) ερχόνταν να προστεθούν οι συνομήλικοί τους που είχαν σπουδάσει στην ιταλία, στο Βελιγράδι, στη ρουμανία, στην πολωνία.
... Όμως η μέση μικροαστική η μεσοαστική οικογένεια δεν σπούδαζε τα παιδιά της γιατρούς στη δεκαετία του ‘80 για να γίνουν μεσαίοι δημόσιοι υπάλληλοι, με σταθερό μισθό κι αυτό είναι όλο! Και το ΕΣΥ, απ’ τη σύλληψή του την ίδια, δεν ήταν το ασανσέρ για την μεγάλη καριέρα· όχι, τουλάχιστον, με κριτήρια πορτοφολιού. Αυτός είναι ίσως ο λόγος που το 1988 υπήρχαν ακόμα 6.600 κενές θέσεις γιατρών στα νοσοκομεία του ΕΣΥ. Τη στιγμή μάλιστα που η ελλάδα κατείχε τον χαμηλότερο δείκτη νοσοκομειακών κλινών έναντι των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (στη δυτική γερμανία αντιστοιχούσαν 11,6 νοσοκομειακές κλίνες ανά 1.000 κατοίκους και στην ιταλία 10,4, ενώ στην ελλάδα μόνο 5,3 κλίνες).

Σχεδόν πέντε χρόνια μετά την καθιέρωση του ΕΣΥ, το 1988, ελάχιστα από αυτά που είχαν προβλεφθεί είχαν γίνει πραγματικότητα. Δεν ήταν μόνο οι ελλείψεις στις υποδομές, που ως ένα βαθμό ήταν λογικές (από τα περίπου 200 κέντρα υγείας που είχαν εξαγγελθεί, είχαν φτιαχτεί μόνο 112, κυρίως τα επαρχιακά, που δεν είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις υγείας). Τα 150 περίπου νοσοκομεία που συμπεριελήφθησαν στο ΕΣΥ εξακολουθούσαν να έχουν διαφορετικό νομικό καθεστώς, διαφορετική δομή και διαφορετικούς εσωτερικούς κανονισμούς.
Αν αυτά αφορούσαν την κεντρική οργάνωση, υπήρχαν και προβλήματα που αφορούσαν τη βάση. Τα ρεπορτάζ της εποχής μιλάνε για “μαθητευόμενους μάγους του σοσιαλισμού”, και για “λαϊκιστές” που έκαναν το ΕΣΥ ιατροκεντρικό και μετέβαλαν το πρόβλημα της υγείας σε συνδικαλιστικό πρόβλημα. Όπως ομολογούσε το 1988 ένας συνδικαλιστής του πα.σο.κ. “τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του ΕΣΥ μας απασχολούσε περισσότερο πόσοι γιατροί και με πόσα λεφτά θα έμπαιναν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, παρά ποιες δομές έπρεπε να στηθούν για να περπατήσει το ΕΣΥ”.
Μ’ άλλα λόγια οι γιατροί που έμπαιναν στο ΕΣΥ προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να κερδίσουν, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, όσα είχαν ονειρευτεί ότι θα αποκόμιζαν μέσα απ’ την προηγούμενη κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αυτό μπορεί να γινόταν ακόμα και με ταπεινούς τρόπους. Για παράδειγμα αναφέρεται ότι σε σύνολο 2.000 εργαζόμενων στον Ευαγγελισμό (και στις 3 βάρδιες) σιτίζονταν στο εστιατόριο του νοσοκομείου καθημερινά γύρω στα 5 χιλιάδες άτομα· και ο Ευαγγελισμός είχε μετατραπεί σ’ ένα εστιατόριο για φίλους και γνωστούς.
Κάπως έτσι εξηγείται το γιατί ενώ οι δαπάνες των νοσοκομείων αυξήθηκαν εντυπωσιακά, δεν υπήρξε παράλληλη άνοδος του επιπέδου της προσφερόμενης περίθαλψης. Το 70% των γιατρών νοσοκομείων του ΕΣΥ, σε συνεννόηση με τους διευθυντές, έπαιρνε πλαστές υπερωρίες, για να μεγαλώσει τους μισθούς του που θεωρούσε μικρούς. Αυτός ήταν ο πιο χαρακτηριστικό τρόπος “τεχνητής αύξησης των αποδοχών των γιατρών”, αλλά υπήρχαν και άλλοι, όπως το παραδοσιακό φακελάκι, για το οποίο λεγόταν ότι στα τέλη της δεκετίας του ‘80 είχε φτάσει σε επίπεδα ανώτερα και απ’ αυτά του 1974.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Sarajevo.
Σημεία διακίνησης και ταχυδρομικές αποστολές.

κορυφή