Cyborg
Cyborg #05 - 02/2016

#05 - 02/20

η πολιτική στο dna

... Στο παρελθόν, οι πολιτικοί επιστήμονες είχαν την βεβαιότητα ότι οι κοινωνικές δυνάμεις - κι ανάμεσά τους, σαν πιο σημαντικές, οι γονείς και το άμεσο περιβάλλον στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας - επηρέαζαν έντονα το αν οι άνθρωποι θα γίνουν συντηρητικοί ή φιλελεύθεροι, και το αν θα ψηφίζουν ή/και θα έχουν οποιαδήποτε σχέση με την πολιτική ή όχι. “Σήμερα ξέρουμε ότι πιθανόν δεν είναι αυτή ολόκληρη η ιστορία” λέει ο John Jost, ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο της Ν. Υόρκης.
Ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός μελετών ενισχύουν την θέση ότι η βιολογία μπορεί να ασκεί σημαντική επιρροή στις πολιτικές πεποιθήσεις και συμπεριφορές. Βιολογικοί παράγοντες όπως τα γονίδια, τα επίπεδα διάφορων ορμονών και τα συστήματα νευροδιαβιβαστών μπορεί να διαμορφώνουν εν μέρει τις πεποιθήσεις των ανθρώπων σε σχέση με πολιτικά ζητήματα όπως η κοινωνική πρόνοια, η μετανάστευση, ο γάμος ομόφυλων και ο πόλεμος. Και οι κατατοπισμένοι πολιτικοί μπορεί να επωφεληθούν απο τέτοιους “βιολογικούς μοχλούς” μέσω έξυπνων διαφημίσεων, κατάλληλα προσανατολισμένων στα πρωταρχικά αισθήματα των ψηφοφόρων.
Αρκετές απ’ αυτές τις έρευνες που συνδέουν την βιολογία με την πολιτική παραμένουν αμφιλεγόμενες. Όμως το σύνολο των πειστηρίων αυξάνει, και ίσως αλλάξει το πως ο κόσμος εννοεί τις πεποιθήσεις τις δικές του και των άλλων.
“Οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τις πολιτικές τους απόψεις” λέει ο John Hibbing, πολιτικός επιστήμονας στο πανεπιστήμιο της Nebraska-Lincoln. “Έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι οι πολιτικές απόψεις είναι το αποτέλεσμα κάποιων έλλογων αποκρίσεων στα ερεθίσματα του κόσμου γύρω μας”. Αλλά στην πραγματικότητα, ένας συνδυασμός γονιδίων και αρχικών εμπειριών είναι πιθανόν να προδιαθέτει τους ανθρώπους στην εννόηση και στην ανταπόκριση σε πολιτικά ζητήματα, με συγκεκριμένους τρόπους. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας θα βοηθήσει το κοινό και τους πολιτικούς να αναπτύξουν περισσότερο σεβασμό προς αυτούς που έχουν αντίθετες απόψεις.
“Θα ήθελε να δω τους ανθρώπους να είναι κάπως λιγότερο ισχυρογνώμονες σε ότι αφορά τις δικές τους πολιτικές πεποιθήσεις, και να καταλάβουν ότι άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο διαφορετικά” προσθέτει ο Hibbing.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υπάρξει πάμπολλες έρευνες για την συσχέτιση των γονιδίων με διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια, η κατάθλιψη και ο αλκοολισμός, αλλά και με σύνθετες συμπεριφορές όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η πρόοδος των μαθητών στο σχολείο. Όμως μέχρι την τελευταία δεκαετία, αυτή η ερευνητική τάση προσπερνούσε το πεδίο των πολιτικών επιστημών. Η σύγχρονη πολιτική έμοιαζε εντελώς διαχωρισμένη απ’ την βασική ανθρώπινη βιολογία, και πολύ πρόσφατη, σαν νεωτερισμός, στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης, ώστε να θεωρηθεί ότι επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες.
Το 1986, ο Nicholas Martin και οι συνάδελφοί του δημοσίευσαν μια έρευνα στην οποία υποστήριζαν ότι τα γονίδια μπορεί να ασκούν επίδραση σε απόψεις σχετικά με διάφορα ζητήματα, όπως οι εκτρώσεις, η μετανάστευση, η θανατική ποινή και ο ειρηνισμός. Ο Martin, που είναι γενετιστής και δουλεύει τώρα στο Queensland Institute of Medical Research, στο Brisbane της Αυστραλίας, χρησιμοποίησε στην έρευνά του μια κλασσική τεχνική σύνδεσης συμπεριφορών και γενετικής: την σύγκριση των ευρημάτων από γενετικά ομοζυγωτές διδύμους με τα ευρήματα ετεροζυγωγών διδύμων του ίδιου φύλου (στην δεύτερη περίπτωση η γενετική ομοιότητα είναι, κατά μέσο όρο, στο 50% των γονιδίων). Οι ομοζυγωτές δίδυμοι είχαν παρόμοιες πολιτικές πεποιθήσεις πιο συχνά απ’ τους ετεροζυγωγές διδύμους. Μιας και οι δίδυμοι μεγαλώνουν στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον, η ομάδα του Martin πρότεινε ότι η διαφορά μεταξύ ομοζυγωγών και ετεροζυγωγών θα έπρεπε να αποδοθεί στη γονιδιακή ομοιότητα των πρώτων [σ.σ.: σε σχέση με την μισο-ομοιότητα των δεύτερων], και ότι το γενετικό υλικό έχει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των απόψεων σε κοινωνικά ζητήματα.
Η έρευνα του Martin είχε προφανείς συνέπειες στις πολιτικές επιστήμες· αλλά οι ερευνητές σ’ αυτόν τον τομέα την αγνόησαν. Το ευγονικό κίνημα στις αρχές του 20ου αιώνα και οι ναζιστικές θεωρίες για την βιολογική προέλευση των ανθρώπινων διαφορών κρατούσαν ακόμα τότε τους πολιτικούς επιστήμονες πολύ μακρυά από (και με μεγάλη επιφυλακτικότητα απέναντι σε) θέματα όπως οι γενετικές διαφορές στο ανθρώπινο είδος.
Η δημοσίευση της έρευνας “ήταν σα να πετάς μια πέτρα σ’ ένα πηγάδι” λέει ο Martin. “Δεν υπήρξε καμία απολύτως αντίδραση. Έμεινε εκεί, ξεχασμένη, για καμιά 20αριά χρόνια”.

Αλλά στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000, ο Hibbing και ο John Alford, πολιτικός επιστήμονας στο πανεπιστήμιο Rice στο Houston του Texas, ανακάλυψαν την παλιά έρευνα του Martin. Ξανα-ανέλυσαν τα δεδομένα της και συμπεριέλαβαν παρόμοια δεδομένα από μια άλλη έρευνα για τις πεποιθήσεις των διδύμων στις ΗΠΑ. Το 2005, ο Hibbing και ο Alford δημοσιοποίησαν ευρήματα σχεδόν πανομοιότυπα με εκείνα παλιότερων ερευνών· τεκμηριώνοντας την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ γενετικής και πολιτικών απόψεων. Κατάφεραν να τραβήξουν την προσοχή της κοινότητας των πολιτικών επιστημόνων. Αλλά δεν προκλήθηκε η αντίδραση που θα ήθελαν. “Μας πέρασαν για τρελούς” λέει ο Hibbing.
Όμως μερικοί ερευνητές, κυρίως στις ΗΠΑ, σήκωσαν το γάντι, και ανέλαβαν να κάνουν επιπλέον έρευνες. Ο James Fowler, πολιτικός επιστήμονας στο πανεπιστήμιο San Diego της California, χρησιμοποίησε την μέθοδο της έρευνας σε διδύμους για να δείξει ότι η προσέλευση στις εκλογές και η πολιτική συμμετοχή έχουν επίσης κάποια γενετική προδιάθεση - η έρευνά του δημοσιοποιήθηκε το 2008. Ο Peter Hatemi, πολιτικός επιστήμονας στο πανεπιστήμιο Park της Pennsylvania, είχε παρόμοια αποτελέσματα με τους Alford και Hibbings, ερευνώντας διδύμους στην Αυστραλία, τη Δανία, τη Σουηδία και τις ΗΠΑ.
...

Αυτά, ανάμεσα σε άλλα, δημοσιοποιούσε στις 25 Οκτώβρη του 2012 η θεωρούμενη έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση Nature, σ’ ένα άρθρο με τίτλο “η ανατομία της πολιτικής” και υπότιτλο “απ’ τα γονίδια ως τα επίπεδα ορμονών, η βιολογία μπορεί να διαμορφώνει τις πολιτικές συμπεριφορές”.
Υποθέτουμε, ότι αν τέτοιες απόψεις είχαν ευρεία δημοσιότητα στα μέρη μας, οι αντιδράσεις του “κοινού” θα ήταν ανάμικτες, τουλάχιστον αρχικά. Απ’ την μια μεριά οι πολιτικές συμπεριφορές (και οι ιδεολογίες) θεωρούνται ακόμα στα μέρη μας προϊόντα (ελεύθερης) θέλησης και (ελεύθερης) επιλογής· πάντα, φυσικά, στην υπηρεσία συγκεκριμένων συμφερόντων, που πάντως δεν είναι γενετικά. Απ’ την άλλη μεριά η ιδέα της γενετικής προδιάθεσης γενικά έχει ήδη ριζώσει πλειοψηφικά στις κοινωνικές πεποιθήσεις για άλλα ζητήματα (όπως τα “ψυχολογικά προβλήματα” ή οι ερωτικοί προσανατολισμοί)· ένα ιδεολογικό “έτσι είναι γιατί έτσι φτιάχτηκε” που πριν από 30 χρόνια, ας πούμε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980, θα θεωρούνταν σκανδαλώδες. Έως και φασιστικό.
Η αμηχανία, λοιπόν, μπορεί να είναι απλή συνέπεια μιας μικρής ιστορικής καθυστέρησης στα μέρη μας, στο να γίνει δεκτή η γενετική προδιάθεση σαν αιτία σε συμπεριφορές ή φαινόμενα που ακόμα θεωρούνται ιεροί τόποι της ελεύθερης επιλογής. Ίσως, στο όχι μακρινό μέλλον, ένας ρατσιστής κυνηγός μεταναστών να αμύνεται λέγοντας “μα έτσι είμαι φτιαγμένος”· και κάποιος εθελοντής μέλος ανθρωπιστικής οργάνωσης να απαντάει το ίδιο, απ’ την δική του μεριά.
Πριν, όμως, προχωρήσουμε σε μια πιο εστιασμένη έρευνα πάνω στις “αλήθειες” της συσχέτισης μεταξύ γονιδίων και πολιτικών συμπεριφορών, αξίζει να ψαχουλέψουμε ένα πιο γενικό ζήτημα. Είναι, στη γενικότητά τους, οι ιδέες περί γενετικού καθορισμού ή γενετικής προδιάθεσης (υπάρχουν αξιοσημείωτες ομοιότητες αλλά και διαφορές σ’ αυτά τα δύο όπως θα δούμε στη συνέχεια) άτρωτες από την κριτική; Τι είδους, ακριβώς, είναι η “επιστημονική θεμελείωσή” τους;

Iστορία· και, ίσως, ιδεολογία

Η σύγχρονη γενετική στο σύνολό της σαν τεχνο-επιστήμη, ανακαλεί σαν πρώτο ήρωά της τον αυστριακό καλόγερο (του τάγματος των αυγουστιανών) και επιστήμονα (με ιδιαίτερη προτίμηση την βοτανολογία) Gregor Johann Mendel, που στα μέσα του 19ου αιώνα αφιερώθηκε στη μελέτη των διασταυρώσεων μεταξύ διαφορετικών ειδών μπιζελιών. Ο Mendel, όμως, ενώ πράγματι μελέτησε και τεκμηρίωσε ορισμένα φαινόμενα κληρονομικότητας και συνδυασμού φαινοτύπων στις μπιζελιές του, δεν είχε ιδέα για “γονίδια” και, ακόμα λιγότερο, για dna. Οι σχετικές αρχικές υποθέσεις ή/και ανακαλύψεις ανήκουν στην δεκαετία του 1940 (συμπεριλαμβανόμενου του πρώτου, εμπόλεμου, μισού της) και στη δεκαετία του 1950. Η σύγχρονη γενετική έχει, λοιπόν, ιστορία 70 χρόνων, και πιο διάσημους ήρωές της τους James Watson και Francis Crick, που το 1953 απέδειξαν (η λέξη απόδειξη επί του θέματος μπαινει σε κάποια εισαγωγικά πλέον, εξαιτίας πολύ πρόσφατων ευρημάτων) την δομή του dna σαν διπλής έλικας.  Όμως έπρεπε να περάσει καιρός, για να αποκτήσει η επιστημονική - κοινότητα - των - βιολόγων μια κάποια λειτουργική άποψη για τον τρόπο που το dna επηρεάζει την “ζωή” των κυττάρων (: μέσα απ’ την σύνθεση πρωτεϊνών, που με τη σειρά τους είναι οι “χημικοί συντελεστές” της ζωής). Ένας συνδυασμός ερευνών, ραγδαίας βελτίωσης των απαραίτητων μέσων και εργαλείων, και διαρκώς εντονότερου ιδεολογικού προσανατολισμού στα “εσώτερα μυστικά” της ζωής, επιτάχυνε τις “ανακαλύψεις” (ή, ίσως, εφευρέσεις...) τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα - με εντυπωσιακά, από κάθε άποψη, αποτελέσματα.

Ο ενθουσιασμός για τις “προόδους” της γενετικής, με πιο κορυφαία την ανακοίνωση της αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου dna στις αρχές του 21ου αιώνα (στην πραγματικότητα της “αποκωδικοποίησης” ενός πολύ μικρού τμήματός του τότε, περίπου του 3%...), και η έντεχνη εκλαΐκευση αυτού του ενθουσιασμού, γέννησε ένα πρώτο μεγάλο κύμα πεποιθήσεων έως βεβαιοτήτων, στις πρωτοκοσμικές κοινωνίες, για την γενετική προέλευση των πάντων. Οι ενστάσεις και οι αντιρρήσεις, στηριγμένες κυρίως στο βρώμικο παρελθόν της ευγονικής, έγιναν γρήγορα γραφικές έως ανυπόληπτες. Στο κάτω κάτω δεν φαινόταν πουθενά ο κίνδυνος ολοκληρωτικών καθεστώτων τύπου ναζιστικής γερμανίας, ενώ αντίθετα έλαμπε παντού ο ήλιος της ελεύθερης οικονομίας και της ελευθερίας των επιλογών. Η ιδέα περί γενετικής προέλευσης των πάντων στο είδος μας, απ’ το χρώμα των ματιών ως την ευφυία και απ’ το ύψος και την παχυσαρκία ως τους ερωτικούς προσανατολισμούς, έγινε ευχάριστα δεκτή επειδή πήγαινε πακέτο με την τεχνοεπιστημονική υπόσχεση ότι σύντομα θα μπορεί ο καθένας να επιδιορθώνεται γενετικά (περίπου όπως επισκευάζει “πουσάροντάς” το ένα όχημα) και ότι σίγουρα οι γονείς θα μπορούν να εξασφαλίσουν ένα λαμπρό μέλλον στα παιδιά τους βελτιώνοντας προκαταβολικά την γενετική τους προίκα. Οι ιδέες της Επένδυσης - στον - Εαυτό και της Επένδυσης - στους - Απογόνους, (και στις δύο περιπτώσεις με την πιο στενή, δηλαδή καπιταλιστική, έννοια της λέξης “επένδυση”) αλληλοτροφοδοτήθηκαν και αλληλοενισχύθηκαν σε πρώτη φάση με τα θαύματα των γενετικών ανακαλύψεων και τις υποσχέσεις τους· πράγμα που υποδεικνύει τον ρόλο των ιδεολογιών στην κατασκευή βεβαιοτήτων, ακόμα κι αν αυτές οι τελευταίες θέλουν να πουλιούνται σαν “110% επιστημονικές”.

Η αλήθεια είναι πως ακόμα και ο σκληρός πυρήνας του γενετικού προκαθορισμού (κι ακόμα εντονότερα, φυσικά, η ευρύτερη γενετική βιο-θεωρία) έχασκε και στα ‘70s, και στα ‘80s, και στα ‘00s. Η βεβαιότητα για “ένα προς ένα” αντιστοιχία ανάμεσα στο Χ ή στο Ψ γονίδιο (δηλαδή στην Χ ή στην Ψ αλληλουχία βάσεων) και στην Α ή Β συμπεριφορά, χαρακτηριστικό εμφάνισης κλπ, ήταν εξ αρχής στον αέρα. Μάλλον μια επιθυμητή (απ’ τους τεχνικούς και τους επιστήμονες της γενετικής) νομιμοποίηση των ερευνητικών τους προγραμμάτων, παρά οτιδήποτε άλλο. Επιπλέον, μια τέτοια ιδέα, απειλούσε να τινάξει στον αέρα σχεδόν το σύνολο των υπόλοιπων επιστημονικών πεδίων και καριερών, ειδικά στη μεγάλη οικογένεια των “ανθρωπιστικών σπουδών”. Τι νόημα θα είχαν η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, ακόμα και οι οικονομικές επιστήμες, αν η συμπεριφορά του καθενός μας είναι γενετικά προκαθορισμένη; Κανένα! Εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια (επιστημόνων) θα έκλειναν αν η αρχική mainstream αλήθεια των γενετιστών κυριαρχούσε! Και, φυσικά, αυτοί (σαν γενετιστές μηχανικοί) θα γίνονταν οι κύριοι των πάντων.
Εκείνο που μέσα στην ιδεολογική πλημμυρίδα του γενετικού προκαθορισμού πολύ λίγοι (αλλά ανάμεσά τους κάποιοι καίριοι για την ισορροπία του post- industrial συστήματος) πρόσεξαν, ήταν ότι εξαιτίας του θα κατέρρεε ολόκληρο το δικαιϊκό / πειθαρχικό σύστημα. Αν οποιοσδήποτε παραβάτης έως εγκληματίας μπορεί να επικαλεστεί τον γενετικό προκαθορισμό του (για τον οποίο δεν φταίει ο ίδιος) τότε ποιο θα απέμενε σαν περιεχόμενο της σωφρονιστικής τιμωρίας του; Κανένα! Είτε θα έπρεπε να εξοντώνεται (ανάλογα με το βάρος του εγκλήματός του και τις δυνατότητες των γενετιστών να εντοπίσουν ή όχι τα “εγκληματικά γονίδια”), είτε θα έπρεπε να επιδιορθώνεται γενετικά. Την δεδομένη ιστορική περίοδο, τέλη της δεκαετίας του ‘90 έως και σήμερα, το δεύτερο είναι τεχνικά αδύνατο· το πρώτο (επίσημα τουλάχιστον, αν πρόκειται για πρωτοκοσμικούς λευκούς, όχι όμως και για τους β διαλογής υπηκόους) απαράδεκτο.

 Ο συνδυασμός των τεχνοεπιστημονικών αστοχιών στο να συσχετιστούν άμεσα και σε μεγάλο εύρος συγκεκριμένα γονίδια με συγκεκριμένες συμπεριφορές, και της συστημικής αστάθειας που θα προκαλούσε το δόγμα του (αυστηρού) γενετικού προκαθορισμού, πολύ περισσότερο και πολύ ουσιαστικότερα απ’ τις περιθωριακές έτσι κι αλλιώς κριτικές περί “εκδημοκρατισμού της ευγονικής” (δηλαδή της ολοκληρωτικής πολιτικής), έσπρωξαν τον σκληρό γονιδιακό ντετερμινισμό κάπως στην άκρη. Όχι στα αζήτητα· “κάπως στην άκρη”. Στη θέση του ήρθε ένα καινούργιο δόγμα, πιο ευέλικτο και πιο “συμφιλιωτικό”: το δόγμα της γενετικής προδιάθεσης.
Το δόγμα της γενετικής προδιάθεσης (σε ζητήματα υγείας λέγεται, επίσης, γενετική ευαλωτότητα) αφήνει χώρο, και όπου χρειάζεται αρκετό χώρο, στην “επίδραση του περιβάλλοντος”, όπως κι αν εννοηθεί αυτό: κοινωνικό, πολιτισμικό, φυσικό περιβάλλον. Δεν είναι μόνο τα γονίδια που καθορίζουν (σα συμπεριφορές, προτερήματα, ελαττώματα) τα μεμονωμένα άτομα του είδους μας... Είναι, επίσης, και το περιβάλλον τους... Απλά (λέει το δόγμα της γενετικής προδιάθεσης) εάν το “περιβάλλον είναι ίδιο” στις x, ψ ή z περιπτώσεις, τότε οι διαφορές μεταξύ τους οφείλονται στα τάδε ή δείνα “γενετικά χαρακτηριστικά” κάθε περίπτωσης. Το γονίδιο τάδε, που σε διαφορετικό περιβάλλον δεν θα εκφραζόταν ή θα εκφραζόταν αλλιώς, στο κατάλληλο περιβάλλον εκδηλώνεται καλύτερα ή περισσότερο. Συνεπώς, για παράδειγμα, υπάρχει γενετική προδιάθεση (ή γενετική ευαλωτότητα) για ψυχικά προβλήματα, ελαφρά ή (ακόμα περισσότερο) βαριά, στα τάδε άτομα· όμως αυτή η προδιάθεση εκδηλώνεται ολοκληρωμένα με την συνδρομή του α ή β περιβάλλοντος, ενώ δεν εκδηλώνεται (ή μισο-εκδηλώνεται) στο γ ή δ. Αντίστοιχα και για κάθε τι άλλο στο οποίο η γενετική θέλει - να - έχει - απλωμένα - τα - χέρια - της.

Αν ήταν προϊόν εμπρόθετου σχεδιασμού, η τακτική υποχώρηση απ’ τον γονιδιακό προκαθορισμό στη γονιδιακή προδιάθεση θα ήταν ευφυής. Τέτοιος σχεδιασμός δεν υπήρξε (απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε)· απλά ήταν ζήτημα συσχετισμών. Κάτι που δεν αφαιρεί τίποτα απ’ τα πλεονεκτήματα αυτής της τακτικής υποχώρησης.
Κατ’ αρχήν έμεινε άθικτη η ιδέα του γενετικού ντετερμινισμού, τόσο σαν κοινωνική, “λαϊκή” κουλτούρα / φαντασίωση, όσο και σαν τεχνοεπιστημονικό πεδίο ερευνών και εφαρμογών. Για παράδειγμα, η τεχνική γονιδιακού μοντάζ που ονομάζεται crispr, θα ήταν αδύνατη (και ανόητη) αν αυτή η πιο “σκληρή” άποψη περί συσχέτισης αλληλουχιών στο dna και φαινοτύπων είχε εξαφανιστεί [1Για ένα μικρό σχόλιο επί του θέματος δες cyborg νο 3, Ιούνης 2015, σελ. 50.]. Το ίδιο ισχύει για τις σχεδιασμένες μεταλλάξεις σε μικρόβια, φυτά ή ζώα· αν και, εκεί, το γεγονός παραμένει ότι ακόμα και οι γενετιστές μηχανικοί δεν γνωρίζουν ακριβώς τις μεσο-μακροπρόθεσμες συνέπειες των επεμβάσεών τους (και θα το παραδέχονταν ότι δεν ξέρουν, αν ήταν στοιχειωδώς ειλικρινείς) [2Για να είμαστε, με τη σειρά μας, ειλικρινείς οφείλουμε να αναγνωρίσουμε μερικές ξεκάθαρα θετικές εφαρμογές της γενετικής μηχανικής. Όπως, ενδεικτικά, την μαζική (άρα φτηνή) παραγωγή ανθρώπινης ινσουλίνης, τόσο απαραίτητης για τους διαβητικούς, από γενετικά τροποποιημένους μύκητες.].
Στην ευρύτερη κοινωνική, “λαϊκή” post modern καπιταλιστική κουλτούρα, η επιβίωση της ηγεμονίας του δόγματος “ένα γονίδιο - ένα αποτέλεσμα”, μπορεί να μην ταιριάζει μεν με τις τωρινές mainstream επιστημονικές παραδοχές, αφήνει όμως ελεύθερο το πεδίο στο γενετικό εμπόριο. Κάτι που άμεσα μπορεί να αφορά κυρίως τους μηχανικούς των γονιδίων, έμμεσα όμως αφορά το σύνολο του κύκλου της ερευνητικής νομιμοποίησης της γενετικής. Κι αυτό δεν είναι λίγο.
Απ’ την άλλη μεριά, η λείανση των πιο αιχμηρών (και, στην κυριολεξία τους των πιο επικίνδυνων για πρόκληση αστάθειας, τουλάχιστον ως τώρα) αιχμών του γενετικού προκαθορισμού, άφησε το περιθώριο στους τεχνοεπιστήμονες του κλάδου να έχουν αποτυχίες. Ή, να μην έχουν (ή να αργούν) οι επιτυχίες που υποσχέθηκαν πάνω στον αρχικό ενθουσιασμό. Ακόμα κι αν δεν έχει βρεθεί το γονίδιο της ευφυίας (ή, ακόμα καλύτερα, το γονίδιο της επιτυχίας στη ζωή...) οι γενετιστές τώρα έχουν μια ευχέρεια επιλογών έναντι των κοινωνιών (που, τελικά, τους χρηματοδοτούν): απ’ το το ψάχνουμε, είμαστε κοντά... ως το ακόμα κι αν βρούμε κάτι δεν θα είναι αυτό ολόκληρη η ιστορία. Η βασική πεποίθηση για την “κεντρικότητα” του dna δεν χάθηκε εξαιτίας του δόγματος της γονιδιακής προδιάθεσης, που είναι στατιστική και πιθανολογική περισσότερο απ’ όσο θα άντεχε το μέσο πρωτοκοσμικό κοινωνικό φαντασιακό. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός, το αναφέραμε ήδη, ότι η εκτεταμένη αποδοχή του γενετισμού με την μορφή του προκαθορισμού δεν έγινε επειδή είχε πράγματι να επιδείξει σπουδαίες και αναμφισβήτητες εφαρμογές, αλλά επειδή ταίριαζε πολύ καλά με τις εμμονές έως μανίες της φροντίδας - του - Εαυτού. Εμμονές ή/και μανίες “αυτο-επένδυσης” που καθόλου δεν έχουν υποχωρήσει, απλά κινούνται σε παράλληλα (κοινωνικο-ιδεολογικά) “χρηματιστήρια”.

Οι παραχωρήσεις στις επιδράσεις του περιβάλλοντος, δεν έσωσε μόνο μια σειρά επιστημονικούς κλάδους ειδικούς στη διαχείριση του, στις διάφορες εκφάνσεις του. Έδωσε επίσης στον γενετισμό, σαν ιδεολογία, την δυνατότητα να κινείται οπορτουνιστικά ανάμεσα στο “.... σε τελευταία ανάλυση” (: οι αιτίες είναι κυρίως ή αποκλειστικά γενετικές) και στο “... η αναμόρφωση είναι εφικτή” (: μέσα απ’ τον έλεγχο και την τροποποίηση του περιβάλλοντος). Απ’ τις υγιεινιστικές / διατροφικές μόδες και συμβουλές ως τις διαβαθμίσεις αυστηρότητας της φυλάκισης, πουθενά ο γενετικός ντετερμινισμός δεν είναι απόλυτα απών. Αλλά μπορεί να δουλεύει πια (δηλαδή να χρησιμεύει) και σαν back up των όποιων “αποτυχιών” στην (ανθρώπινη) αναμόρφωση μέσω ελέγχου και τροποποίησης του κοινωνικού (ή διατροφικού ή ...) περιβάλλοντος. Είναι μια post modern (και αναβαθμισμένη) εκδοχή της παραδοσιακής παιδαγωγικής. Αν ο τάδε συμμορφωθεί, τότε η αυστηρή παιδαγωγική μας θριάμβευσε. Αν όχι, “είναι αγύριστο κεφάλι” - μοιάζει του παππού του...

cyborg 5

Ενόσω οι γενετιστές ψάχνουν την “πηγή” των ανθρώπινων συμπεριφορών στα γονίδια, άλλοι ειδικοί κάνουν ερευνητικά προγράμματα και προωθούν εφαρμογές αναζήτησης εντελώς διαφορετικών “πηγών”. Η νευροαπεικόνιση (neuroimaging) είναι ένας τεχνο-ιατρικός κλάδος αιχμής, μέσα στη μεγάλη οικογένεια των νευροπιστημών (της συνείδησης). Στη φωτογραφία επιδεικνύεται ένα φορετό 64κάναλο σύστημα ελέγχου της εγκεφαλικής δραστηριότητας που είναι προς χρήση στον “πραγματικό κόσμο”, έτσι ώστε να γίνεται πληρέστερη ηλεκτρομαγνητική καταγραφή... (συνέχεια)

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Ziggy Stardust

Σημειώσεις

1 - Για ένα μικρό σχόλιο επί του θέματος δες cyborg νο 3, Ιούνης 2015, σελ. 50.
[ επιστροφή ]

2 - Για να είμαστε, με τη σειρά μας, ειλικρινείς οφείλουμε να αναγνωρίσουμε μερικές ξεκάθαρα θετικές εφαρμογές της γενετικής μηχανικής. Όπως, ενδεικτικά, την μαζική (άρα φτηνή) παραγωγή ανθρώπινης ινσουλίνης, τόσο απαραίτητης για τους διαβητικούς, από γενετικά τροποποιημένους μύκητες.
[ επιστροφή ]

κορυφή