Cyborg
Cyborg #10 - 10/2017

#10 - 10/2017

Terminator και Blade Runner: κατασκευάζοντας cyborgs κι ανθρώπους [*Το Making Cyborgs, Making Humans - Of terminators and blade runners του Forest Pyle είναι κεφάλαιο του βιβλίου The Cybercultures Reader (2000, εκδόσεις Routledge) και στην μετάφρασή του το συμπεριλάβαμε ολόκληρο, εκτός μίας ενότητας της εισαγωγής που αναφέρεται στο θεωρητικό υπόβαθρο της αποδόμησης που επιχειρεί ο συγγραφέας στα περιεχόμενα των ταινιών.
Ο συγγραφέας είναι σαφέστατα επηρεασμένος από την Donna Haraway και το A Cyborg Manifesto (διαβάστε για το manifesto στο 2ο τεύχος του cyborg), άλλωστε το δηλώνει και ο ίδιος στις υποσημειώσεις του. Η επίδραση του manifesto είναι διάχυτη στο κείμενο, κυρίως στα σημεία που αφορούν στην κατάρρευση του ορίου μεταξύ ανθρώπου και cyborg, στην αδυναμία να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την έννοια του «ανθρώπου» ιδίως σε αντιδιαστολή με το cyborg και στην αδυναμία να υποστηρίξουμε με σαφήνεια την αντίθεση ανθρώπου-cyborg σε κρίσιμες στιγμές. Υπάρχει όμως μια θεμελιακή διαφορά μεταξύ των προσεγγίσεων της Haraway και του Pyle. Για την πρώτη, η ασάφεια στον προσδιορισμό της αντιθέσεων καταλήγει σε μια ελεγεία του cyborg· για τον δεύτερο, αυτή η ασάφεια και απροσδιοριστία του «ανθρώπινου» και του υβριδικού αντιγράφου του, αποτελούν στοιχεία ενός σκοτεινού κόσμου όπου οι τεχνολογικοί διθύραμβοι θα ακούγονταν τουλάχιστον σαν κάτι γκροτέσκο…
]

Ο κινηματογράφος έχει την ικανότητα ν’ αφήνει μόνιμα χαραγμένες στις αναμνήσεις μας τις εικόνες συγκεκριμένων προσώπων και σωμάτων. Ακριβώς όπως κάποιος που τα έχει δει, είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχάσει τα πρόσωπα της Maria Falconetti στο Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ ή του Charles Bronson στο Κάποτε στη Δύση, το ίδιο αδύνατο είναι να ξεχάσει κανείς το επιβλητικό σώμα του Σβαρτσενέγκερ καθώς κινείται ασταμάτητα στην οθόνη του Terminator. Ίσως καμιά άλλη πλευρά του σινεμά δεν είναι τόσο ισχυρή - ή δυνητικά ενοχλητική - όσο η δυνατότητα να φέρνει αντιμέτωπους τους θεατές με τέτοια κινούμενα πρόσωπα και σώματα, εικόνες υποβλητικές που προβάλλονται εν κινήσει και σε διάρκεια χρόνου. Φυσικά, η κινηματογραφική προσοχή στην επίδραση που ασκούν τα σώματα σε κίνηση διατρέχει όλα τα είδη ταινιών, από τις περιπέτειες μέχρι τα κλασσικά γουέστερν και μέχρι τη σκληρή πορνογραφία. Αλλά κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει όταν τα σώματα σε κίνηση αποκαλύπτονται να είναι «cyborgs». Τέτοια είναι η περίπτωση ενός υπο-είδους των ταινιών επιστημονικής φαντασίας, που έχουν κερδίσει αξιοσημείωτη αποδοχή από τους κριτικούς και το κοινό, ταινίες με ένα σαφή δυστοπικό τόνο και περιεχόμενο, που έχουν κάνει το cyborg - αυτό το υβρίδιο ανθρώπου και μηχανής - το θεματικό και τυπικό επίκεντρό τους. Αυτό που βρίσκουμε σε ταινίες όπως το Blade Runner (1982) και σε σειρές όπως το Terminator (1984, 1991) είναι ακαθόριστες και ανησυχητικές εικασίες σχετικά με τα σύνορα που διαχωρίζουν το ανθρώπινο από το μη ανθρώπινο.
Οι συγκρούσεις - και οι συνωμοσίες - μεταξύ ανθρώπων και μη ανθρώπων δεν έλκουν φυσικά την καταγωγή τους από αυτές τις ταινίες: η αντίθεση μεταξύ ανθρώπου και cyborg δεν είναι παρά η μοντέρνα και πιο μηχανική μετάλλαξη ενός μοτίβου που εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι τον Φρανκενστάιν. Παρόλα αυτά, οι ταινίες αυτές ξαναδουλεύουν με κρίσιμο τρόπο την αντίθεση που μας έχει κληροδοτήσει ο Ρομαντισμός, εστιάζοντας την προσοχή σε μια βαθιά διαταραχή, ενίοτε συναρπαστική κι ενίοτε αποπροσανατολιστική, που βρίσκεται παρούσα στις απόπειρές μας να διακρίνουμε και να ορίσουμε το ανθρώπινο από το Άλλο. Οι ταινίες Blade Runner και Terminator δεν αναλογίζονται μόνο πάνω στην απειλή που συνιστά  για την ανθρωπότητα η ανεξέλεγκτη τεχνολογική εξέλιξη, αλλά θέτουν ακόμη πιο αιχμηρά ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες που προκύπτουν από τους ορισμούς μας για το ανθρώπινο. Οι ταινίες αυτές δείχνουν ότι όταν κατασκευάζουμε cyborgs - έστω, όταν τα κατασκευάζουμε στον κινηματογράφο - κατασκευάζουμε και, σε κάποιες περιπτώσεις, διαλύουμε τις εννοήσεις που έχουμε για τους εαυτούς μας.
[...]

«Εάν θέλεις να ζήσεις…»

Τίποτε λιγότερο από την ίδια την μοίρα της ανθρώπινης φυλής δεν διακυβεύεται στον Terminator του James Cameron. Η περίφημη κι εφιαλτική εισαγωγική σκηνή της ταινίας απεικονίζει έναν μετα-αποκαλυψιακό κόσμο όπου οι άνθρωποι που έχουν επιβιώσει από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα έχουν εμπλακεί σε έναν ανελέητο πόλεμο για την επιβίωση με τις μηχανές που «έγιναν έξυπνες» κι αναγνωρίζουν όλους τους ανθρώπους σαν απειλή για την ύπαρξή τους. Οι μηχανές στέλνουν ένα πολεμικό cyborg πίσω στο χρόνο με στόχο να «παύσει» την μητέρα του John Connor, μελλοντικού ηγέτη της ανθρώπινης αντίστασης. Οι άνθρωποι ακολουθούν στέλνοντας έναν «μοναχικό πολεμιστή», τον Kyle Reese, για να προστατεύσει την Sarah Connor από τον εξολοθρευτή κι έτσι να εξασφαλίσει την έναρξη της εξέγερσης.
Η αντίθεση μεταξύ πρωταγωνιστή κι ανταγωνιστή εδραιώνεται από την αρχή της ταινίας με την αναπαράσταση της άφιξής τους στο παρόν. Το σώμα και η κίνηση του Σβαρτσενέγκερ είναι ένα σύμπλεγμα συμβόλων - μια ανάγλυφη άρια ανθεκτικότητα - που αντηχεί με άμεσο τρόπο την έννοια του «ανθρώπου - μηχανή». Αυτά τα σύμβολα πάντως συμπληρώνονται εξίσου με λήψεις του τρόπου όρασης του cyborg: το εμφανώς μη ανθρώπινο του εξολοθρευτή πρέπει να επιβεβαιώνεται όχι μόνο βλέποντάς τον (γιατί τέτοια εμφάνιση μπορεί να είναι παραπλανητική), αλλά βλέποντας από μόνοι μας με τον τρόπο που βλέπει αυτός. Με αυτό τον τρόπο σφραγίζεται η διάκριση, γιατί οι λήψεις του τρόπου όρασης αποκαλύπτουν ότι ο εξολοθρευτής δεν «βλέπει» εικόνες, αλλά απλώς μαζεύει πληροφορίες.

Εάν η παντοδυναμία είναι κατοχυρωμένη κινηματογραφικά ως μη ανθρώπινη, τότε τα πιο απλά αρνητικά σημάδια, μια σχετική φυσική αδυναμία, είναι που ταυτοποιούν τον Kyle Reese ως άνθρωπο (για τον οποίο δεν χρειάζονται οι λήψεις του τρόπου που βλέπει προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ανθρώπινη ιδιότητά του). Αυτό το κενό της αναπαράστασης του Reese γεμίζει στην πορεία της ταινίας καθώς η μηχανική υπεροχή του cyborg αντιπαραβάλλεται με την θετική ανθρώπινη ικανότητα του αυτοσχεδιασμού. Ο Reese αναδεικνύεται σταδιακά χάρη στην ικανότητά του να υποτάσσει  ή να παρακάμπτει την τεχνολογία μέσω αυτοσχεδιασμών και μαστορεμάτων, ευέλικτων τρόπων σκέψης και δράσης, οι οποίοι μας λέει η ταινία ανήκουν στο οπλοστάσιο του ανθρώπου. Αυτό που η ταινία Terminator ορίζει ως ουσιαστικά ανθρώπινο είναι η διοχέτευση της κυριάρχησης πάνω στην τεχνολογία σε μια επαναστατική υποκειμενικότητα, ένας ηρωισμός που μπορεί να καταλήξει στην αντίσταση, ακόμη και στην αυτοθυσία.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

μετάφραση: Harry Tuttle

Σημείωση

* - Το Making Cyborgs, Making Humans - Of terminators and blade runners του Forest Pyle είναι κεφάλαιο του βιβλίου The Cybercultures Reader (2000, εκδόσεις Routledge) και στην μετάφρασή του το συμπεριλάβαμε ολόκληρο, εκτός μίας ενότητας της εισαγωγής που αναφέρεται στο θεωρητικό υπόβαθρο της αποδόμησης που επιχειρεί ο συγγραφέας στα περιεχόμενα των ταινιών.
Ο συγγραφέας είναι σαφέστατα επηρεασμένος από την Donna Haraway και το A Cyborg Manifesto (διαβάστε για το manifesto στο 2ο τεύχος του cyborg), άλλωστε το δηλώνει και ο ίδιος στις υποσημειώσεις του. Η επίδραση του manifesto είναι διάχυτη στο κείμενο, κυρίως στα σημεία που αφορούν στην κατάρρευση του ορίου μεταξύ ανθρώπου και cyborg, στην αδυναμία να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την έννοια του «ανθρώπου» ιδίως σε αντιδιαστολή με το cyborg και στην αδυναμία να υποστηρίξουμε με σαφήνεια την αντίθεση ανθρώπου-cyborg σε κρίσιμες στιγμές. Υπάρχει όμως μια θεμελιακή διαφορά μεταξύ των προσεγγίσεων της Haraway και του Pyle. Για την πρώτη, η ασάφεια στον προσδιορισμό της αντιθέσεων καταλήγει σε μια ελεγεία του cyborg· για τον δεύτερο, αυτή η ασάφεια και απροσδιοριστία του «ανθρώπινου» και του υβριδικού αντιγράφου του, αποτελούν στοιχεία ενός σκοτεινού κόσμου όπου οι τεχνολογικοί διθύραμβοι θα ακούγονταν τουλάχιστον σαν κάτι γκροτέσκο…
[ επιστροφή ]

κορυφή