Cyborg
Cyborg #04 - 10/2015

#04 - 10/2015

Το hacking ως ιδεολογία

O Hacker, where art thou?

Μιλώντας για hacking, αναφερόμαστε σε αυτό που έχει καθιερωθεί να λέγεται black hat hacking. Για όσους τυχόν δεν γνωρίζουν, μέσα στην “κοινότητα” των χάκερ (που δεν είναι μία και δεν είναι κοινότητα), έχουν γίνει επικές μάχες σχετικά με το ποιος δικαιούται να αυτοαποκαλείται χάκερ και ποιος όχι και η αναζήτηση του ορισμού για τον “πραγματικό” χάκερ φέρνει λίγο σε κάτι από την αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου. Σύμφωνα με την κατασταλαγμένη σοφία που μας παραδίδεται “το να κάνεις hacking είχε ένα πιο γενικό νόημα και σήμαινε βασικά το να είσαι εφευρετικός και να ξεπερνάς τα όρια του δυνατού. Το hacking δεν περιοριζόταν μόνο στην βελτίωση ενός λειτουργικού συστήματος. Μπορούσες να κάνεις hacking σε οποιοδήποτε μέσο, δε χρειαζόταν απαραίτητα να είναι υπολογιστές. Το hacking σαν μια γενική έννοια είναι μια στάση απέναντι στη ζωή. Τι έχει πλάκα για σένα; Αν το να ανακαλύπτεις παιγνιωδώς έξυπνους τρόπους που θεωρούνταν αδύνατοι παλιά έχει πλάκα, τότε είσαι ένας χάκερ. Γύρω στο 1981, όταν οι δημοσιογράφοι έμαθαν για τους χάκερ, τους παρεξήγησαν εντελώς και νόμιζαν ότι hacking σήμαινε να παραβιάζεις την ασφάλεια του συστήματος. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρώτα απ’ όλα υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις hacking που δεν έχουν καθόλου να κάνουν με την ασφάλεια και δεύτερον, το να παραβιάζεις την ασφάλεια του συστήματος δεν είναι απαραίτητα hacking. Είναι μόνο αν το κάνεις κατά τρόπο παιγνιωδώς ευφυή”. Αυτά έχει να μας πει ο πολύς Richard Stallman για το πώς ορίζεται ο “πραγματικός” χάκερ [1Επιπλέον ορισμούς προς την ίδια κατεύθυνση μπορεί να βρει κανείς στην εισήγηση της εκδήλωσης του Game Over «Hackers: οι αυτόχθονες του εκπαιδευτικού συστήματος».]. Για τους πουριτανούς του hacking λοιπόν, όσοι παραβιάζουν συστήματα ασφαλείας δεν είναι απαραίτητα χάκερ. Ειδικά για αυτούς, επιφυλάσσεται ο μάλλον υποτιμητικός όρος cracker ή, όταν εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ο όρος χάκερ, τότε παίρνει κάποια προθέματα. White hat χάκερ για τα φρόνιμα παιδιά που παραβιάζουν συστήματα ασφαλείας συναινετικώ τω τρόπω, ως μέρος της δουλειάς τους και με τελικό σκοπό την ενίσχυση της προστασίας του συστήματος. Grey hat χάκερ για τους ελεύθερους σκοπευτές που ανακαλύπτουν κενά ασφαλείας με δική τους πρωτοβουλία, εκτός κάποιου συμβολαίου, αλλά σπεύδουν να τα ανακοινώσουν στους διαχειριστές του συστήματος κι ενίοτε να τα διορθώσουν έναντι αμοιβής. Και τέλος, οι βελζεβούληδες black hat χάκερ, που εισβάλλουν σε συστήματα εκμεταλλευόμενοι κενά ασφαλείας που μόνο αυτοί γνωρίζουν με σκοπό να προκαλέσουν επί τούτου ζημιά ή να αποκομίσουν οφέλη, είτε χρηματικά είτε απλά αξιοποιήσιμες πληροφορίες. Αρκετά βολικό (για πολλούς...) ταξινομικό σχήμα. Θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε όλο αυτό το χακερικό filioque πηγαίνοντας κατευθείαν στο προκείμενο του άρθρου. Ωστόσο, θα σταθούμε για λίγο, για λόγους των οποίων η χρησιμότητα ελπίζουμε ότι θα φανεί στη συνέχεια.

Στην προσπάθειά του να δώσει έμφαση στον παιγνιώδη χαρακτήρα του hacking (σε αντιδιαστολή με την κακόβουλη εκδοχή του προφανώς), ο παραπάνω ορισμός του Stallman πάσχει σε αρκετά σημεία, ένα από τα οποία είναι προφανές ακόμα και με μια απλή ανάγνωση, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε ιστορικά κιτάπια. Και το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για μια τόσο διασταλτική ερμηνεία του hacking που κάνει την έννοια να χωράει τα πάντα και τελικά τίποτα. Αν hacking σημαίνει “σπάω πλάκα με παιγνιωδώς ευφυή τρόπο”, τότε και ο Escher ήταν χάκερ-ζωγράφος, ο Joyce χάκερ-λογοτέχνης, ο Αντετοκούμπο χάκερ-αθλητής, o “τα στήνω στην παραλιακή” χάκερ-οδηγός και η λίστα τελειωμό δεν έχει. Για να μην αναφερθούμε καν στον μέγα χάκερ-πλακατζή όλων των εποχών, τον περίτρανο Γαργαντούα.

Εν πάσει περιπτώσει, αν υπάρχει ένα σημείο μιας κάποιας γενικής συναίνεσης, αυτό είναι ότι το hacking περιλαμβάνει, με τον ένα ή άλλο τρόπο, το τεχνικό μέσο του υπολογιστή. Ένα δεύτερο και σημαντικότερο τέτοιο σημείο αφορά στον χρόνο και τον τόπο γέννησής του. Ο χρόνος είναι η δεκαετία του 60 και ο τόπος το πανεπιστήμιο ΜΙΤ.  Το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, μέσω του περίφημου Radiation Laboratory, είχε παίξει ήδη από τον Β παγκόσμιο πόλεμο σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη προηγμένων στρατιωτικών συστημάτων και στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 του χορηγήθηκε, υπό τη μορφή δωρεάς, ένας υπολογιστής που προηγουμένως είχε “θητεύσει” στον στρατό. Γύρω από αυτόν τον υπολογιστή, καθώς κι από επόμενους που παραχωρήθηκαν από την εταιρεία DEC, συγκεντρώθηκαν οι πρώτες ομάδες προγραμματιστών που διακρίνονταν από μια ιδιαίτερη, “ελευθεριακή” κουλτούρα και που θα αυτοπροσδιορίζονταν σταδιακά ως χάκερ.

Μία πρώτη παρατήρηση εδώ. Κατά την πρώιμη εκείνη ηρωική εποχή του hacking, ο διαχωρισμός που γινόταν (μαζί με τη συνεπαγόμενη εχθρότητα) δεν ήταν ανάμεσα σε ηθικούς και κακόβουλους προγραμματιστές, αλλά ανάμεσα σε προγραμματιστές - χάκερ και σε σχεδιαστές (planner). Αυτοί οι δεύτεροι αντιπροσώπευαν κατά κάποιο τρόπο τον παραδοσιακό τρόπο του επιστημονικού σκέπτεσθαι, αυτόν που απαιτούσε την προσεκτική κατάστρωση θεωριών κι εξισώσεων ως προκαταρκτικό βήμα για την επίλυση του οποιουδήποτε προβλήματος. Οι χάκερ, από την άλλη, με τη δύναμη που τους παρείχε ο υπολογιστής, είχαν μια πιο άμεση προσέγγιση. Γράφουμε, δοκιμάζουμε και ξαναγράφουμε κώδικα, χωρίς βαριές θεωρίες από πίσω, μέχρι να βρεθεί η λύση. Όσο άναρχη κι αν φαίνεται αυτή η προσέγγιση, πολλές φορές δούλευε, και μάλιστα αποτελεσματικά, προς απόγνωση κι εκνευρισμό των θεωρητικών. Η ιδιότυπη κουλτούρα των «ελευθεριακών» εκείνων προγραμματιστών κωδικοποιήθηκε αργότερα στη λεγόμενη Ηθική των Χάκερ [2Όπως σωστά έχει επισημανθεί, δεν πρόκειται τόσο για ηθική όσο για αισθητική στάση. Βλ. https://www.cs.berkeley.edu/~bh/hacker.html] όπως συνοψίζεται στον παρακάτω εξάλογο [3Από το βιβλίο του Steven Levy, Hackers: heroes of the computer revolution (1984).]:

- Πλήρης και απεριόριστη πρόσβαση στους υπολογιστές, όπως και σε ο,τιδήποτε μπορεί να σου μάθει κάτι για το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Η πρακτικο-εμπειρική Προσταγή [4Προσταγή (Imperative) με την έννοια του Δέοντος, του Πρέπει, όπως στην καντιανή Κατηγορική Προσταγή...]  έχει πάντα προτεραιότητα.
- Η πληροφορία πρέπει να είναι ελεύθερη.
- Καχυποψία απέναντι στην Αυθεντία και προώθηση της Αποκέντρωσης.
- Το κριτήριο με βάση το οποίο πρέπει να κρίνονται οι χάκερ είναι οι ικανότητές τους στο hacking κι όχι αηδίες όπως τα πτυχία, η ηλικία, η φυλή ή η θέση σε μια ιεραρχία.
- Μπορείς να δημιουργήσεις τέχνη και ομορφιά με έναν υπολογιστή.
- Οι υπολογιστές μπορούν να αλλάξουν τη ζωή σου προς το καλύτερο.

Όπως φαίνεται και από τον παραπάνω κώδικα ηθικής, δεν γινόταν καμμία διάκριση ανάμεσα σε αγαθούς και κακόβουλους χάκερ. Κι ο λόγος δεν ήταν ότι δεν υπήρχαν τα άτομα που προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν κενά ασφαλείας προς ίδιον όφελος. Οι λεγόμενοι phreaker, που κατάφερναν να κάνουν δωρεάν υπεραστικά τηλέφωνα, μιμούμενοι με διάφορα μέσα (ακόμα και με τη φωνή) τις συχνότητες που χρησιμοποιούσαν τα τηλεφωνικά δίκτυα, ήταν από τις γνωστότερες περιπτώσεις. Το πράγμα άρχισε να αλλάζει από τη δεκαετία του ‘80 και μετά, όταν το παιχνίδι και τα συμφέροντα που εμπλέκονταν από τη διάδοση των προσωπικών υπολογιστών χόντρυναν και τα Μ.Μ.Ε. βρήκαν την ευκαιρία να δαιμονοποιήσουν τους χάκερ.

Παρατήρηση δεύτερη. Ναι μεν ο Stallman έχει ένα δίκιο όταν μιλάει για δημοσιογράφους που παρεξήγησαν τους χάκερ, όμως λέει την μισή ιστορία, αυτή που τον βολεύει. Γιατί πριν οι δημοσιογράφοι “παρεξηγήσουν” τους χάκερ, είχαν προηγηθεί κάποιοι συνάδελφοί τους που είχαν φροντίσει να τους “εξηγήσουν” και να τους παρουσιάσουν ως μυθικές φιγούρες, περίπου ως ήρωες της πληροφοριακής επανάστασης.

“Οι χάκερ δεν είναι απλά κάποιοι τεχνικοί. Πρόκειται για μια νέα, κινούμενη ελίτ, με τον δικό της εξοπλισμό, τη δική της γλώσσα, χαρακτήρα και χιούμορ, τους δικούς της μύθους. Αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι με τις ιπτάμενες μηχανές τους χαρτογραφούν τις εσχατιές της τεχνολογίας, μιας παράξενα ανάλαφρης και απαλής τεχνολογίας. Μια χώρα παρανόμων όπου οι κανόνες δεν είναι σαν δικαστικές αποφάσεις ή γραφειοκρατική ρουτίνα, αλλά ένα ηχηρό αίτημα για εξερεύνηση των ορίων του δυνατού.”

Αυτά έγραφε το 1972 στο περιοδικό Rolling Stone ο Stewart Brand. Το όνομα εδώ έχει τη σημασία του. Ο Brand έγινε κυρίως γνωστός ως εκδότης του περίφημου Whole Earth Catalog, ενός είδους περιοδικού που για ένα σύντομο διάστημα στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στις αρχές του 70 αποτέλεσε κάτι σαν βίβλο για ένα μεγάλο κομμάτι του αμερικανικού κινήματος της αντι-κουλτούρας. Και πιο συγκεκριμένα, για εκείνο το κομμάτι που προωθούσε τη λογική της “επιστροφής στη φύση”, της κοινοβιακής ζωής και συχνά - πυκνά της υιοθέτησης μισο-θρησκευτικών συστημάτων, δανεισμένων ως επί το πλείστον από την εξωτική ανατολή.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Separatrix

Σημειώσεις

1 - Επιπλέον ορισμούς προς την ίδια κατεύθυνση μπορεί να βρει κανείς στην εισήγηση της εκδήλωσης του Game Over «Hackers: οι αυτόχθονες του εκπαιδευτικού συστήματος».
[ επιστροφή ]

2 - Όπως σωστά έχει επισημανθεί, δεν πρόκειται τόσο για ηθική όσο για αισθητική στάση. Βλ. https://www.cs.berkeley.edu/~bh/hacker.html
[ επιστροφή ]

3 - Από το βιβλίο του Steven Levy, Hackers: heroes of the computer revolution (1984).
[ επιστροφή ]

4 - Προσταγή (Imperative) με την έννοια του Δέοντος, του Πρέπει, όπως στην καντιανή Κατηγορική Προσταγή...
[ επιστροφή ]

κορυφή