Cyborg
Cyborg #08 - 02/2017

#08 - 02/2017

το τεστ Turing: σημειώσεις για μια γενεαλογία της «νοημοσύνης»

βάζοντας τη συνείδηση στο ανατομικό τραπέζι

Αν κανείς πάρει τοις μετρητοίς τις διακηρύξεις των επιστημόνων (και των χρηματοδοτών τους), η τελευταία terra incognita που καλείται να κατακτήσει το τεχνοεπιστημονικό πνεύμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ίδια τη συνείδηση. Υπάρχει, φυσικά, μια μακρά σειρά συζητήσεων κι αντιπαραθέσεων μέσα στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας γύρω από τη φύση και τη δομή αυτού που εν γένει θα μπορούσε να αποδοθεί με όρους όπως συνείδηση, σκέψη, διάνοια, νόηση, κ.ο.κ. Εκείνο που «τώρα» - δηλαδή τις τελευταίες δεκαετίες - φαίνεται να προκαλεί κύματα αισιοδοξίας ότι έφτασε η ώρα να λυθεί επιτέλους άπαξ δια παντός το ακανθώδες «πρόβλημα» της συνείδησης, είναι ότι πλέον αυτή η τελευταία έχει περάσει στη δικαιοδοσία της επιστήμης, που έχει καταφέρει να αναπτύξει τα κατάλληλα μεθοδολογικά και τεχνολογικά εργαλεία ώστε να μελετήσει τη νόηση «αντικειμενικά».
Ο καθ' ύλην αρμόδιος κλάδος που θα μας διαφωτίσει, λοιπόν, για τέτοια ζητήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα εδώ και χιλιετίες έχει βρει στέγη κάτω από το όνομα «γνωσιακές επιστήμες» (cognitive science), που φυσικά συνοδεύεται από τα αντίστοιχα συνέδρια, περιοδικά, πανεπιστημιακά τμήματα και προγράμματα σπουδών για την εξασφάλιση της απαιτούμενης θεσμικής κατοχύρωσης (και των προνομίων που αυτή συνεπάγεται). Αυστηρά μιλώντας, δεν πρόκειται για ένα ερευνητικό πεδίο που έχει να επιδείξει (τουλάχιστον όχι ακόμα) τον ίδιο βαθμό θεωρητικής συνοχής που έχουν πιο παραδοσιακές επιστήμες, όπως η φυσική. Έστω κι έτσι όμως, μπορεί να εντοπιστεί ένας ευδιάκριτος πυρήνας θεωρητικών δεσμεύσεων που επιτρέπει στους εμπλεκόμενους επιστήμονες έναν βαθμό συνεννόησης και που θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως εξής: υπαγωγή του «προβλήματος της νόησης» - καθώς και όλων των κλάδων που θα μπορούσαν να συμβάλουν: γλωσσολογία, ανθρωπολογία, κ.τ.λ. - στο υπολογιστικό παράδειγμα. Καθόλου αναπάντεχα επομένως, το πρόβλημα μεταφράζεται συχνά σε ένα (υποτίθεται) ισοδύναμό του: είναι δυνατό να κατασκευαστούν μηχανές που να σκέφτονται; Αυτό είναι το θεμελιώδες ερώτημα της λεγόμενης «σκληρής» τεχνητής νοημοσύνης και μια καταφατική απάντηση – κυρίως στο πώς - θα ανοίγε αυτόματα τον δρόμο για την κατανόηση και της ανθρώπινης νοημοσύνης.
Νοημοσύνη, συνείδηση, νόηση, σκέψη: είναι όλοι αυτοί οι όροι που έχουμε χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα ισοδύναμοι κι εναλλάξιμοι; Αναφέρονται στο ίδιο «πράγμα»; Εξαρτάται από την οπτική του καθενός. Για την τεχνητή νοημοσύνη και τις γνωσιακές επιστήμες, [1Εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο «τεχνητή νοημοσύνη» περίπου ως συνώνυμο του όρου «γνωσιακές επιστήμες». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται, ούτε ότι όλοι οι γνωσιακοί επιστήμονες θεωρούν εφικτή τη δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης. Ο λόγος που τους χρησιμοποιούμε σχεδόν ως συνώνυμους είναι ότι βασίζονται σε έναν κοινό πυρήνα παραδοχών, όπως θα φανεί. Επίσης, δεν ασχολούμαστε με εκείνο το είδος τεχνητής νοημοσύνης - μηχανικής μάθησης που προσπαθεί να βρει έξυπνους αλγορίθμους για συγκεκριμένα προβλήματα χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν αυτοί έχουν κάποια σχέση με την ανθρώπινη νοημοσύνη.] οι τυχόν διαφοροποιήσεις φαίνονται μάλλον ασήμαντες, με την πρωτοκαθεδρία να δίνεται κατά κύριο λόγο στη «νοημοσύνη». Από μια ιστορική - γενεαλογική οπτική όμως, η «νοημοσύνη» συνιστά μόλις το τελευταίο και πολύ πρόσφατο προϊόν μιας μακράς διαδικασίας διασταυρώσεων, επιλογών κι αποκλεισμών προηγούμενων εννοιών· μια διαδικασία που μικρή σχέση είχε με κάποια «αθώα» επιστημονική περιέργεια. Τι ιστορικές μνήμες μπορεί να φέρει, λοιπόν, εντός της μια έννοια σαν τη «νοημοσύνη»; Είναι ένα βουβό «πράγμα», ένα αυτονόητο αντικείμενο προς επιστημονική μελέτη ή μήπως μπορεί να «μιλήσει»;

το τεστ Turing

Στο περίφημο άρθρο του «Υπολογιστικές Μηχανές και Νοημοσύνη» (Computing  Machinery and Intelligence), ο Turing αποφεύγει διακριτικά να μπει (και να χαθεί) σε φιλοσοφικο-ιστορικούς λαβυρίνθους γύρω από την έννοια της νοημοσύνης, ξεκινώντας ως εξής:

«Προτείνω να εξετάσουμε το ερώτημα «Μπορούν οι μηχανές να σκέφτονται;». Θα έπρεπε να ξεκινήσουμε ορίζοντας τη σημασία των όρων «μηχανή» και «σκέφτονται».
...
Αντί να επιχειρήσω να δώσω έναν τέτοιου είδους ορισμό, θα αντικαταστήσω αυτό το ερώτημα με ένα άλλο που συνδέεται στενά με το πρώτο κι εκφράζεται με σχετικά μη αμφίσημες λέξεις.
Στη νέα του μορφή το πρόβλημα μπορεί να περιγραφεί με τους όρους ενός παιχνιδιού που θα το ονομάσουμε «παιχνίδι της μίμησης». Παίζεται με τρεις παίκτες: έναν  άνδρα (Α), μια γυναίκα (Β) κι ένα τρίτο πρόσωπο (Γ), τον ανακριτή, ο οποίος υποβάλλει ερωτήσεις και μπορεί να ανήκει είτε στο ένα φύλο είτε στο άλλο. Ο ανακριτής βρίσκεται μόνος του σ' ένα δωμάτιο, απομονωμένος από τους άλλους δύο παίκτες. Ο σκοπός του παιχνιδιού για τον ανακριτή είναι να προσδιορίσει ποιο από τα άλλα δύο πρόσωπα είναι ο άνδρας και ποιο η γυναίκα. Τους γνωρίζει μόνο μέσω των μονογραμμάτων Χ και Ψ και στο τέλος του παιχνιδιού θα πει «Χ είναι ο Α και Ψ είναι η Β» είτε «Χ είναι η Β και Ψ είναι ο Α». Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα να θέτει στον Α και στον Β ερωτήσεις του τύπου:
«Γ: Θα 'θελε παρακαλώ ο Χ να μου πει πόσο μακριά είναι τα μαλλιά του ή της;»
Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι Χ είναι Α, τότε οφείλει να απαντήσει ο Α. Σκοπός του Α στο παιχνίδι είναι να εξαπατήσει τον Γ και να τον οδηγήσει σε λανθασμένη αναγνώριση. Η απάντησή του επομένως θα μπορούσε να είναι:
«Τα μαλλιά μου είναι κομμένα α λα γκαρσόν και οι μακρύτερες τούφες φτάνουν περίπου τα είκοσι εκατοστά.»
Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να βοηθήσει ο τόνος της φωνής τον ανακριτή, οι απαντήσεις πρέπει να είναι γραπτές, ή, ακόμα καλύτερα, δακτυλογραφημένες. Η ιδανική λύση θα ήταν να επικοινωνούν τα δύο δωμάτια μέσω τηλετύπου. ... Σκοπός του παιχνιδιού για τον τρίτο παίκτη (Β) είναι να βοηθάει τον ανακριτή. Πιθανόν η καλύτερη στρατηγική για τον Β, δηλαδή τη γυναίκα, είναι να δίνει ειλικρινείς απαντήσεις. Θα μπορούσε να προσθέσει στις απαντήσεις της φράσεις όπως «Μην τον ακούς, εγώ είμαι η γυναίκα!». Αυτό όμως δεν θα ωφελούσε σε τίποτα, δεδομένου ότι και ο άνδρας θα μπορούσε να κάνει ανάλογες παρατηρήσεις.
Τώρα ας αναρωτηθουμε: «Τι θα συνέβαινε αν σε αυτό το παιχνίδι τη θέση του Α την έπαιρνε μία μηχανή;». Σε αυτή την περίπτωση ο ανακριτής θα έκανε εξίσου συχνά λάθος όπως όταν το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα; Αυτά τα ερωτήματα αντικαθιστούν το αρχικό μας ερώτημα «Μπορούν οι μηχανές να σκέφτονται;» [2Όπως έχει μεταφραστεί στο βιβλίο «Το Εγώ της Νόησης» (επιμ. Douglas Hofstadter και Daniel Dennett), που περιλαμβάνει ένα εκτεταμένο απόσπασμα από το αρχικό άρθρο του Turing.]

Μέσα σε ορισμένους κύκλους συναφείς με αυτόν της τεχνητής νοημοσύνης, υπάρχει, απ' ό,τι φαίνεται, μια παράδοση να «προσομοιώνονται» δραστηριότητες και καταστάσεις ιδιαζόντως ανθρώπινες μέσα από παιχνίδια και μάλιστα από μια ιδιαίτερη κατηγορία παιχνιδιών, αυτών που περιλαμβάνουν κάποια μορφή εξαπάτησης (το «παιχνίδι» με το δίλημμα των φυλακισμένων είναι μια άλλη τέτοια περίπτωση που χρησιμοποιείται συχνά στη θεωρία παιγνίων). Από μόνη της μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να δημιουργήσει υποψίες σχετικά με την (επιστημολογική, όχι απαραίτητα ηθική) νομιμότητα της «προσομοίωσης». Όμως δεν θα σταθούμε σε αυτό το ζήτημα εδώ. Ας κάνουμε την υπόθεση ότι έχει νόημα να χρησιμοποιείται αυτό το παιχνίδι ως κριτήριο νοημοσύνης. Ο ίδιος ο Turing μπορεί να (νομίζει ότι) αποφεύγει να δώσει σαφείς ορισμούς των όρων «μηχανή» και «σκέφτομαι», όμως δεν είναι δύσκολο να εξαχθούν, έστω κι έμμεσα, αυτοί οι ορισμοί, πειράζοντας το παιχνίδι σε κρίσιμα σημεία του και βλέποντας πότε αυτό καταρρέει - δηλαδή παύει να έχει νόημα, σύμφωνα με τους αρχικούς του σκοπούς - και πότε μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί απρόσκοπτα.    

Στα πλαίσια του παιχνιδιού, η απομόνωση των παικτών (ή του παίκτη και της μηχανής) από τον ανακριτή φαίνεται να εξυπηρετεί κατ' αρχήν μεθοδολογικούς σκοπούς. Η απομόνωση δεν είναι η ίδια αυτοσκοπός αλλά λειτουργεί ως ένας μηχανισμός δικαιοσύνης και προστασίας του ενός παίκτη (ή της μηχανής) που έχει το μειονέκτημα να μην είναι αυτό που θέλει να παραστήσει ότι είναι (για τον άνδρα που παριστάνει τη γυναίκα και για τη μηχανή που παριστάνει το νοήμον ον). Από αυτή την άποψη, επομένως, δεν θα έπρεπε να συνιστά κάποιο θεμελιώδες γνώρισμα του παιχνιδιού. Κι όμως, αυτός ο κατ' αρχήν μεθοδολογικός κανόνας ίσως και να κρύβει μέσα του ορισμένες οντολογικού τύπου συνέπειες. Έστω ότι προστίθεται κι ένα επόμενο βήμα στο παιχνίδι: τα αποκαλυπτήρια. Μετά το τέλος μιας παρτίδας αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα των παικτών. Πώς θα αντιδρούσε αυτός που έχει τον ρόλο του ανακριτή αν μάθαινε ότι ο παίκτης που αναγνώρισε ως άνθρωπο ήταν τελικά μηχανή; Στην καλή περίπτωση ενός ανοιχτόμυαλου ανακριτή, θα μπορούσε να συνεχίσει τη συζήτηση με τη μηχανή (αν την έβρισκε ενδιαφέρουσα)· ας πούμε για τις απαρχές της τέχνης του κινηματογράφου. Όμως δεν θα μπορούσε να δει κάποια ταινία του Αϊζενστάιν μαζί με τη μηχανή. Η αντίρρηση εδώ θα ήταν ότι κι αυτό είναι δυνατό, π.χ., θα μπορούσε η μηχανή να «διαβάζει» το αρχείο της ταινίας την ώρα που αυτή θα παίζει. Και πάλι όμως, ο ανακριτής δεν θα μπορούσε να πάει μια βόλτα στον κινηματογράφο μαζί με τη μηχανή. Κι αν η μηχανή ήταν ρομπότ; Δεν θα ήταν κι αυτό δυνατό; Σωστά. Όμως θα μπορούσε να πληρώσει εισιτήριο; Ή να καταλάβει ότι δεν χρειάζεται να πληρώσει γιατί ο ταμίας είναι φίλος του ανακριτή και τους αφήνει να περάσουν χωρίς εισιτήριο; Ή..., ή..., ή γενικά να εμπλακεί σε όλο το φάσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (ας πούμε να διαθέτει ερωτισμό και να αναπαράγεται);
Για να μην το κουράζουμε πολύ, θα μπορούσε να απαντήσει κανείς καταφατικά σε όλα αυτά τα «ή», ακόμα και στο τελευταίο. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση το αρχικό παιχνίδι έχει χάσει πλέον το νόημά του και το κριτήριο της νοημοσύνης έχει  διασταλεί τόσο πολύ ώστε να συμπίπτει από κάθε άποψη με το κριτήριο της ανθρώπινης υπόστασης: μια μηχανή διαθέτει νοημοσύνη όταν είναι άνθρωπος. Από τη στιγμή που αίρεται ο περιορισμός της απομόνωσης, μοιάζει σχεδόν αδύνατο να  σταματήσει η αλυσίδα των επιπλέον κριτηρίων. Στο βαθμό όμως που γίνεται δεκτό  ότι τελικά η απομόνωση είναι κρίσιμο στοιχείο για να διατηρήσει το παιχνίδι το νόημά του, τότε αυτόματα συνεπάγεται ότι ένα βασικό κριτήριο για τη νοημοσύνη είναι ο διάλογος και μάλιστα στη «γραπτή» του, ασώματη μορφή. [3Με τον όρο «γραπτή» μορφή θα πρέπει εδώ να εννοείται η ψηφιακή, συμβολική μορφή που (συνήθως) έχει ο γραπτός λόγος, σε αντίθεση με την προφορικότητα στην οποία το αναλογικό, ρευστό στοιχείο κυριαρχεί και η οποία κατ' ανάγκη συμπληρώνεται από τη σωματικότητα (εκτός από τις περιπτώσεις τεχνικής διαμεσολάβησης).]
Στη συνέχεια του άρθρου του ο Turing προχωράει σε μια εξέταση του είδους των μηχανών που θα ήταν κατάλληλες για να λάβουν μέρος στο παιχνίδι της μίμησης· κι αυτές φυσικά δεν είναι άλλες από τους ψηφιακούς υπολογιστές. Κι εφόσον αυτές οι μηχανές ήταν ένα σχετικά πρόσφατο τεχνολογικό επίτευγμα (το άρθρο γράφτηκε το 1950) και δεν μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι αναγνώστες γνώριζαν περί τίνος επρόκειτο, ο Τιούρινγκ επιχειρεί και μια περιγραφή των βασικών τους αρχών λειτουργίας:

«Μπορούμε να εξηγήσουμε τη βασική ιδέα πίσω από από τους ψηφιακούς υπολογιστές λέγοντας ότι ο σκοπός αυτών των μηχανών είναι να εκτελούν όλες τις πράξεις που θα μπορούσε να εκτελέσει κι ένας ανθρώπινος υπολογιστής. [4Υπενθυμίζουμε ότι, πριν την εμφάνιση των υπολογιστικών μηχανών, υπήρχε μια ειδική επαγγελματική κατηγορία ανθρώπων που δουλειά τους ήταν ακριβώς το να εκτελούν αριθμητικούς υπολογισμούς. Ο Turing δεν χρησιμοποιεί εδώ τη φράση «ανθρώπινος υπολογιστής (human computer)» μεταφορικά, εν είδει νοητικού πειράματος. Την εννοεί απολύτως κυριολεκτικά.]
Ο ανθρώπινος υπολογιστής υποτίθεται ότι ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες· δεν έχει δικαίωμα να αποκλίνει από αυτούς σε καμμία τους λεπτομέρεια. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτοί οι κανόνες τού παρέχονται υπό τη μορφή ενός βιβλίου, το οποίο κι αλλάζει κάθε φορά που του ανατίθεται μια καινούρια δουλειά. Διαθέτει επίσης μια απεριόριστη ποσότητα χαρτιού για να το χρησιμοποιεί την ώρα που εκτελεί τους υπολογισμούς του.
...
Το βιβλίο των κανόνων με το οποίο έχουμε εφοδιάσει τον ανθρώπινο υπολογιστή μας είναι φυσικά ένα εφεύρημα που μας διευκολύνει. Στην πραγματικότητα, οι ανθρώπινοι υπολογιστές απλώς θυμούνται τι πρέπει να κάνουν. Αν κάποιος θέλει να φτιάξει μια μηχανή που να μιμείται τη συμπεριφορά του ανθρώπινου υπολογιστή κατά την εκτέλεση μιας περίπλοκης πράξης, τότε πρέπει να τον ρωτήσει τι ακριβώς κάνει και μετά να μεταφράσει τις απαντήσεις του και να τους δώσει τη μορφή ενός πίνακα εντολών.» [5Το απόσπασμα που περιγράφει τους ψηφιακούς υπολογιστές δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο των Hofstadter και Dennett.]

Τι θα γινόταν, λοιπόν, αν η μηχανή δεν ήταν ένας ψηφιακός υπολογιστής; Αν με τον όρο αυτόν αναφερόμαστε στα υλικά κατασκευής του - δηλαδή σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή - τότε η αλλαγή της μηχανής με μια άλλη, κατασκευασμένη από άλλα υλικά δεν θα είχε καμμία συνέπεια στο παιχνίδι. Εξίσου θεμιτή θα ήταν και η χρήση ενός ηλεκτρομηχανικού υπολογιστή (όπως εξάλλου ήταν οι πρώτοι υπολογιστές) ή ακόμα κι ενός που θα ήταν κατασκευασμένος από υδραυλικά στοιχεία. Υπό έναν όρο: όλες αυτές οι μηχανές κωδικοποιούν έναν αριθμό εσωτερικών καταστάσεων στα υλικά στοιχεία τους (στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αυτό γίνεται μέσω της τάσης των ηλεκτρονικών στοιχείων τους· στους υδραυλικούς θα μπορούσε το ίδιο να γίνεται μέσω της πίεσης) καθώς και τους κανόνες που διέπουν τις μεταβάσεις μεταξύ των καταστάσεων υπό τη μορφή ενός πίνακα συγκεκριμένων, μη - αμφίσημων εντολών. Αν ικανοποιείται αυτός ο όρος, τότε είναι αδιάφορο το υλικό κατασκευής της μηχανής.
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα σε έναν ανθρώπινο υπολογιστή κι έναν ψηφιακό υπολογιστή (ανεξαρτήτως υλικού), ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι το βιβλίο κανόνων περιέχει μονοσήμαντα καθορισμένες εντολές: η δυνατότητα της άρνησης. Για τον ανθρώπινο υπολογιστή, ο Turing λέει ότι «υποτίθεται ότι ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες· δεν έχει δικαίωμα να αποκλίνει από αυτούς», χωρίς όμως να αναφέρεται στο πώς εξασφαλίζεται αυτό το «υποτίθεται». Προχωρώντας την αναλογία ανθρώπινου/ψηφιακού υπολογιστή ένα βήμα παραπέρα, είναι σαφές ότι η ύπαρξη ενός επιστάτη θα διασφάλιζε την υπακοή του εκτελεστή των πράξεων (τον όρο «υπακοή» τον χρησιμοποιεί συνέχεια ο ίδιος ο Turing). [6Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι, σε αυτή την περίπτωση, η ύπαρξη του βιβλίου κανόνων καθίσταται αναγκαία (κι όχι απλό, βολικό εφεύρημα), ώστε ο επιστάτης να μπορεί να ελέγχει τον εκτελεστή ότι όντως εκτελεί τα υπολογιστικά βήματα με βάση τους κανόνες. Αν θεωρηθεί ότι θα μπορούσε κι ο επιστάτης να θυμάται το βιβλίο, κι έτσι πάλι δεν είναι αναγκαία η ύπαρξή του, τότε ποια είναι η αναγκαιότητα του εκτελεστή; Θα μπορούσε ο επιστάτης μόνος του να κάνει τη δουλειά. Και τότε θα χρειαζόταν κάποιος να επιστατεί τον επιστάτη! Πλάκα δεν έχουν τελικά αυτά τα παιχνίδια; Καθόλου. Κάποιοι τα παίρνουν πολύ σοβαρά και χτίζουν θεωρίες και πρακτικές ολόκληρες πάνω τους, χωρίς να συνειδητοποιούν τις τελικές τους συνέπειες.] Μόνο που στην περίπτωση της μηχανής ο επιστάτης δεν είναι ένα στοιχείο εξωτερικό ως προς την ίδια, αλλά τμήμα της εσωτερικής αρχιτεκτονικής της (σε τεχνικούς όρους, λέγεται μονάδα ελέγχου). Κάτι το οποίο σημαίνει ότι, για να είναι ακριβής η αναλογία, θα πρέπει ο εκτελεστής επί της ουσίας να έχει εσωτερικεύσει την υπακοή - κι υπάρχει ένας ασφαλής τρόπος για να διασφαλιστεί η εσωτερίκευση της υπακοής: η αδιαφορία απέναντι στα περιεχόμενα των συμβόλων και των εντολών που καλείται να διαχειριστεί ο εκτελεστής. Ή αλλιώς, μια νοηματική ακηδία.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Separatrix

Σημειώσεις

1 - Εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο «τεχνητή νοημοσύνη» περίπου ως συνώνυμο του όρου «γνωσιακές επιστήμες». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται, ούτε ότι όλοι οι γνωσιακοί επιστήμονες θεωρούν εφικτή τη δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης. Ο λόγος που τους χρησιμοποιούμε σχεδόν ως συνώνυμους είναι ότι βασίζονται σε έναν κοινό πυρήνα παραδοχών, όπως θα φανεί. Επίσης, δεν ασχολούμαστε με εκείνο το είδος τεχνητής νοημοσύνης - μηχανικής μάθησης που προσπαθεί να βρει έξυπνους αλγορίθμους για συγκεκριμένα προβλήματα χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν αυτοί έχουν κάποια σχέση με την ανθρώπινη νοημοσύνη.
[ επιστροφή ]

2 - Όπως έχει μεταφραστεί στο βιβλίο «Το Εγώ της Νόησης» (επιμ. Douglas Hofstadter και Daniel Dennett), που περιλαμβάνει ένα εκτεταμένο απόσπασμα από το αρχικό άρθρο του Turing.
[ επιστροφή ]

3 - Με τον όρο «γραπτή» μορφή θα πρέπει εδώ να εννοείται η ψηφιακή, συμβολική μορφή που (συνήθως) έχει ο γραπτός λόγος, σε αντίθεση με την προφορικότητα στην οποία το αναλογικό, ρευστό στοιχείο κυριαρχεί και η οποία κατ' ανάγκη συμπληρώνεται από τη σωματικότητα (εκτός από τις περιπτώσεις τεχνικής διαμεσολάβησης).
[ επιστροφή ]

4 - Υπενθυμίζουμε ότι, πριν την εμφάνιση των υπολογιστικών μηχανών, υπήρχε μια ειδική επαγγελματική κατηγορία ανθρώπων που δουλειά τους ήταν ακριβώς το να εκτελούν αριθμητικούς υπολογισμούς. Ο Turing δεν χρησιμοποιεί εδώ τη φράση «ανθρώπινος υπολογιστής (human computer)» μεταφορικά, εν είδει νοητικού πειράματος. Την εννοεί απολύτως κυριολεκτικά.
[ επιστροφή ]

5 - Το απόσπασμα που περιγράφει τους ψηφιακούς υπολογιστές δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο των Hofstadter και Dennett.
[ επιστροφή ]

6 - Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι, σε αυτή την περίπτωση, η ύπαρξη του βιβλίου κανόνων καθίσταται αναγκαία (κι όχι απλό, βολικό εφεύρημα), ώστε ο επιστάτης να μπορεί να ελέγχει τον εκτελεστή ότι όντως εκτελεί τα υπολογιστικά βήματα με βάση τους κανόνες. Αν θεωρηθεί ότι θα μπορούσε κι ο επιστάτης να θυμάται το βιβλίο, κι έτσι πάλι δεν είναι αναγκαία η ύπαρξή του, τότε ποια είναι η αναγκαιότητα του εκτελεστή; Θα μπορούσε ο επιστάτης μόνος του να κάνει τη δουλειά. Και τότε θα χρειαζόταν κάποιος να επιστατεί τον επιστάτη! Πλάκα δεν έχουν τελικά αυτά τα παιχνίδια; Καθόλου. Κάποιοι τα παίρνουν πολύ σοβαρά και χτίζουν θεωρίες και πρακτικές ολόκληρες πάνω τους, χωρίς να συνειδητοποιούν τις τελικές τους συνέπειες.
[ επιστροφή ]

κορυφή